Κεντρική Σελίδα των Αρχείων      Περιεχόμενα      Επόμενο Κεφάλαιο

ΟΙ ΦΥΛΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

W. J. Sidis

Μετάφραση: Γεωργία Ερατώ Τριανταφυλλίδη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XII

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΚΟΜΗ

        56. Μπασάμπας Μετακόμης.  Περί το 1666, ο Πασσακοναγουαίη, ο Μπασάμπας της Ομοσπονδίας Πενακούκ, παγιδεύθηκε στην πλαγιά του Αγαμέντικου Ορους (στην χώρα Αμπενάκη, κοντά στην Υόρκη) μέσα σε μια από κείνες τις σφοδρές θύελλες που είναι συνηθισμένες στις περιοχές αυτές, και κτυπήθηκε από κεραυνό. Αυτό έδωσε λαβή στον θρύλο πως ανελήφθη στους ουρανούς μέσα σε ένα ξέσπασμα φωτιάς, και πως ήταν ακόμη ζωντανός και μπορούσε να προστατεύει τον λαό και την χώρα του, και να επανέλθει κάποτε όταν θα τον είχαν ανάγκη.

        Η επιρροή του Πασσακοναγουαίη ήταν εκείνη κυρίως που διατηρούσε την ειρήνη στην χώρα Πενακούκ μεταξύ ερυθροδέρμων και λευκών. Οι φυλές είχαν πολλές φορές μπει στον πειρασμό να ανταποδώσουν τα πυρά, αλλά ο Πασσακοναγουαίη είχε πάντοτε καταφέρει να στρέψει την παλίρροια υπέρ της ειρήνης. Και, μόλις εκείνος χάθηκε, ήταν αναμενόμενο να έλθει στο προσκήνιο η αντάρτικη και φιλελεύθερη φύση των διαφόρων εθνών των Πενακούκων.

        Και, καθώς ο Μετακόμης, ο Μπασάμπας των Γουάμπανωγκ, ήταν ο κύριος υπέρμαχος της πολιτικής της εξεγέρσεως, ήταν λογικό να διαδεχθεί τον Πασσακοναγουαίη ως ηγέτης της Ομοσπονδίας, αν και ο Βοναλανσέτης, ο υιός του Πασσακοναγουαίη, είχε καταλάβει την θέση του πατέρα του ως ηγέτης του καθεαυτού έθνους των Πενακούκων. Ετσι, η Ομοσπονδία Πενακούκ εξέλεξε νέο Μπασάμπα, τον Μετακόμη, αντάρτη μέχρι το κόκκαλο, που δεν έβλεπε την ώρα να κτυπήσει για την ελευθερία.

        Αυτός ο νέος Μπασάμπας χρησιμοποιούσε το ξενικό όνομα Φίλιππος, για να συνενοείται με τους άγγλους αποίκους, οι οποίοι, έχοντας ακόμη θολή ιδέα περί των δημοκρατικών αξιωμάτων σε μια κυβέρνηση όπως η Ομοσπονδία Πενακούκ, θεωρούσαν τον "Φίλιππο" Βασιλέα των Ινδιάνων. Οπότε, ο Μπασάμπας Μετακόμης έγινε γενικά γνωστός ως "Βασιλεύς Φίλιππος."

         57. Δυσαρέσκεια του Πλύμουθ για τον Μετακόμη.  Η Αποικία του Πλύμουθ είχε υπάρξει ουδέτερη έως φιλική έναντι των φυλών των Πενακούκων υπό την διοίκηση του Πασσακοναγουαίη. Τώρα όμως βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια διοίκηση Πενακούκων λιγότερο ήπια απέναντι στις καταπατήσεις. Ο Μετακόμης προέβαλλε διαρκώς διαμαρτυρίες κατά του τρόπου με τον οποίον οι λευκοί διεκδικούσαν όλο και μεγαλύτερες εκτάσεις ως ατομική ιδιοκτησία, και έσπρωχναν τους ερυθροδέρμους έξω από την ίδια τους την χώρα, όπου αυτοί είχαν τόσο φιλόξενα δεχθεί τους λευκούς και τους είχαν επιτρέψει να παραμείνουν.

        Οι αρχές του Πλύμουθ άρχισαν να παρενοχλούν και να προκαλούν τον Μετακόμη προσωπικά. Επανειλημμένα εκλήθη στην Τώντον για να αντικρούσει γελοίες κατηγορίες, και αρκετές φορές κατέφθασε συνοδευόμενος από μεγάλη φρουρά για να καταδείξει την άρνησή του έναντι της δικαιοδοσίας του Πλύμουθ. Ενδεικτικά, μεταξύ των κατηγοριών που του προσήφθησαν ήταν μια τάχα εξέγερση (συνιστώμενη στην ύπαρξη μιας στρατειάς ερυθροδέρμων), ενώ οι συνήθεις διαφυλετικές επισκέψεις βαπτίσθηκαν "παροχή ασύλου σε αλήτες," ενώ και η ίδια η Ομοσπονδία Πενακούκ έγινε "συνομωσία." Υπήρξαν επίσης πολυάριθμες μικροδιώξεις μεμονωμένων ερυθροδέρμων στις περισσότερες αποικίες της Νέας Αγγλίας.

        Η κατάσταση καθιστούσε ιδιαίτερα δύσκολη την τήρηση της ειρήνης μεταξύ του νέου Μπασάμπα, θιασώτη της ανεξαρτησίας, και της Αποικίας Πλύμουθ, εξ ίσου αποφασισμένης να καθυποτάξει τους ερθροδέρμους. Μια ανοικτή όμως σύγκρουση αργούσε ακόμη, και ο Μετακόμης αξιοποίησε το μεσοδιάστημα με διπλωματικές ρυθμίσεις, προσπαθώντας να αποτρέψει την επέμβαση των πουριτανικών αποικιών, και προσπαθώντας να διατηρήσει την φιλία των ολλανδών, γάλλων, και ιρόκων. Και, παρ' όλο που ο ολλανδικός παράγων εξέλιπε δια της καταλήψεως του Νέου Αμστερνταμ από τους άγγλους, οι διπλωματικές προσπάθειες εξακολούθησαν. Μερικά μέλη του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου, όπως ο Κανοντσέτης, ένας αντιπρόσωπος των Ναρραγανσέττων, ήσαν υπέρ της προσπάθειας εμπλοκής των λευκών εθνών σε πόλεμο μεταξύ τους, ώστε οι λαοί των Πενακούκων να τους ξεφορτωθούν όλους μαζύ, ο Μετακόμης όμως φοβόταν ότι κάτι τέτοιο θα άφηνε την ομοσπονδία Πενακούκ ανάμεσα στα μέτωπα, εκτεθειμένη στα πυρά όλων των πλευρών.

