Κεντρική Σελίδα των Αρχείων      Περιεχόμενα     Επόμενο Κεφάλαιο

ΟΙ ΦΥΛΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

W. J. Sidis

Μετάφραση: Γεωργία Ερατώ Τριανταφυλλίδη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIX

ΠΡΟΚΛΗΣΗ

         104β. Το Κονγκρέσσο του Νόμου της Σφραγίδος.  Η προσπάθεια της Αγγλίας να αναγκάσει την Αμερική να πληρώσει για τον πόλεμο κατέληξε σε μια σειρά φορολογικών μέτρων, όπως είδαμε ήδη, που δυσαρεστούσαν ιδιαίτερα τους κύκλους των "λαθρεμπόρων," ενώ υπήρχε η αίσθηση ότι η Αμερική εφορολογείτο προκειμένου να δοθεί στην Αγγλία η δυνατότητα να καταστείλει καλύτερα την λαϊκή κυβέρνηση. Ακόμη, ο περιορισμός της μεταποιήσεως αποδείχθηκε δύσκολο καθήκον για τις βρεταννικές αρχές στην Αμερική, αφού το χαρτί, ο ρουχισμός, και πολλά άλλα είδη κατσκευάζοντο στην Νέαν Αγγλία, παρ' όλες τις βρεταννικές προσπάθειες καταστολής αυτού του είδους της δραστηριότητας.

         Το 1765, το βρεταννικό Κοινοβούλιο συνέλαβε ένα σχέδιο επιβολής της φορολογίας παράλληλα με την καταστολή ορισμένων αμερικανικών μεταποιητικών δραστηριοτήτων. Ο καλούμενος Νόμος της Σφραγίδος απαιτούσε όλες οι εφημερίδες, διαφημίσεις, νομικά έγγραφα, διαθήκες, και πολλά άλλα είδη εγγράφων να γίνονται επί ειδικού ενσφραγίστου χάρτου. Πρόθεση ήταν η γενική φορολόγηση της Αμερικής, ενώ παράλληλα θα αποτελούσε πλήγμα κατά της παράνομης χαρτοποιΐας που δρούσε στην Αμερική. Εάν είχε πλήρως επιβληθεί, χιλιάδες αμερικανοί θα είχαν μείνει χωρίς απασχόληση, και ως αποτέλεσμα τα πάντα στην Αμερική θα επλήττοντο.

         Εκτεταμένη αντίθεση προκλήθηκε σε όλες τις αμερικανικές αποικίες από τον νόμο αυτόν, η οποία όμως ήταν κυρίως μια αποκρυστάλλωση του ανταγωνισμού κατά της Αγγλίας, που αυξάνετο ως αποτέλεσμα άλλων αιτίων. Για την Ενωση των Οκαμακαμμεσσέτων στην Μασσαχουσέττη, η συγκεκριμένη περίσταση της φορολογίας δεν είχε και μεγάλη σημασία, αφού σκοπός της ήταν η δημιουργία μιας οργανώσεως παρόμοιας με το φυλετικό σύστημα, όπου η διοίκηση ήταν υπόθεση αυτάρκης, και δεν απαιτούσε καμμιά συνδρομή για να λειτουργεί. Ομως η συνδυασμένη προβολή της αγγλικής εξουσίας με την επιβολή των αγγλικών αγαθών που αυτή συνεπέφερε, ανάγκαζε τις φυλές να πάρουν θέση, όχι μαζύ με εκείνους που διαμαρτύροντο κατά του Νόμου της Σφραγίδος, παρά προκειμένου να κατευθύνουν αυτήν τη διαμαρτυρία, ώστε να βοηθήσουν τα μυστικά εργοστάσια και τους αγρότες, και να οδηγήσουν την υπόθεση σε κρίση. Οι Υιοί της Ελευθερίας, συνεπώς, ήσαν έτοιμοι να βοηθήσουν σε όποιες διαδηλώσεις επί του θέματος, και, ενώ αυτά γίνονταν στην Μασσαχουσέττη, οι Ενώσεις των Υιών της Ελευθερίας σε άλλα μέρη ακολουθούσαν από κοντά. Οταν το ενσφράγιστο χαρτί εστάλη στην Βοστώνη, οι Υιοί της Ελευθερίας, για να διατηρήσουν το μποϋκοτάρισμα των βρεταννικών αγαθών, άρπαξαν και έκαψαν το χαρτί. Σε άλλα λιμάνια, οι Υιοί της Ελευθερίας ξεκίνησαν διαδηλώσεις, αλλά χωρίς να προχωρήσουν περισσότερο.

