Κεντρική Σελίδα των Αρχείων      Περιεχόμενα      Επόμενο Κεφάλαιο

ΟΙ ΦΥΛΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

W. J. Sidis

Μετάφραση: Γεωργία Ερατώ Τριανταφυλλίδη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVI

ΔΙΑΠΟΙΚΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

        80. Η Ειρήνη του 1697.  Ο "Πφάλτσκριγκ" (Πόλεμος του Παλατινάτου) συνεχιζόταν αμφίρροπος μάλλον επί μακρόν στην Ευρώπη, ενώ ο Πόλεμος της Κοιλάδας Χούντσον στην Αμερική προχωρούσε με πιο επιπόλαιο τρόπο χωρίς καμμία από τις πλευρές να κάνει δραστηριοποιείται περισσότερο. Τελικά, το 1697, οι βασιλείς στην Ευρώπη αποφάσισαν να κλείσουν ειρήνη. Οσο για την Αμερική όμως, οι ευρωπαίοι ηγέτες δεν ήσαν ικανοί ούτε να εξαναγκάσουν την εξακολούθηση του πολέμου, ούτε να κάνουν αποτελεσματική μιαν ειρήνη, αφού οι κόκκινες φυλές, τις οποίες οι ευρωπαίοι ηγέτες προτιμούσαν να θεωρούν υπηκόους τους, παρέμεναν ανεξάρτητες, και δεν έλεγαν να συμφωνήσουν αναγκαστικά με τους όρους μιας ειρήνης, που είχε κλειστεί για λογαριασμό τους, και χωρίς την γνώμη τους.

         Καθώς ο πόλεμος δεν είχε κριθεί οριστικά, με μοναδικό αποτέλεσμα, στην Αμερική, να μη έχει μπορέσει καμμία από τις πλευρές να προβεί σε οποιεσδήποτε κατακτήσεις, ήταν επόμενο η ειρήνη να επικυρώνει το "στάτους κβο," αφήνοντας τα πράγματα ως είχαν πριν από τον πόλεμο. Η Ειρήνη του 1697, εν τούτοις, αντιπροσώπευε την αμοιβαία αναγνώριση από τους γάλλους και τους άγγλους των δικαιωμάτων τους στις αντίστοιχες αποικίες τους, δικαιωμάτων που δεν θα μπορούσε να έχουν αναγνωρισθεί πριν. Κατά κάποιον τρόπο το 1697 σηματοδοτεί την πρώτη διανομή της Αμερικής μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Οι διάφορες αποικίες είχαν εγκατασταθεί από πριν, διεκδικώντας απεριόριστα δικαιώματα επί εδάφους που τελούσε ακόμη υπό τον έλεγχο των ερυθροδέρμων, οι αποικίες όμως των ευρωπαϊκών δυνάμεων όχι μόνο δεν αναγνώριζαν την ύπαρξη και τα δίκαια των ερυθροδέρμων εθνών, παρά δεν αναγνώριζαν κάν οι μεν τις δε, θεωρούμενες αμοιβαίως παρείσακτες, με τον ίδιο τρόπο που θεωρούσαν τον ερυθρόδερμο παράνομο στην ίδια του την χώρα.

         Δια της Ειρήνης του 1697, η Γαλλία αναγνώρισε τις αγγλικές διεκδικήσεις επί της ακτής του Ατλαντικού μέχρι και την κορυφογαμμή των Αππαλαχίων Ορέων, και νότια μέχρι τον Ποταμό Κεννεμπέκ. Επίσης αναγνωρίζετο η Ομοσπονδία των Ιρόκων ("τα Πέντε Εθνη") ως τελούσα υπό αγγλική προστασία. Η Αγγλία, εις αντίκρυσμα, αναγνώριζε την Γαλλία ως δικαιούχο των κοιλάδων του Αγ. Λαυρεντίου και του Μισσισσιππή, και της Ακαδικής χερσοννήσου. Ετσι η Βόρεια Αμερική διεμελίσθη μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, προτού καμμιά από τις δύο να κατέχει περισσότερο από ένα μικρό κομμάτι εδάφους.