        Στην Ομοσπονδιακή πρωτεύουσα, Πενακούκη, ο νέος Μπασάμπας συνάντησε την θυγατέρα του Πασσακοναγουαίη, Γουηταμώ, που είχε παντρευτεί τον Γουιννεπούρκιτ, ένα σαχέμ των Σαούγκους, το φθινόπωρο του 1662, και τον είχε διαζευχθεί τον επόμενο καλοκαίρι, έχοντας έκτοτε παντρευτεί και χωρίσει πάλι αρκετές φορές. Η Γουηταμώ είχε το παληό αδάμαστο πνεύμα του πατέρα της, καθώς και την αγάπη του για την ελευθερία, και βρήκε πως ο Μετακόμης, με το αντάρτικο πνεύμα του, της ταίριαζε πολύ καλύτερα από τους προηγούμενους άνδρες της, όπως ο ψηλομύτης Γουιννεπούρκιτ. Ως σύζυγος του Μετακόμη, η Γουηταμώ αποδείχθηκε πολύτιμη βοηθός για την διατήρηση ζωντανής της ιδέας της ελευθερίας στους ερυθροδέρμους. Ενας θρύλος την θέλει να μη χωρίζει τον πρώτον άνδρα της, παρά να πνίγεται σε μια πλημμύρα του Μερριμάκ, καθώς προσπαθούσε να τον συναντήσει. Γεγονός όμως είναι, ότι επιβίωσε αυτής της περιόδου, και πέθανε πολύ αργότερα―σε άλλο ποτάμι, η αλήθεια υπό συνθήκες όμως που φανερώνουν πολύ καλύτερα το μαχητικό ανεξάρτητο πνεύμα της.

         58. Επανάκτηση της Πωμονόκης.  Το 1674 ένα ολλανδικός στόλος έκανε την εμφάνισή του μπροστά στην Νέα Υόρκη, δημιουργώντας στην πόλη μια κατάσταση παρόμοια με εκείνη προ δεκαετίας, όταν είχε καταπλεύσει στο λιμάνι ένας βρεταννικός στόλος. Τότε η δυσαρέσκεια έναντι του Σταϋβεσάντ, που είχε διαλύσει την αντιπροσωπευτική συνέλευση την οποία είχαν προτείνει μερικοί Γιάνκηδες φερμένοι από την Νέαν Αγγλία, είχε κάνει τον λαό της Νήσου Μανχάτταν να καλωσορίσει τους βρεταννούς εισβολείς. Για τον ίδιο λόγο, αφού ο Δούξ της Υόρκης δεν είχε καταδεχθεί να εισακούσει καμμία από τις αιτήσεις για λαϊκή συνέλευση, ο ολλανδικός στόλος καλωσορίσθηκε ξανά από τους κατοίκους της Νέας Υόρκης. Στην Νέαν Αγγλία, ο λαός είχε μάθει να ενεργεί από μόνος του, και να μη περιμένει τίποτε "κατά νόμον αρμόδιες αρχές" να ενεργήσουν για λογαριασμό του. Η Νέα Υόρκη όμως δεν είχε πείρα ούτε λαϊκών κυβρνήσεων ούτε της Ομοσπονδίας Πενακούκ. Ετσι, ως συνήθως, δεν έκαναν τίποτε, παρά απλώς καλοδέχονταν ο,τιδήποτε εκ των άνω μπορεί να έμοιαζε με αλλαγή. Επομένως η Κοιλάδα Χούντσον παραδόθηκε ολόκληρη, στην έκταση που ήταν κατειλημμένη από αγγλικούς και ολλανδικούς οικισμούς.

        Ομως η Αγγλία επανέκτησε την περιοχή αυτή σε λίγους μήνες, και ο Δουξ της Υόρκης ανακατέλαβε ακόμη μια φορά τον έλεγχο. Αυτήν την φορά έκρινε εύκαιρο να παραχωρήσει την λαϊκή συνέλευση, αν και χωρίς οποιαδήποτε εξουσία, παρά μάλλον σαν ένα είδος εξεταστικού σώματος, με την αληθινή εξουσία πάντοτε στα χέρια του Δουκός Ιακώβου, ενώ οι συζητήσεις και οι αποφάσεις της συνελεύσεως συνήθως αγνοούντο. Ακόμη και αυτή η συνέλευση δεν ήταν της αρεσκείας του νέου κυβερνήτη του Ιακώβου, Σερ Εδμόνδου Ανδρος, ενός κορδωμένου στρατιωτικού, γοητευμένου με την αίσθηση της ιδίας του εξουσίας, περί του οποίου θα πούμε περισσότερα παρακάτω. Η συνέλευση αυτή δεν ήταν ουσιαστικά νομοθετικό σώμα, αλλά εθεωρείτο απλώς ως μια εγγύηση κατά της συχνής αλλαγής επικυριάρχων. Είναι χαρακτηριστικό της διαφοράς μεταξύ Νέας Υόρκης και Νέας Αγγλίας πως αυτός ο όρος "συνέλευση," που στην Νέαν Αγγλία υποδηλώνει γενικώς μια σύναξη πολιτών, στην Νέαν Υόρκη σημαίνει μια ομάδα συζητήσεως από επαγγελματίες πολιτικούς.

        Ως περαιτέρω εγγύηση κατά της διεκδικήσεως της Κοιλάδας Χούντσον από την Ολλανδία, η Αγγλία συνήψε συνθήκη με την Ολλανδία ανταλλάσσοντας την περιοχή, ώστε η Ολλανδία παραιτήθηκε των διεκδικήσεών της επί Βορειοαμερικανικής επικρατείας, παίρνοντας εις αντάλλαγμα μιαν έκταση Νοτιοαμερικανικής ζούγκλας στην περιοχή που είναι γνωστή ως Γουιάνα.