         Ενα πράγμα όμως ήταν η σύναψη μιας συνθήκης στην Ευρώπη, και άλλο η επιβολή της στην Αμερική. Τόσο οι άγγλοι όσο και οι γάλλοι είχαν σύρει τα έθνη των ερυθροδέρμων στον πόλεμο, και οι συμμαχίες αυτές δεν ήταν και τόσο εύκολο να ανακληθούν. Το 1698, μια γενική σύναξη των φυλών, από τον Ατλαντικό ώς τον Μισσισσιππή, συγκροτήθηκε στο Μοντρεάλ, όπου παροτρύνθησαν να σταματήσουν τον πόλεμο. Αλλά, καθώς τίποτε δεν είχε ρυθμισθεί, ήταν αναμενόμενο η ειρήνη να μη μπορέσει να διαρκέσει. Οι Ιρόκοι, που είχαν μπει στον πόλεμο ίσα ίσα για να βοηθήσουν την Αγγλία, έκλεισαν πρόθυμα ειρήνη. Αλλα έθνη όμως, των Πενακούκων περιλαμβανομένων, ήσαν περισσότερο απρόθυμα να καταλήξουν σε μια ρύθμιση που έμοιαζε να τους αφαιρεί την επικράτειά τους και να τους καθιστά υπηκόους των ευρωπαίων εισβολέων. Εν τούτοις, δεν μπορούσε να γίνει τίποτε άλλο εκτός από τη σύναψη ειρήνης και την αναμονή κάποιας ευκαιρίας, αφού δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν μόνοι μια καθολική ευρωπαϊκή συμφωνία. Ομως πραγματική ειρήνη δεν μπόρεσε να υλοποιηθεί. Ο ανταγωνισμός μεταξύ καναδών στρατοκόπων και "Βαστονέζων" πραματευτάδων συνεχιζόταν σε ολόκληρη την περιοχή του Κεννεμπέκ. Και οι αμερικανικές αποικίες δεν φάνηκε ποτέ να αναγνωρίζουν τις ειρηνευτικές ρυθμίσεις, ιδιαίτερα η Βιρτζίνια, που διεκδικούσε ακόμη ολόκληρη την ενδοχώρα. Η ειρήνη μπόρεσε να γίνει άμεσα στην Ευρώπη, αποδείχθηκε όμως πολύ πιο δύσκολη η δέσμευση της Αμερικής σε αυτήν.

         81. Λουιζιάνα.  Προτού αρχίσουν οι διαποικιακοί πόλεμοι, ο Βασιλεύς Λουδοβίκος ΙΔ' της Γαλλίας είχε αποθαρρύνει την εξερεύνηση της ενδοχώρας, αισθανόμενος ότι ο Καναδάς ήταν όλο κι όλο το αμερικανικό έδαφος που μπορούσε να διαχειρισθεί η Γαλλία. Η γαλλική πολιτική εν προκειμένω αντεστράφη μετά τον Πόλεμο της Κοιλάδας Χούντσον, οπότε έγιναν απόπειρες αποικισμού της Κοιλάδας του Μισσισσιππή, και συνδέσεώς του δια μιας επικοινωνιακής αλύσου με τον Καναδά. Μια αλυσίδα φρουρίων οικοδομήθηκε κατά μήκος της δι' ύδατος επικοινωνιακής γραμμής, ή μάλλον προσετέθησαν περισσότερα φρούρια στην αλυσίδα που είχε ήδη εγκαινιασθεί. Η κοινότητα της "Λουιδοβικίας" εγκαινιάσθηκε κανονικά, καθώς μια καραβιά γάλλων εποίκων κατέπλευσε στην ακτή κοντά στην εκβολή του Μισσισσιππή το 1699, και κυρίευσε την πόλη των ερυθροδέρμων Μπιλόξι, καθιστώντας την επιτελείο της νέας γαλλικής αποικίας της Λουιζιάνας. Ενας χάρτης για μιαν εταιρεία διαχειρίσεως της αποικίας είχε παραχωρηθεί σε κάποιον γάλλο τραπεζίτη, σύντομα όμως εγκαταλείφθηκε, για να αντικατασταθεί από ένα νέο χάρτη, που παραχωρήθηκε από την Γαλλία σε ένα σκωτσέζο, τον Ιωάννη Λώου, συγκροτώντας την "Εταιρεία του Μισσισσιππή." Ο Ιωάννης Λώου πωλούσε μετοχές αυτής της εταιρείας στους γάλλους σε συνεχώς αυξανόμενες τιμές, μέχρι που η όλη δομή κατέρρευσε, και η εταιρεία διαλύθηκε χωρίς ποτέ να λειτουργήσει, αφήνοντας πολύν κόσμο στην Γαλλία χωρίς τα χρήματά του, και με άχρηστα χαρτιά ανά χείρας. Πολλοί από τους ανθρώπους αυτούς, μη έχοντας πιθανότητες να κερδίσουν την ζωή τους στην Γαλλία μετά τις επιπτώσεις της οικονομικής αυτής καταρρεύσεως, βρήκαν την ευκαιρία να μεταναστεύσουν στην χώρα, της οποίας μετοχές είχαν αγοράσει.

         Η αποικία της Λουιζιάνας ξεκίνησε οικειοποιούμενη δικαιώματα επί μιας σημαντικής εκτάσεως της Ακτής του Κόλπου και στις δυο πλευρές του Μισσισιππή, ερχόμενη σε σύγκρουση με ισπανικές διεκδικήσεις. Επιχειρήθησαν εποικισμοί στο Τέξας, που όμως απέτυχαν, αλλά ο ισχυρισμός ότι το Τέξας έγινε εξ αυτού μέρος της Λουιζιάνας διατηρήθηκε στα χαρτιά επί μακρόν. Προς ανατολάς επίσης, η νέα αποικία προσέβαλε την ισπανική αποικία της Φλορίδας, πολιορκώντας μάλιστα επιτυχώς την πόλη της Μωβίλλα το 1702, την οποία οι γάλλοι κατέλαβαν ως Μομπίλ, και την κατέστησαν καινούργια πρωτεύουσά τους. Οι ισπανοί τότε εγκατέστησαν αμέσως ένα νέο προκεχωρημένο φυλάκιο κοντά στην Μομπίλ, στην Πενσακόλα.