         59. Αντίκτυπος επί της Ομοσπονδίας Πενακούκ.  Η ανακατάληψη της Πωμονόκης από τους ολλανδούς, έστω και προσωρινή ως ήταν, συνέτεινε σημαντικά στην μείωση του αγγλικού γοήτρου στην Αμερική.

        Η Ομοσπονδία Πενακούκ, ιδιαίτερα, ανέκτησε ελπίδες. Η διπλωματική μερίδα, που είχε επιδιώξει να στρέψει τους άγγλους κατά των ολλανδών, σιγουρεύτηκε κάπως, και το πνεύμα της ανεξαρτησίας μέσα στην Ομοσπονδία αυξήθηκε, ενώ οι πιο μαχητικές ομάδες ένοιωσαν περισσότερη αυτοπεποίθηση. Ούτε καν οι άγγλοι που έμεναν στην Νέα Υόρκη δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν αυτή την νέα αυτοπεπεοίθηση, και οι άγγλοι δεν εθεωρούντο πλέον άτρωτοι.

        Ομως οι αποικίες της Νέας Αγγλίας εξακολουθούσαν να διώκουν την Ομοσπονδία Πενακούκ. Εγιναν προσπάθειες να σταματήσουν την ταχυδρομική υπηρεσία των Πενακούκων τις Κυριακές. Αυτό όμως απλώς εζωπύρωσε το αίσθημα των φυλών υπέρ του θρησκευτικού πολέμου εναντίον των λευκών. Και πάλι, ένας από τους προσηλύτους του Αποστόλου Ελιοτ συνελήφθη από τον έθνος των Νατίκων ως κατάσκοπος, και εκτελέσθηκε μετά από προσφυγή στο Ομοσπονδιακό Διακστήριο. Ομως οι αρχές της Αποικίας του Κόλπου της Μασσαχουσέττης προτίμησαν να θεωρήσουν την εκτέλεση αυτή ως δολοφονία, και εκτέλεσαν τρία εντελώς αθώα μέλη της φυλής, με την δήθεν μαρτυρία ότι οι πληγές του νεκρού είχαν ανοίξει μόλις τον πλησίασαν οι κατηγορούμενοι.

        Εν τούτοις όμως οι φασαρίες ανεμένοντο μάλλον από του Προσκυνητές, που προσπαθούσαν με κάθε δυνατό τρόπο να υπαγάγουν τους Γουάμπανωγκ και τον Μπασάμπα, και, δι' αυτού, την Ομοσπονδία Πενακούκ σε οριστική υποταγή. Οι Προσκυνητές, επίσης, κατέβαλλαν διπλωματικές προσπάθειες να ευθυγραμμίσουν Πουριτανούς, Ιρόκους, Μοϊκανούς, Γάλλους, ακόμη και τις αγγλικές αρχές της Νέας Υόρκης εν όψει του επικειμένου αγώνα. Η ίδια η Αγγλία, πάντως, δεν ήταν απλώς όλως αδιάφορη, αλλά υπήρχαν ενδείξεις ότι η παλινορθωμένη μοναρχία θα προτιμούσε να δει τις αποικίες της Νέας Αγγλίας να χάνουν ένα μέρος της δυνάμεώς τους, ιδίως όσον αφορά το Πλύμουθ, του οποίου την κυβέρνηση η Αγγλία δεν είχε ποτέ αναγνωρίσει επισήμως. Και οι Ιρόκοι ισχυρίζοντο ότι η συμμαχία τους ήταν ευθέως με την Αγγλία, και δεν έμπαιναν σε ένα τέτοιο πόλεμο, εκτός εάν θα εκδηλωνόταν υπέρ αυτού η ίδια η Αγγλία. Σκόπευαν απλώς να διατηρήσουν την ουδετερότητα των φυλών δυτικά του Κουιννιτούκετ, που ήσαν κατά ένα μέρος υπό ιροκέζικη κυριαρχία. Μερικές όμως από αυτές τις φυλές εθεωρούντο φιλικές προς την υπόθεση των Πενακούκων, ενώ η Ομοσπονδία Πενακούκ ανέμενε κάποια βοήθεια επίσης από την Ομοσπονδία των Γουαμπανάκων, που προήρχετο αρχικά από την Πενακούκ, και είχε στενή σχέση μαζύ της.

        Ηταν ακόμη ασφές το τί θα έκαναν η Ρόουντ Αϊλαντ και οι Πουριτανοί, και κατεβάλλοντο απεγνωσμένες προσπάθειες να εμποδισθεί η συμμετοχή των αποικιών αυτών σε ένα πόλεμο κατά του Πλύμουθ. Την άνοιξη του 1676, αφού η αποικία Πλύμουθ είχε προβάλει αξιώσεις για τον καθολικό αφοπλισμό των Γουάμπανωγκ, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο αποφάσισε ότι, σε περίπτωση πολέμου, μόνο το έθνος των Γουάμπανωγκ θα πολεμούσε κατά του Πλύμουθ, αλλά, εάν η υπόλοιπη Συνομοσπονδία της Νέας Αγγλίας έμπαινε στον πόλεμο, το ίδιο θα έκανε και η Ομοσποδία Πενακούκ.

         60. Πόλεμος κατά του Πλύμουθ.  Ο Μπασάμπας Μετακόμης έλαβε μια πραγματικά επαναστατική στάση έναντι όλων αυτών των προσπαθειών καθυποτάξεως του λαού του. Περίμενε μέχρι να είναι όλα έτοιμα, δεν θα δίσταζε όμως να κτυπήσει όταν το απαιτούσε η στιγμή. Πολλά μέλη των φυλών ήσαν ετοιμοπόλεμα, και σε πολλές περιπτώσεις για λόγους άλλους από του Μετακόμη. Για παράδειγμα, ο Νινιγκρέτης ήταν αντίθετος στον Χριστιανισμό (ή τουλάχιστον στον προσκυνητικό και τον πουριτανικό κλάδο του), και επιθυμούσε τον θρησκευτικό πόλεμο. Συνειδητοποιούσαν πάντως πως, όταν θα άρχιζε ο πόλεμος, η ύπαρξη κάποιων σοβαρών λόγων θα είχε κάποια διπλωματική σημασία.