         Η εγκαθίδρυση μιας γαλλικής κοινότητας ονόματι Φρούριο Ροζαλία επί νατσέζικης επικράτειας στάθηκε το έναυσμα για ένα νέο ξέσπασμα μεταξύ γάλλων και Νατσέζων, καθώς παράλληλα η απόπειρα επιβολής του διαμελισμού της Βόρειας Αμερικής προκαλούσε φασαρίες από κάθε μέρος. Τα γεγονότα αυτά έμελλε σύντομα να οδηγήσουν σε μια ανανέωση του πολέμου.

         Στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών, οι άνω λίμνες συνιστούσαν το κλειδί της επικοινωνίας μεταξύ Καναδά και Λουιζιάνας. Το κύριο πέρασμα ανάμεσα στα δυο υδάτινα συστήματα επιλέχθηκε τώρα ως η τοποθεσία για ένα γαλλικό φρούριο, στο Τσεκάγκου. Και επισημάνθηκε ότι τα Στενά μεταξύ της Λίμνης Ηρης και της Λίμνης Χουρόν αποτελούσαν ένα σημαντικό κλειδί στην γραμμή επικοινωνίας, κι έτσι κανονίστηκε να οχυρωθούν. Πρώτα επιχειρήθηκε να οχυρωθεί το άκρο των στενών στην Λίμνη Ηρη, στο νησί που οι γάλλοι ονόμαζαν [Λευκό Δάσος] Μπουά Μπλαν (παρεφθαρμένο σήμερα εις Μπομπ-Λο). Αλλά, εξ αιτίας της πολλαπλότητας των υδάτινων περασμάτων στο σημείο αυτό, δεν μπορούσε να οργανωθεί κατάλληλη άμυνα εκεί, και το εκστρατευτικό σώμα, υπό την ηγεσία του ιησουίτη Πατρός ντε λα Μοντ Καντιλλάκ, αποφάσισε να δοκιμάσει την έξοδο της Λίμνης Αγ. Κλαιρ, σε ένα σημείο ακριβώς κάτω από το νησί Βενσμπέζη (καλούμενο Ωραία Νήσος [Μπελλ Ιλ] από τους γάλλους), όπου ενώνεται ο δίαυλος των Στενών. Εδώ οικοδομήθηκε το γαλλικό φρούριο Ντετρουά, και γύρω του "η Πόλη του Ντετρουά" ( των Στενών). Αυτή ήταν η απαρχή της σημερινής πόλεως Ντητρόιτ, στα 1701, εν όψει της αναλήψεως των διαποικιακών πολέμων.

         82. Οι αγγλικές Αποικίες μετά τον Διαμερισμό.  Παρ' ότι στο Μαίην υπήρχαν ακόμη κάποιες σποραδικές μάχες μεταξύ Γιάνκηδων και γάλλων, και παρά το γεγονός πως η Νότιος Καρολίνα είχε με την Φλόριδα παρόμοιες φασαρίες, επικρατούσε πάντως πλέον κάποια σχετική ειρήνη στην ατλαντική ακτή, όπου ήσαν οι αγγλικοί οικισμοί. Ο Βασιλεύς Γουλλιέλμος ετοιμαζόταν να επιβάλει ένα νέο δεσποτικό σύστημα επ' αυτών των αποικιών, προφανώς επειδή αισθανόταν ότι δεν μπορούσε να το κάνει στην Αγγλία. Οι παληές Πράξεις Ναυσιπλοΐας, που υπήρξαν ανέκαθεν το μήλο της Εριδος μεταξύ Αγγλίας και Αμερικής, και εξ αιτίας των οποίων η Μασσαχουσέτη απώλεσε τον αρχικό χάρτη της, ενισχύθησαν, έτσι που ακόμη και η υλοτομία ή η πώληση μάλλινων αγαθών απαγορεύθηκε, και έγινε σχεδόν αδύνατη η απόκτηση ειδών ρουχισμού στις αγγλικές αποικίες της Αμερικής, που αναγκάσθηκαν να υιοθετήσουν ένα σύστημα κατασκευής ρουχισμού κατ' οίκον. Ομοίως απαγορεύθηκε η εξόρυξη σιδήρου, επειδή θα μπορούσε να ανταγωνισθεί την σιδηρουργία της Αγγλίας. Εφ' όσον τα αμερικανικά δικαστήρια ενόρκων ήσαν απρόθυμα να βοηθήσουν την επιβολή αυτών των νόμων, το καθήκον ανατέθηκε στα Ναυτοδικεία στην Αγγλία, τα οποία καμμιά φορά συναινούσαν να δικάζουν στην Αμερική, όπου όμως συνήθως επέμεναν να σύρουν τον όποιο κατηγορούμενο να δικαστεί στην Αγγλία.