        Οταν η Αποικία του Πλύμουθ εξέδωσε ένα τελεσίγραφο προς τους Γουάμπανωγκ να παραδώσουν όλα τα όπλα τους στην Τώντον, το έθνος των Γουάμπανωγκ συνειδητοποίησε πως αυτό θα ήταν το τελικό βήμα για την ολοκλήρωση της καθυποτάξεώς τους, και θα σήμαινε την καταστροφή όλων των ελευθεριών που οι φυλές τους είχαν απολαύσει υπό την Ομοσπονδία Πενακούκ. Κι έτσι το φυλετικό συμβούλιο συνεδρίασε το βράδυ της Δευτέρας, 17 Ιουνίου 1675, και κήρυξε τον πόλεμο κατά της Αποικίας του Πλύμουθ.

        Αυτή η κήρυξη πολέμου παραστάθηκε, όπως και άλλοι πόλεμοι των Ερυθροδέρμων εναντίον των Λευκών, σαν ένα παράλογο και απρόκλητο ξέσπασμα μιας βάρβαρης μανίας. Είναι όμως αξιοσημείωτο πως οι ίδιοι ιστορικοί μιλούν για πατριωτική δράση, αντί για "ξεσπάσματα μιας βάρβαρης μανίας," όταν περιγράφουν τον ξεσηκωμό που συνέβη υπό παρόμοιες συνθήκες ένα αιώνα ακριβώς αργότερα, από μέρους των κατοίκων της Γης των Οκαμακαμμεσσέτων κατά των αρχών του Κόλπου της Μασσαχουσέττης. Παραδόξως, η επέτειος της κηρύξεως του Πολέμου του Μετακόμη έγινε πατριωτική εορτή στην Βοστώνη επί Δεύτερης Δημοκρατίας, αφού η εκατοστή επέτειος αυτής της κηρύξεως εορτάσθηκε από τους εξεγερμένους του 1775 με μιαν επίθεση στον λόφο Μισάουβουμμ, που επέφερε σοβαρές απώλειες στον στρατό των αρχών του Κόλπου της Μασσαχουσέττης. Ετσι, κατά την τρέχουσα ιστορία, οι κάτοικοι της Γης Οκαμακαμμεσσέτης ήσαν μεγάλοι πατριώτες, όταν επαναστατούσαν το 1775, αλλά απλώς θύματα της βάρβαρης μανίας τους το 1675.

        Την επομένη της κηρύξεως του πολέμου, η στρατειά των Γουάμπανωγκ εφόρμησε κατά της Τώντον, ενώ ταυτόχρονα η Συνομοσπονδία της Νέας Αγγλίας αποφάσισε να συνδράμει το Πλύμουθ, και ένα σύνταγμα πολιτοφυλακής ξεκίνησε από την Βοστώνη την Παρασκευή, 21 Ιουνίου. Οταν τα νέα έφθασαν στην Πενακούκη, η Ομοσπονδία αποφάσισε να βοηθήσει τους Γουάμπανωγκ, και οι δύο ομοσπονδίες, των Ερυθροδέρμων και των Λευκών, βρέθηκαν αντιμέτωπες.

        Πολλές γειτονικές ερυθρές φυλές ενώθησαν με τους λαούς των Πενακούκων σε αυτόν τον πόλεμο. Οι φυλές δυτικά του Κουιννιτούκετ, αν και υποτίθεται πως ήσαν αφοπλισμένες και υπό ιροκέζικη εποπτεία, επωφελήθησαν της ευκαιρίας να ανατρέψουν την ηγεμονία των Ιρόκων, μπαίνοντας στον πόλεμο. Και η Ομοσπονδία των Γουαμπανάκων βοήθησε τους Πενακούκους γείτονές τους, αν και μόνον η πιο νότια φυλή, οι Σοκόκοι, συμμετείχαν εμπράκτως στις εχθροπραξίες υπό την ηγεσία του σαγαμόρου των Ναγκμέγαν, ο οποίος ηγήθηκε πολλών επιθέσεων κατά των πόλεων στην παραλία του Μαίην. Οι Ιρόκοι έμειναν ουδέτεροι, εκτός από κάποιες σποραδικές προσπάθειες για την τήρηση της ειρήνης στις κτήσεις τους, και περίμεναν φανερά κάποιαν ενέργεια επεμβάσεως από μέρους της συμμάχου των Αγγλίας. Αλλά η Αγγλία παρέμενε ουδέτερη και κατηγορούσε την Συνομοσπονδία της Νέας Αγγλίας που μπήκε σε πόλεμο χωρίς την βασιλική άδεια και χωρίς να αναφέρεται στην Αγγλία σχετικά με τις ενέργειές της. Η Νέα Υόρκη παρέμεινε εκτός, αλλά το Νέο Χαμπσάιρ και η Ρόουντ Αϊλαντ συμμετείχαν με το μέρος της Συνομοσπονδίας της Νέας Αγγλίας, που τους απέκλειε από την σύνθεσή της, παρ' ότι ο Ρογήρος Ουίλλιαμς υποτίθεται ότι ήταν φίλος των ερυθροδέρμων. Οι γάλλοι στον Καναδά υπήρξαν η σημαντικότερη πηγή εφοδιασμού σε όπλα των ερυθροδέρμων.

        Το 1675, οι στρατειές των Πενακούκων, υπό την διεύθυνση του αδελφού του Μετακόμη, Αναβάνου, είχαν το πάνω χέρι, και πολλές λευκές πόλεις κατεστράφησαν. Πιάστηκαν πολλοί αιχμάλωτοι, που φυλάχθηκαν προσεκτικά για ανταλλαγή, και πολλές ανταλλαγές έγιναν τω όντι, στον βαθμό που οι άγγλοι είχαν ανταλλάξιμους αιχμαλώτους. Καθώς ο κύριος σκοπός του πολέμου ήταν η εκδίωξη των εισβολέων, οι στρατοί των Πενακούκων σε πολλές περιπτώσεις προτιμούσαν να αφήνουν στον εχθρό καθαρό πέρασμα προς τον ωκεανό, παρά να συλλαμβάνουν αιχμαλώτους.