         Υπήρξε μια νέα έξαρση προς την κατεύθυνση της παιδείας, ιδίως στην Νέαν Αγγλία, όπου η καταναγκαστική καθαίρεση της Πουριτανικής Εκκλησίας είχε ευεργετικά αποτελέσματα, κατά το ότι απλευθέρωσε μεγάλο μέρος της ατομικής δραστηριότητας που έως τότε δεσμευόταν υπό τον περιφερειακό έλεγχο. Η ιδέα της μαζικής εκπαιδεύσεως κυριαρχούσε, και το 1701 το Κοννέκτικατ οργάνωσε το Πανεπιστήμιο Γαίηλ στο Νιού Χαίηβεν, συγκροτημένο από αποφοίτους του Κολλεγίου του Χάρβαρντ, και κυρίως ως αντίπαλο του Χάρβαρντ, όπως φαίνεται πως παραμένει ώς σήμερα.

         Η μαζική εκπαίδευση, ωστόσο, δεν ήταν το μοναδικό σχήμα που αναπτύχθηκε αυτή την περίοδο. Η διάδοση των ειδήσεων είχε επίσης αρχίσει, ενώ μια απόπειρα εγκαινιάσεως ενός ειδησιογραφικού δελτίου είχε κατασταλεί το 1688 από τον Κυβερνήτη Ανδρος. Το 1704, αναδιοργανώθηκε, και ξεκίνησε ως το Δελτίο Ειδήσεων της Βοστώνης, ένα μικρό δελτίο που έδινε τα σπουδαιότερα δημόσια νέα χωρίς σχόλια ή έκφραση γνώμης. Αυτή ήταν η αρχική μορφή με την οποία ξεκίνησε ο αμερικανικός τύπος, και ήταν η νόμιμη μορφή διαδόσεως των ειδήσεων, η ελευθερία δράσεως της οποίας θα μπορούσε κανονικά να αποτελεί ένα από τα ζητήματα του αγώνος για την λαϊκή ελευθερία. Σε πλήρη αντίθεση προς τον σημερινό τύπο, που προσπαθεί να επωφελείται από διάφορα προνόμια, προκειμένου να υπαγορεύει γνώμες στον λαό, και για τον οποίο η ελευθερία μπορεί μόνο να σημαίνει την άδεια να ασκεί μιαν ιδιωτική βασιλεία του τρόμου. Η ελευθερία του τύπου, στην αρχική μορφή της, ήταν, πάντως, κεντρικό ζήτημα κατά την περίοδο του Ανδρος, και πολύ σωστά. Και η πρώτη ειδησιογραφική έκδοση της Αμερικής αντιπροσωπεύει μια κάποια παραχώρηση, που κέρδισε από τους άγγλους ηγεμόνες ο λαός της Νέας Αγγλίας

        Στον Νότο, ιδιαίτερα στην Βιρτζίνια, ο διαμερισμός του 1697 ήταν εντελώς αμελητέα υπόθεση. Η αναιτίως ραγδαία εδαφική εξάπλωση της Βιρτζίνιας έμελλε να έρθει σε σύγκρουση με την γαλλική διεκδίκηση της Κοιλάδας του Μισσισσιππή, και, φυσικά, ένα τόσο ασήμαντο πραγματάκι όπως μια συνθήκη δεν θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο.

        Η καθυπόταξη του αγροτικού πληθυσμού της Νέας Αγγλίας προχωρούσε με πολύ γρήγορους ρυθμούς, αν και οι παραδόσεις τους ως ελεύθερου αυτοκυβερνώμενου λαού που ρύθμιζε ο ίδιος τις υποθέσεις του δεν μπορούσαν να εξαλειφθούν τόσο εύκολα. Υπήρξε, εν τούτοις, εξωτερική υποταγή, κυρίως εξ αιτίας του φόβου για επιθέσεις από τους γάλλους ή τους ερυθρούς συμμάχους των. Ο λαός όμως ήταν πάντα έτοιμος να επαναστατήσει. Ο πειθήνιος Πουριτανός είναι ένας συνδυασμός που δεν βρέθηκε ποτέ.

        Ο Βασιλεύς Γουλλιέλμος σχεδίαζε να φέρει ολόκληρη την Αμερική σε εξάρτηση από το πρόσωπό του, και, έχοντας αυτό κατά νουν, έπαιρνε μέτρα για να καταστήσει όλες τις αποικίες βασιλικές, αν και ο Πενν ήταν σε θέση να εμποδίσει την αφαίρεση της Πεννσυλβανίας από τα χέρια του. Η Μαίρυλαντ, το Νέο Χαμπσάιρ, και οι Καρολίνες πάρθηκαν από τα χέρια των ιδιοκτητών τους, ενώ η ιδιοκτησία των Κάρταρετ τερματίσθηκε στην Νέα Ιερσέη. Στο Κοννέκτικατ και την Ρόουντ Αϊλαντ επιτρεπόταν ακόμη να διατηρούν τις βάσει χάρτου κυβερνήσεις τους, αλλά ο βασιλεύς ετοιμαζόταν να αναθεωρήσει αυτούς τους χάρτες, ώστε να καταστήσει εαυτόν απόλυτον άρχοντα και εκεί επίσης. Ενα σύστημα βαθμιαίας περικοπής των πολιτικών δικαιωμάτων στην Αμερική βρισκόταν υπό επεξεργασία, ο βασιλεύς όμως δεν έλαβε ποτέ τον χρόνο να το υλοποιήσει.