        Οι φυλές των Πενακούκων αξιοποίησαν τα μαθήματα που είχαν πάρει από τον Πόλεμο των Πεκώτων του 1637. Για παράδειγμα, η χρήση της φωτιάς στην πολεμική πράξη, άγνωστη στην Αμερική προ του Πολέμου των Πεκώτων, χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα στον Πόλεμο του Μετακόμη. Η εκδορά της κεφαλής των νεκρών εχθρών, που επίσης πρωτοεμφανίσθηκε στον Πόλεμο των Πεκώτων, ξαναέκανε την εμφάνισή της τώρα, σε πολύ μικρή όμως έκταση, καθώς εξέλιπε το κίνητρο της αμοιβής, που οι λευκοί προσέφεραν για το δέρμα της κεφαλής το 1637. Ο Πόλεμος των Πεκώτων είχε επίσης διδάξει τους ερυθροδέρμους να αποφεύγουν την μίμηση των εγγλέζικων οχυρώσεων, που είχαν αποδειχθεί τόσο ευάλωτες στην φωτιά. Μια γυναίκα σαχέμ των Ναρραγανσέττων όμως, πιστεύοντας ότι ήταν δυνατόν να πάρουν τα πλεονεκτήματα της οχυρώσεως χωρίς τα μειονεκτήματά της, αναζήτησε μεταξύ του λαού της κάποιον που να μπορούσε να κτίζει με πέτρα, και κατασκεύασε ένα πέτρινο φρούριο. Το φρούριο αυτό υπέκυψε τελικά σε μια μακρά πολιορκία, αλλά δεν καταστράφηκε ποτέ, και υπάρχει ακόμη.

         61. Προσήλυτοι και Θετοί.  Οι καλούμενοι "προσευχόμενοι ινδιάνοι," οι χριστιανοί προσήλυτοι του Αποστόλου Ελιοτ, ήσαν εν πολλοίς στην θέση των ξένων εχθρών στον πόλεμο αυτόν, αντιμετωπιζόμενοι με δυσπιστία από αμφότερες τις πλευρές, και παίζοντας ευρέως τον ρόλο κατασκόπων σε βάρος του ίδιου του λαού των. Προειδοποιούσαν πολλές φορές πότε επρόκειτο να επιτεθούν οι ερυθρόδερμοι, αλλά οι προειδοποιήσεις τους συχνά έπεφταν στο κενό, καθώς οι λευκοί δεν τους εμπιστεύοντο ούτε για κατασκόπους.

        Αν και πολλοί από αυτούς τους προδότες "προσηλύτους" έμεναν σε πόλεις ερυθροδέρμων, και ήσαν σε θέση να δρουν μέσα από τον στρατό των Ερυθρών, η άλλη όψη της ιστορίας είναι πως, σε πολλές περιπτώσεις, οι προσήλυτοι αυτοί δρούσαν επίσης ως κατάσκοποι υπερ του λαού των. Πολλές φορές, ο "προσηλυτισμός" υιοθετείτο επιφανειακά προς χάριν της ειρήνης με τους Πουριτανούς, και, όταν άρχισε ο πόλεμος, οι νεοφώτιστοι αυτοί έγιναν οι πιο ενθουσιώδεις υποστηρικτές του αγώνα για το διώξιμο των εισβολέων από κει που ήρθαν. Για παράδειγμα, ο Απόστολος Ελιοτ το είχε θεωρήσει μεγάλο κέρδος για το ιεραποστολικό του έργο όταν, λίγα χρόνια πριν τον πόλεμο, οι Οκαμακαμμεσσέτοι επέτρεψαν στους Πουριτανούς να ανεγείρουν δική τους εκκλησία μέσα στην πρωτεύουσα της φυλής. Οταν όμως ξεκίνησε ο πόλεμος, αυτό αποδείχθηκε πως ήταν μια καλή στρατηγική, που έθεσε αμέσως μεγάλους αριθμούς αιχμαλώτων στα χέρια των Οκαμακαμμεσσέτων, οι οποίοι μπόρεσαν έτσι να καταστρέψουν την πόλη του Μάρλμπορω σχεδόν αμέσως.

        Η πλειοψηφία των "προσευχομένων ινδιάνων" είχαν συγκεντρωθεί σε λίγες κοινότητες που σχημάτιζαν ένα είδος ουδέτερου δακτυλίου γύρω από την Βοστώνη, όπου ήσαν ο στόχος επιθέσεων και από τα δύο μέρη του πολέμου. Πολύ σύντομα, όλοι αυτοί οι οικισμοί κατεστράφησαν, κυρίως από τους ερυθροδέρμους, που δικαίως τους θεωρούσαν άντρα προδοτών και κατασκόπων.

        Μια άλλη ομάδα ανθρώπων που βρέθηκαν στην θέση των ξένων εχθρών ήταν οι λευκοί που είχαν υιοθετηθεί από διάφορες φυλές, και είχαν γίνει έτσι πολίτες της Ομοσπονδίας Πενακούκ. Στο Μιντλέσσεξ ιδιαίτερα, οι Οκαμακαμμεσσέτοι είχαν κατορθώσει, με την δήθεν μεταστροφή τους στον χριστιανισμό, να κερδίσουν την εμπιστοσύνη μερικών Πουριτανών, και να κάνουν υιοθεσίες, εμβολιάζοντας τα θετά τους μέλη με τα βασικά στοιχεία των φυλετικών αρχών. Πολλοί από αυτούς τους υιοθετημένους, καίτοι αναγκασμένοι να στρατευθούν κατά των θετών τους φυλών, μπόρεσαν να σπείρουν τους σπόρους του επαναστατικού αισθήματος στις λευκές κοινότητες, αποτέλεσμα που επέφερε την μόνιμη επίδρασή του στην Νέαν Αγγλία, και ιδιαίτερα στο Μιντλέσσεξ, αρχική κοιτίδα των Οκαμακαμμεσσέτων.