        Το 1702, με τον θάνατο του βασιλέως Γουλλιέλμου και την άνοδο στον αγγλικό θρόνο της κόρης του Αννας, όλα αυτά τα σχήματα για μια καλοσχεδιασμένη καταστολή εγκαταλείφθησαν, και η Αμερική επλήγη αντίθετα από μια σειρά τελείως διεφθαρμένων βασιλικών κυβερνητών. Η Νέα Υόρκη ιδιαίτερα, που εθεωρείτο η προσωπική περιουσία του Στέμματος, έλαβε ως κυβερνήτη τον Λόρδο Κόρνμπουρυ, εξάδελφο της βασίλισσας, ο οποίος μετέφερε ένα υπέρογκο ποσό δημοσίων πόρων στα θυλάκιά του, και είπε στην συνέλευση, εις απάντηση των διστακτικών αντιρρήσεών τους, πως είχαν μόνον εκείνα τα δικαιώματα, όσα επέλεγε να τους παραχωρεί η βασίλισσα! Μια ισχυρή οργάνωση πολιτικής καταληστεύσεως σχηματίσθηκε στην Νέα Υόρκη για να βοηθήσει τον κυβερνήτη να φέρει σε πέρας το έργο του―στρατολογημένη ευρέως από τους ομοίους βοηθούς των ολλανδών κυβερνητών και των διαδόχων τους―η οποία λειτούργησε με την μια ή την άλλη μορφή μέχρι τους καιρούς μας, και η διαφθορά με την οποία περιέβαλε την Νέα Υόρκη θεωρείται τοπικά ως απολύτως αναγκαίο και απαραίτητο παρακολούθημα της κυβερνήσεως. Καθώς οι νεοϋρκέζοι, αντιθέτως προς τον πουριτανικό πληθυσμό της Νέας Αγγλίας, είναι υπάκουοι, και τρέφουν αξιοσημείωτο δέος έναντι της εξουσίας, καμμιά διαμαρτυρία δεν έγινε μετά την περιφρονητική απάντηση του Κόρνμπουρυ.

        Η βασίλισσα Αννα ενδιαφερόταν μεγάλως για την προαγωγή του δουλεμπορίου, και το επέβαλε σε όλα τα μέρη της αγγλικής επικρατείας στην Αμερική. Η Νέα Υόρκη έγινε ειδικό κέντρο της επιχειρηματικής αυτής δραστηριότητας, και, στις αρχές του δεκάτου ογδόου αιώνα υπήρξαν αρκετοί ξεσηκωμοί των δούλων στην Νέα Υόρκη, γιατί καθώς φαίνεται αυτοί είχαν περισσότερο θάρρος από τους πολίτες.

        83. Ο Ακαδικός Πόλεμος.  Οπως είδαμε, η κατάσταη των εχθροπραξιών μεταξύ των άγγλων και των ερυθρών συμμάχων τους, που άρχισε με τον Πόλεμο της Κοιλάδας Χούντσον, δεν τελείωσε πραγματικά όταν υπογράφηκε ειρήνη στην ευρώπη. Συγκρούσεις διεξήγοντο συνεχώς σε μικρή κλίμακα, ενώ το Μαίην, ως επικράτεια των Γουαμπανάκων, μη υπαγόμενο στην πραγματική κατοχή ούτε των άγγλων ούτε των γάλλων, ήταν πεδίο μάχης μεταξύ καναδών και "Βαστωνέζων." Αν και η Ομοσπονδία Πενακούκ είχε αποσυρθεί από τις μάχές το 1698, πολλοί άνθρωποι από τις φυλές των Πενακούκων επηρεάσθηκαν από τον γάλλο ιησουίτη ιεραπόστολο Πατέρα Ράσλες, που τους έπεισε ότι τα φυλετικά συμβούλια είχαν υπερβεί την εξουσία τους, δίνοντας την γη των φυλών στους εγγλέζους. Αυτή η προπαγάνδα έπιασε τόπο τότε, και οι Γουαμπανάκες, μαζύ με ένα αριθμό ατόμων από τις φυλές των Πενακούκων που ενώθησαν με αυτούς, συνέχιζαν τις αψιμαχίες που η Γαλλία είχε επισήμως σταματήσει.