         62. Η Ηττα των Φυλών.  Στην διάρκεια του χειμώνα, οι εχθροπραξίες είχαν σχεδόν σταματήσει, δίνοντας και στις δύο πλευρές τον χρόνο να αναδιοργανωθούν. Ο λαός των λευκών οικισμών της Μασσαχουσέττης στον Κουιννιτούκετ―Σπρίνγκφηλντ, Χόλυοκ, και των καταλοίπων του κατεστραμένου Νορθχάμπτον―αποφάσισαν να υιοθετήσουν στρατιωτικές τακτικές των Πενακούκων, στέλνοντας ένα απόσπασμα να επιτεθεί αιφνιδιαστικά στις πόλεις των ερυθροδέρμων εκ των όπισθεν. Οι Οκαμακαμμεσσέτοι (οι "ινδιάνοι του Μάρλμπορω," όπως τους ονόμαζαν οι Πουριτανοί) ήσαν τώρα οι πλέον μισητοί και τρομεροί από όλες τις φυλές των Πενακούκων, και το απόσπασμα από τον Κουιννιτούκετ επέλασε κατευθείαν εναντίον της πρωτεύουσάς των, καίοντας και καταστρέφοντας όλες τις πόλεις των Νιπμούκων στο διάβα του. Το απόσπασμα κατόπιν εγκατέστησε ένα στρατιωτικό σταθμό στο σύνορο των Οκαμακαμμεσσέτων, όπου είχαν μόλις ξεπαστρέψει την πόλη Κουινσιγκαμόντη των Νιπμούκων, όπου μια προηγούμενη απόπειρα λευκής εγκαταστάσεως είχε αποτύχει. Ο σταθμός αυτός αργότερα έγινε πόλη, το Γουώρστερ. Πολλές πόλεις Οκαμακαμμεσσέτων, περιλαμβανομένης της πρωτεύουσάς των, κατεστράφησαν, με σημαντική σφαγή παρόμοια με εκείνη των Πεκώτων το 1637. Οι περισσότεροι από τους επιζώντες κατέφυγαν βορειότερα στον έθνος των Πενακούκων.

        Αυτή στάθηκε η πρώτη λευκή νίκη στον Πόλεμο του Μετακόμη, και η μεταστροφή της παλίρροιας, αν και οι επιθέσεις κατά των λευκών πόλεων ήσαν ακόμη πολύ συχνές. Ενα σύστημα σημάτων με φρυκτωρίες επινοήθηκε για να ειδοποιεί και για να καλεί σε βοήθεια, με σωρούς ξύλων έτοιμους επάνω στους λόφους κοντά σε κάθε πόλη της Νέας Αγγλίας, με κεντρικό σημείο του συστήματος την Βοστώνη, στην κορυφή του λόφου που βλέπει στο Κοινό. Η περίσταση αυτή έδωσε στον λόφο το όνομα Μπήκον Χιλλ [Λόφος Φρυκτωρίας], ενώ ο δρόμος προς την κορυφή του ονομάσθηκε Μπήκον Στρήτ [Οδός Φρυκτωρίας]. Το σύστημα με τις φρυκτωρίες, εν τούτοις δεν κατάφερε να εμποδίσει την καταστροφή του ενός τρίτου και πλέον των λευκών πόλεων στην Νέαν Αγγλία κατά την διάρκεια του πολέμου.

        Το θέρος του 1676, είχαν μείνει μονάχα λίγα σκόρπια κατάλοιπα των περισσοτέρων από τις νότιες φυλές της Ομοσπονδίας Πενακούκ, και οι περισσότεροι επιζώντες είχαν καταφύγει είτε στον βορρά στους Πενακούκους και τους Αμπενάκες, ή δυτικά στις ιροκέζικες κτήσεις. Οι πρόσφυγες τότε υιοθετήθησαν σε μεγάλους αριθμούς από τους Ιρόκους. Οι πρόσφυγες κυνηγήθηκαν και προς βορρά και προς δυσμάς. Προς βορράν, οι πουριτανικοί στρατοί πλησίασαν την ομοσπονδιακή πρωτεύουσα των Πενακούκων, όπου οι φυλές επιστράτευσαν τις εφεδρείες τους και εμπόδισαν την κατάληψη της πόλεως Πενακούκης. Ο Βοναλανσέτης, υιός του Πασσακοναγουαίη, έπεσε οδηγώντας τις εφεδρείες αυτές προς υπεράσπιση της γενέτειράς του. Η δίωξη προς δυσμάς ουσιαστικά άνοιξε ένα μεγάλο πέρασμα δυτικά του Κουιννιτούκετ σχεδόν μέχρι την Κοιλάδα Χούντσον, ερημώνοντας ολοκληρωτικά όλην αυτή τη λωρίδα, αν και έμειναν ακόμη λίγες πόλεις ερυθροδέρμων εκεί. Τον ίδιο καιρό, οι λευκοί σταμάτησαν την ανταλλαγή αιχμαλώτων, και άρχισαν να πωλούν τους αιχμαλώτους ως δούλους στην Βερμούδα και τις Αντίλλες.

        Οι Ναρραγανσέττοι, με την βοήθεια του πέτρινου φρουρίου τους, και λίγα τμήματα των Γουάμπανωγκ, κρατούσαν ακόμη. Η Ποκενοκέτη όμως δέχθηκε επίθεση, και ο Μετακόμης με τους οπαδούς του εκδιώχθησαν, ενώ ο οκτάχρονος υιός του Μετακόμη πιάστηκε και πωλήθηκε δούλος. Το κτύπημα πραήταν δυνατό για τον Μετακόμη, που αχρηστεύθηκε εντελώς ως ηγέτης. Η γυναίκα του όμως, η Γουηταμώ, που είχε ήδη χάσει τον αδελφό της Βολανανσέτη στις μάχες πέρα στα βόρρεια, γεμάτη οργισμένη λύσσα στρατολόγησε και ηγήθηκε η ίδια μιας στρατειάς κατά της Τώντον. Οταν η στρατειά δέχθηκε επίθεση και κυνηγήθηκε στον Ποταμό Τώντον, το ρεύμα αποδείχθηκε πολύ ισχυρό για την Γουηταμώ, η οποία πνίγηκε, αν και το μεγαλύτερο μέρος της στρατειάς σώθηκε. Το σώμα της βρέθηκε το επόμενο πρωί στην όχθη του ποταμού από κάποιους λευκούς, που έκοψαν το κεφάλι της και το έστησαν σε ένα πάσαλο στο Τώντον Γκρην, όπου οι πολίτες χόρευαν ολόγυρα με άγριες κραυγές όλη μέρα.