         Η κατάσταση αυτή ήταν, ασφαλώς, μοιραίο να οδηγήσει στην επανάληψη των εχθροπραξιών μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας, και, το 1702, λίγο μετά την ενθρόνιση της Αννας, ο πόλεμος επανελήφθη επισήμως. Η επίσημη διαιολογία στην Ευρώπη (της οποίας οι διπλωμάτες αισθάνοντο προφανώς υποχρεωμένοι να αγνοούν όσο περισσότερο γινόταν την Αμερική) ήταν κάποια διαφωνία περί της διαδοχής του ισπανικού θρόνου, εξ ού και ο Ακαδικός Πόλεμος της Αμερικής (άλλως γνωστότερος ως Πόλεμος της Βασιλίσσης Αννας) έγινε, για την Ευρώπη, ο Πόλεμος της Ισπανικής Διαδοχής. Καθώς ο ισπανός εν ενεργεία βασιλεύς υποστηριζόταν από την Γαλλία, τούτο σήμαινε ότι η Ισπανία εμπλέκετο ως σύμμαχος της Γαλλίας, παρά τις γαλλικές διεισδύσεις στην Φλορίδα.

         Με την κήρυξη του πολέμου, επαναλήφθηκε η παληά συμπαράταξη. Οι Ιρόκοι πήγαν με την Αγγλία, όπως έκαναν ανέκαθεν τακτικά βάσει της συμμαχικής συνθήκης του 1634 (την οποία οι Ιρόκοι θεωρούσαν ακόμη ισχυρή). Οι Ομοσπονδία Πενακούκ χρειάστηκε κάποια προσπάθεια να πεισθεί για να επαναλάβει τον πόλεμο κατά των γιάνκηδων της Νέας Αγγλίας, οι οποίοι αργά αλλά σταθερά τους εξωθούσαν από την χώρα τους. Η γαλλική φρουρά στο Φρούριο Ροζαλία προέβαλλε πρόσθετες απαιτήσεις έναντι των Νατσέζων, και ο πόλεμος αναζωπυρώθηκε εκεί.

         Η είσοδος της Ισπανίας στον πόλεμο κατέληξε με την επίθεση της Φλόριδας, με την βοήθεια πολλών ερυθροδέρμων γειτόνων της, που δεν έτρεφαν καμμία φιλία για την αγγλική "πολιτική αρπαγής της γης," κατά της Νότιας Καρολίνας. Ακολούθησε αντεπίθεση, εξ αιτίας της οποίας οι ισπανικοί οικισμοί στον Κόλπο της Αππαλάχης κυριεύθησαν, και προσαρτήθησαν, για ένα διάστημα, στην Νότια Καρολίνα. Αλλά στον βορρά, κατά της Γαλλίας, η ζυγαριά ήταν πιο σταθερή, μέχρι το 1709, οπότε η Ομοσπονδία Πενακούκ ξεκίνησε τις δικές της ξεχωριστές διαπραγματεύσεις, αφού οι ερυθρόδερμοι αδυνατούσαν να κατανοήσουν την διαιώνιση των πολέμων των λευκών.

         Οι Πενακούκοι κάθε άλλο παρά είχαν ηττηθεί, και, στην πράξη, είχαν επιτυχώς καταστρέψει πολλές πόλεις των γιάνκηδων στην πορεία του πολέμου αυτού. Η διατήρηση όμως μιας εχθρικής στάσεως επ' αόριστον δεν ήταν του τύπου τους, και η Ομοσπονδία δεν ήταν ακόμη έτοιμη να συνεχίσει, μόνο και μόνο επειδή το επιθυμούσαν οι γάλλοι. Λέγεται ότι κορύφωση του ζητήματος αυτού στάθηκε το γεγονός ότι ο Σκουαντό (ο Μπασάμπας των Πενακούκων) έχασε το νεαρό υιό του Μενεβή, πράγμα που τον επηρέασε όσο η αντίστοιχη απώλεια είχε επηρεάσει ένα άλλον Μπασάμπα, τον Μετακόμη, καθιστώντας τον ανήμπορο να συνεχίσει την μάχη. Μετά από επτά χρόνια άκαρπου πολέμου, οι φυλές των Πενακούκων πείσθηκαν εύκολα να ζητήσουν ειρήνη από τους άγγλους, και ο Σκουαντό συνάντησε τον Γουώλντρον, κυβερνήτη του Νέου Χαμπσάιρ, στην Πισκατάκουα, στο Μαίην, στην άλλη όχθη του ποταμού, απέναντι από το Πόρτσμουθ. Οι Πενακούκοι προσέφεραν ειρήνη, χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα για τους όρους.

"Γουώλντρον της Πισκατάκουα,
Σου μιλάει ο Σκουαντό .

"Πάρε τους αιχμάλωτούς του,
κι άφησε ήσυχη τη γή."

- Γουίττιερ

        Αυτή η ειρήνη, "η ανακωχή της Πισκατάκουας," όπως αποκλήθηκε, απέβη η κρίσιμη καμπή του πολέμου, δίνοντας την νίκη στην Αγγλία, και κατέληξε ολέθρια για τις φυλές των Πενακούκων. Αρχικά δεν αφαιρέθηκε κανένα τμήμα της επικρατείας των Πενακούκων, αν και αντιμετωπίσθησαν ως υπήκοοι, καθώς οι άγγλοι νομίζοντας ότι οι φυλές εκλιπαρούσαν για την ειρήνη. Ο Σκουαντό επιχείρησε, κανονίζοντας τα της ειρήνης, να του επιτραπεί να υιοθετήσει ένα κοριτσάκι που είχε διαλέξει από τους αιχμαλώτους, για να αναπληρώσει το χαμένο παιδί του, αλλά ατύχησε, και το παιδί υιοθετήθηκε από τον Γουώλντρον. Ο Μπασάμπας όμως παρέμεινε σε επαφή μαζύ της, και το κορίτσι μεγάλωσε μυημένο στις φυλετικές αρχές, ενώ, αργότερα, είχε μεγάλη ανάμιξη στην υποκίνηση της επαναστάσεως στην Αγγλία.

        Μετά την "ανακωχή" αυτή, εκστρατευτικές επιχειρήσεις από την Νέαν Αγγλία κυρίευσαν το Πόρ Πουαγιάλ [Βασιλικό Λιμένα], στην γαλλική επαρχία της Ακαδίας. Αυτή η κοινότητα είχε κυριευθεί στον Πόλεμο της Κοιλάδας Χούντσον, αλλά είχε επιστραφεί με την ειρηνευτική συνθήκη. Με την ανακατάληψή του, το ακαδικό λιμάνι ονομάσθηκε προς τιμήν της αγγλίδας βασίλισσας Αννάπολις. Η υπόλοιπη χερσόννησος Κουώντυ κατελήφθη σύντομα από τους εγγλέζους, και ο παληός "χάρτης" του Ιακώβου Α' για την περιοχή αυτή αναβίωσε, καταλήγοντας στην ένταξη της χερσοννήσου μέσα στην επαρχία της Νέας Σκωτίας.

        Ο αγγλικός στρατός που αποδεσμεύθηκε από την Αμερική δια της ανακωχής με την Ομοσπονδία Πενακούκ, έδωσε επίσης την δυνατότητα στην Αγγλία να επιτεθεί στην Ισπανία μέσα στο έδαφός της, και να πολιορκήσει το Γιβραλτάρ, που κυριεύθηκε από τους άγγλους πριν τελειώσει ο πόλεμος. Ενα εκστρατευτικό σώμα επρόκειτο επίσης να συναχθεί για να μπει στον Ποταμό του Αγ. Λαυρεντίου, και να επιτεθεί στο Κεμπέκ. Και μπορεί να είχε υλοποιηθεί, εάν η οργάνωση είχε αφεθεί στους αμερικανούς. Αλλά οι άγγλοι αξιωματικοί, που εστάλησαν με σκοπό να ηγηθούν μιας τόσο σημαντικής ομάδας επιλέκτων, χασομερούσαν και καθυστερούσαν στην Βοστώνη, ώσπου οι γάλλοι βρήκαν τον χρόνο να μάθουν το σχέδιο, οπότε ήταν πολύ αργά για να γίνει ο,τιδήποτε. Οι άγγλοι αξιωματικοί προφανώς ήσαν του είδους που προτιμούσε να μείνει και να απολαύσει τα θέλγητρα της μεγαλουπόλεως, παρά να διακινδυνεύσουν την ζωή τους. Η εκστρατεία ξεκίνησε επί τέλους, αλλά απέτυχε πλήρως.

        Οταν τελείωσε ο πόλεμος, το 1714, η Αγγλία κράτησε την Ακαδική χερσόνησο (Νέα Σκωτία) αλλά επέστρεψε την Νήσο του Ακρωτηρίου Βρετόν με το πολύτιμο φρούριο του Λούισμπουργκ, που φυλάσσει την είσοδο στον Αγ. Λαυρέντιο. Σε αντάλλαγμα για το Λούισμπουργκ, η Γαλλία έδωσε στην Αγγλία την πόλη του Μαδράς στην Ινδία, προσφέροντας έτσι στην Αγγλία ένα πρώτο πάτημα εκεί. Το Γιβραλτάρ αναγνωρίσθηκε επίσης ως αγγλικό, και τα σύνορα της Καρολίνας (θεωρουμένης ακόμη ως μίας επαρχίας, αν και με δυο ξεχωριστές συμφωνίες) επεκτάθησαν μέχρι τον Ποταμό Σαβαννά. Η Γαλλία επίσης παραχώρησε στην Αγγλία ολόκληρη την λεκάνη του Κόλπου του Χούντσον προς χρήσιν της Εταιρείας του Κόλπου Χούντσον, η οποία είχε τα φρούρια και τους εμπορικούς σταθμούς της μέσα στην περιοχή από αρκετόν καιρό. Το κομμάτι αυτό ονομάσθηκε "Χώρα του Πρίγκηπος Ρούπερτ." Η ίδια η Γαλλία αναγνωρίσθηκε ως κάτοχος όλης της κοιλάδας του Μισσισσιππή, καθώς και ολόκληρης της περιοχής των Μεγάλων Λιμνών (εκτός από την ιροκέζικη περιφέρεια νοτίως της Λίμνης Οντάριο και της Κοιλάδας του Αγ. Λαυρεντίου). Το αγγλικό Μαίην επεκτάθηκε μέχρι τον Ποταμό Σαιντ Κρουά [Αγ. Σταυρό], καθιστώντας το μεγαλύτερο τμήμα της επικρατείας των Γουαμπανάκων θεωρητικά αγγλικό (αν και η πραγματική κατοχή του ήταν εντελώς άλλο ζήτημα). Αλλά η Γαλλία αναγνωριζόταν ακόμη ως δικαιούχος όλης της χώρας πίσω από την οροσειρά των Αππαλαχίων.