        Η χερσόννησος Ποκενοκέτη ερευνήθηκε από ανιχνευτές προς ανακάλυψη του ίδιου του Μετακόμη. Ενας προδότης μεταξύ των οπαδών του, ελπίζοντας σε αμοιβή, πυροβόλησε τον Μπασάμπα, ο δολοφόνος όμως, αντί αμοιβής, πουλήθηκε δούλος μαζύ με τους υπόλοιπους αιχμαλώτους. Αυτό έγινε τον Ιούλιο του 1676. Κατόπιν ο πόλεμος περιορίσθηκε σχεδόν στην περαιτέρω δίωξη των σκόρπιων δυνάμεων των ερυθροδέρμων. Το πέτρινο φρούριο της Ναρραγανσέττης, πάντως, κράτησε ακόμη ένα διάστημα, και τελικά υπέκυψε από πείνα, ενώ το ίδιο το κτίσμα στέκει ακόμη ορθό. Η Ομοσπονδία Πενακούκ έκλεισε ειρήνη με πλήρη παράδοση τον Αύγουστο, και η Ομοσπονδία των Γουαμπανάκων συνήψε ειρήνη τον Νοέμβριο.

         63. Εξέγερση στην Βιρτζίνια.  Ενώ αυτά συνέβαιναν στην χώρα Πενακούκ, τα πράγματα δεν ήσαν ήρεμα στον Νότο. Οι νότιες φυλές πήραν θάρρος από το παράδειγμα των Πενακούκων και εισέβαλαν στους οικισμούς της Βιρτζίνιας ενωρίς την άνοιξη του 1767. Αυτή η περιοχή ήταν το πεδίο νέων "ιδιοκτητών φυτειών", που ο καθένας τους έπρεπε να λάβει μεγάλες εκτάσεις γης, όπου να μπορεί να κυβερνά την αποικία του, αποτελούμενη από δούλους και μισθωμένους υπηρέτες. Εθεωρείτο ακόμη αναγκαίο να συνεχίσει να επεκτείνεται προς δυσμάς ώστε να εμποδίζονται οι δραπέτες δούλοι και υπηρέτες να εγκαθίστανται δυτικά των φυτειών.

        Ομως, στην Βιρτζίνια, η όποια προσπάθεια οργανώσεως ενόπλων δυνάμεων χωρίς την άμεση εποπτεία των αρχών από την Τζαίημσταουν εθεωρείτο εξέγερση, και έτσι ακριβώς αντιμετωπίσθηκε όταν οι μεθοριακοί ιδοκτήτες φυτειών, καταληψίες οι ίδιοι στο έδαφος της Ποτταβοτόμης, οργάνωσαν δική τους πολιτοφυλακή για να πολεμήσουν εναντίον των φυλών. Ετσι οι ιδιοκτήτες φυτειών, με κάποιον Ναθαναήλ Μπαίηκον επί κεφαλής, προήλασαν δυτικά να πολεμήσουν τις φυλές, ενώ πίσω τους ακολουθούσε μια άλλη στρατιωτική δύναμη, που κυνηγούσε τον στρατό των γαιοκτημόνων ως επαναστάτες.

        Το γεγονός πως ο κυβερνήτης είχε κηρύξει επαναστάτες μια τόσο αξιοσέβαστη ομάδα προσήλκυσε στην καλούμενη επαναστατική πλευρά αρκετά στοιχεία που είχαν κάποια διαφωνία με το κυβερνών καθεστώς, έστω και χωρίς συμφέρον ή συμπάθεια προς την επιχείρηση των ιδιοκτητών. Οι μισθωμένοι υπηρέτες, τους οποίους οι πουριτανοί αιχμάλωτοι είχαν προσπαθήσει να οργανώσουν σε εξέγερση προ δεκατριών ετών, άρχιζαν να εμφανίζουν ξανά ένα πνεύμα εξεγέρσεως. Οι γαιοκτήμονες των παραλιακών κτημάτων, που εκπροσωπούντο σε μια "Βουλήν των Αστών," συμβουλευτικό όργανο του κυβερνήτη χωρίς κανένα σχεδόν νομοθετικό ρόλο, ήσαν δυσαρεστημένοι με τον κυβερνήτη που κρατούσε την Βουλή σε συνεχή λειτουργία επί τόσο πολύ χρόνο ώστε να καταντά όργανο δικό του μάλλον παρά των εκλογέων τους. Οι γαιοκτήμονες αυτοί προσπαθούσαν επίσης να αποκεφαλίσουν τον απειλούμενο ξεσηκωμό των μισθωμένων υπηρετών αναλαμβάνοντας οι ίδιοι την εξέγερση, ώστε να προωθήσουν τα αιτήματά τους για μια νέα Βουλή των Αστών, με δική της νομοθετική εξουσία. Ο κυβερνήτης αναγκάσθηκε να υποχωρήσει στο αίτημα νέας εκλογής, για να αποτρέψει τον κίνδυνο ξεσηκωμού των μισθωμένων υπηρετών. Ο Μπαίηκον εξελέγη μέλος της νέας Βουλής των Αστών, η οποία προχώρησε αμέσως την λήψη αποφάσεων που κατέλυαν όλες τις επίσημες πράξεις του Κυβερνήτη Μπέρκλεϋ, και παραχωρούσαν στον Μπαίηκον μια επιτροπή για την καταπολέμηση των ερυθροδέρμων. Ο κυβερνήτης προέβαλε βέτο για όλα, και ο ανταγωνισμός φούντωσε πολύ γρήγορα. Αλλά οι δυνάμεις των μισθωμένων υπηρετών και άλλοι επίδοξοι επαναστάτες, καίτοι καθοδηγούμενοι από τους κάλπικους επαναστάτες της Βουλής, λειτουργούσαν ως μόνιμη απειλή για τον κυβερνήτη, και η Βουλή των Αστών οι αυτόκλητοι ηγέτες που πρόδωσαν την αληθινή εξέγερση του λαού κατέκτησαν τελικά την επίσημη αναγνώριση όταν, το Σάββατο 4 Ιουλίου 1676, ο Κυβερνήτης Μπέρκλεϋ υπέγραψε μια πράξη αμνηστίας για όλους εκέινους που είχε καταγγείλει ως επαναστάτες.

        Στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο και τόσο περί υποχωρήσεως όσο έμοιαζε, ήταν όμως η πρώτη αναγνώριση αντιπροσωπευτικής κυβερνήσεως στον Νότο, αν και κυρίως αντιπροσώπευε τους ιδιοκτήτες φυτειών. Και ήταν ένα συμβάν που δικαίως τα επαναστατικά στοιχεία στην Βιρτζίνια εόρταζαν επί εκατό χρόνια ακόμη, τιμώντας τακτικά την επέτειο 4η Ιουλίου ως ημέρα μνήμης της εξεγέρσεως. Εκατό μόλις χρόνια αργότερα, η επέτειος αυτή συγχωνεύθηκε με μια επέτειο σημαντικότερη για την Αμερική ολόκληρη. Ομως, ενώ η σημερινή Αμερική στην Τετάρτη Ιουλίου της εορτάζει κάποιο άλλο συμβάν, το τιμώμενο σήμερα έγγραφο ετεροχρονίσθηκε σκοπίμως στις 4 Ιουλίου, ώστε να έχει στην Βιρτζίνια το γόητρο της Ημέρας της Αμνηστίας των εξεγερμένων. Οπότε η πραγματική αιτία εορτασμού της 4ης Ιουλίου στην Αμερική είναι ακόμη και τώρα η αμνηστία της Βιρτζίνιας.

        Οσο μικρή κι αν ήταν, πάντως, αυτή η υποχώρηση, ο Μπέρκλεϋ δεν εκράτησε ούτε και σε αυτό τον λόγο του. Δεν είχε καλά καλά ξεκινήσει ο Μπαίηκον να πολεμήσει τους ερυθροδέρμους, και ο Μπέρκλεϋ επιχείρησε ξανά να μαζέψει στρατό γιά να κυνηγήσει τους "αντάρτες." Ενας αριθμός Αστών, με επί κεφαλής τον Ντράμμοντ, τέως κυβερνήτη της Βόρειας Καρολίνας, προσέφυγε στον βασιλέα κατά του Μπέρκλεϋ, συγκεντρώνοντας εν τω μεταξύ στρατό για την άμυνα έναντι του κυβερνήτη. Πολλοί διαφωνούντες, μισθωμένοι υπηρέτες και άλλοι, έσπευσαν με χαρά να καταταγούν, χωρίς να νοιάζονται για την ηγεσία ή τα αποτελέσματα, εφ' όσον τους δινόταν η ευκαιρία να πολεμήσουν κατά της διοικήσεως, και χωρίς να σταθούν να λογαριάσουν ότι στην πραγματικότητα πολεμούσαν υπέρ των φυσικών εχθρών τους.

        Ο Κυβερνήτης Μπέρκλεϋ, φοβιτσιάρης όπως οι περισσότεροι παλληκαράδες, δραπέτευσε στην Χερσόννησο Ακκομάκη (καλούμενη σήμερα Ντελ-Μαρ-Βα), όπου η Βιρτζίνια είχε κάποιον χάρτη διεκδικήσεως για μια περιοχή. Ο Ντράμμοντ ερμήνευσε την φυγή του Μπέρκλεϋ ως παραίτηση, και οργάνωσε μια προσωρινή αποικιακή κυβέρνηση στο Ουίλλιαμσμπουργκ, κοντά στην Τζαίημσταουν. Στο μεταξύ, ο Μπέρκλεϋ είχε συνάξει ένα νέο στράτευμα στην Χερσόννησο Ακκομάκη, και επέστρεψε μαζύ του για να πολεμήσει τους αντάρτες, μόλις έμαθε πως η "προσφυγή" του Ντράμμοντ στον βασιλέα είχε αποτύχει. Ο Μπαίηκον, έχοντας μόλις τελειώσει μιαν εκστρατεία κατά των ερυθροδέρμων, έστρεψε να αντιμετωπίσει τον Μπέρκλεϋ, του οποίου ο στρατός είχε τώρα αδυνατίσει από τις λιποταξίες. Το προπύργιο του κυβερνήτη, η Τζαίημσταουν, είχε καταληφθεί και πυρποληθεί, και παρέμεινε ερείπιο έκτοτε, καθώς δεν επιχειρήθηκε ποτέ η ανοικοδόμηση αυτού του αρχικού οικισμού της Βιρτζίνιας.

        Ομως, ακριβώς τώρα, ο Μπαίηκον προσεβλήθη από ένα μοιραίο πυρετό. Η εξέγερση, παρά το μεγάλο ρεύμα της, ως έργο ενός ανδρός, κατέρρευσε μόλις ο ένας άνδρας εξέλιπε. Η στρατειά του Μπέρκλεϋ μπόρεσε εύκολα να ανασυνταχθεί και να νικήσει τους αντάρτες, και ο Μπέρκλεϋ ξαναπήρε στα χέρια του τον έλεγχο της Βιρτζίνιας. Ο Ντράμμοντ και πολλοί από τους άλλους επαναστάτες πέρασαν στρατοδικείο και εκτελέσθηκαν με συνοπτική διαδικασία, ενώ ο ίδιος ο Μπέρκλεϋ παρέλαβε την κατασχεθείσα περιουσία τους για προσωπικό του όφελος. Αυτή η τελευταία πράξη της κατασχέσεως όμως, αποδείχθηκε πολύ ακραία ακόμη και για τον άγγλο βασιλέα, και ο Μπέρκλεϋ ανακλήθηκε δυσμενώς. Αλλά ούτε και η βασιλική διαταγή ήταν αρκετή να κάνει τον Μπέρκλεϋ να παραδώσει τον έλεγχο της Βιρτζίνιας, μέχρι να ενισχυθεί από κάποια συμπληρωματικά μέτρα εξαναγκασμού. Και όταν, επί τέλους, ο Μπέρκλεϋ πήρε πόδι από την Βιρτζίνια, ολόκληρη η αποικία το γιόρτασε.

 

Κεντρική Σελίδα    Περιεχόμενα    Επόμενο