        Η αγγλική νίκη σε αυτόν τον πόλεμο αποδίδεται συνήθως στην ένωση Αγγλίας και Σκωτίας το 1707, αλλά, αφού η Σκωτία ήταν, για κάθε πρακτικό στρατιωτικό σκοπό, ενωμένη με την Αγγλία επί ένα και πλέον αιώνα, η πολιτική ένωση δεν θα είχε και τίποτε σπουδαίο να προσθέσει. Η πραγματική κρίσιμη καμπή στον πόλεμο υπήρξε η ανακωχή που προσέφερε η Ομοσπονδία Πενακούκ, και με τρόπο που απέβη ολέθριος για τις φυλές των Ερυθροδέρμων εν γένει. Η ανακωχή που παρεσχέθη στην Πισκατάκουα έμοιαζε σαν ζήτημα "ειρήνης πάση θυσία."

         84. Πόλεμοι Εναντίον των Φυλών.  Η ειρήνη του 1714 διήρκεσε αρκετά, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν ακόμη αμφισβητήσεις και από τις δύο πλευρές. Εν τούτοις, το χαρακτηριστικό αυτής της "ειρήνης" ήταν ότι και οι δύο πλευρές δραστηριοποιούντο στην προσπάθεια να καθυποτάξουν ή να καταστρέψουν τους ερυθροδέρμους λαούς μέσα στις αντίστοιχες περιοχές τους η κάθε μια. Η διαδικασία αυτή άρχισε το 1713, πριν την υπογραφή της ειρήνης, όταν η Βόρεια Καρολίνα άρχισε να επιθεωρεί την χώρα των Τουσκαρόρων, στις παρυφές των Αππαλαχίων, για να την μοιράσει μεταξύ των μελών μιας ομάδας που μόλις είχαν φθάσει από την άλλη άκρη του ωκεανού. Η μοιρασιά αυτή κατέληξε σε ένα δριμύ πόλεμο μεταξύ της Βόρειας Καρολίνας και των Τουσκαρόρων, ως αποτέλεσμα του οποίου οι Τουσκαρόρας εκδιώχθησαν από τις ορεινές γαίες τους, και μετανάστευσαν βορείως στην Ιροκέζικη Ομοσπονδία, που τους δέχθηκε ως έκτο έθνος της Ομοσπονδίας, βάσει κοινής γλώσσας και κοινής καταγωγής.

        Οι άγγλοι ανέλαβαν επίσης την υποδούλωση της περιοχής των Γουαμπανάκων (Μαίην), όπου ο Πατήρ Ράσλες, ο ιησουίτης ιεραπόστολος, κέρδισε μεγαλύτερη παρά ποτέ υποστήριξη ενθαρρύνοντας την αντίσταση από μέρους των φυλών. Πολλές πόλεις των Γουαμπανάκων καταστράφησαν από τους άγγλους, και οι κάτοικοί τους εσφαγιάσθησαν, μετά την σύναψη της "ειρήνης." Τελικά, το 1724, το Νόρριτζγουωκ πυρπολήθηκε και όλοι οι ερυθρόδερμοι, μαζύ με τον Πατέρα Ράσλες, δολοφονήθησαν. Αυτό ήταν το τέλος της ισχύος της Ομοσπονδίας των Γουαμπανάκων. Η Ομοσπονδία Πενακούκ επλήγη επίσης κάπως από αυτές τις επιδρομές, αν και όχι στην ίδια έκταση με τους Γουαμπανάκες. Αυτό στάθηκε το αποτέλεσμα της επιθυμίας των φυλών των Πενακούκων να κλείσουν πρόωρα ειρήνη με τους εγγλέζους.

        Οι γάλλοι ήσαν εξ ίσου δραστήριοι στο δικό τους βασίλειο. Πολλοί νέοι οικισμοί εγκαταστάθησαν, σημαντικότερος από τους οποίους ήταν η πόλη της Νέας Ορλεάνης, κοντά στις εκβολές του Μισσισσιππή, που έγινε η νέα πρωτεύουσα της γαλλικής επαρχίας της Λουιζιάνας. Το κύριο εμπόδιο στον γαλλικό έλεγχο του Μισσισσιππή ήταν το έθνος των Νατσέζων, το οποίο έλαβε ξαφνικά ένα τελεσίγραφο να παραδώσει την πρωτεύουσά του για καλλιεργητικά εδάφη του διοικητή της γαλλικής φρουράς. Η διαταγή αυτή κατέληξε σε πόλεμο μεταξύ των γάλλων και των νατσέζων το 1729. Οι νατσέζοι