         Τον Οκτώβριο του 1765, αντιπρόσωποι από τα διάφορα αποικιακά νομοθετικά σώματα συναντήθησαν στην Νέα Υόρκη για να συντάξουν ένα υπόμνημα προς το βρεταννικό κοινοβούλιο για την ανάκληση του Νόμου της Σφραγίδος. Αυτό έγινε γνωστό ως το Κονγκρέσσο του Νόμου της Σφραγίδος, και υπήρξε πολύ πιο εφήμερο ακόμη και από τα παροδικά Κονγκρέσσα του 1690 και του 1754, αφού σε αυτήν την περίπτωση οι αντιπρόσωποι συνήλθαν για την σύνταξη ενός και μόνο εγγράφου, και το Κονγκρέσσο διαλύθηκε μόλις συνετελέσθη το έργο αυτό.

         Το Κονγκρέσσο αυτό δεν είχε πρόθεση να προκαλέσει ή να επαναστατήσει, αποτελούσε μάλλον μια ομάδα πιστών υπηκόων που ζητούσαν έλεος από τους αφέντες τους. Εν τούτοις, ήταν αισθητή σε συτό η επίδραση των οργανώσεων των "Υιών της Ελευθερίας," και η αντιπροσωπεία της Μασσαχουσέττης κατάφερε να καταστήσει το ζήτημα του Νόμου της Σφραγίδος το θεωρητικό πλαίσιο για τα ατομικά και αποικιακά δικαιώματα, πράγμα που δείχνει πως το θέμα των εργοστασίων και της γης της αποικίας αυτής, και οι ιδέες των ατομικών δικαιωμάτων που αυτό γεννούσε, είχαν επηρεάσει την αντιπροσωπεία. Το υπόμνημα στην τελική μορφή του, όπως εστάλη στην Αγγλία, ζητούσε την ανάκληση του Νόμου της Σφραγίδος, αλλά περιελάμβανε επίσης και δηλώσεις των ιδεών της Νέας Αγγλίας περί πολιτικών και αποικιακών δικαιωμάτων, που σημτοδοτούσαν την προέλευσή τους. Οσο για τα ατομικά δικαιώματα, οι διεκδικήσεις ήσαν ουσιαστικά ό,τι είχε διεκδικήσει η Μασσαχουσέττη κατά τις διαμάχες περί των χαρτών στα τέλη του δεκάτου εβδόμου αιώνα, και ό,τι οι Πουριτανοί είχαν διδαχθεί από την Ομοσπονδία Πενακούκ. Παρ' ότι η φορολογία δεν εθεωρείτο σπουδαίο πρόβλημα από τους Οκαμακαμμεσσέτους, η Φυλή κατάφερε να εισαγάγει στο Κονγκρέσσο του Νόμου της Σφραγίδος ένα σύνθημα που έθετε το ζήτημα ευθέως επάνω στην βάση των δημοκρατικών ιδεωδών των λαών των Πενακούκων, "Οχι φορολογία χωρίς αντιπροσώπευση," με την θεωρία ότι οι αποικίες στην Αμερική μπορούσε μόνον να φορολογούνται από τα δικά τους νομοθετικά σώματα, και όχι από το βρεταννικό κοινοβούλιο, στο οποίο η Αμερική δεν αντιπροσωπευόταν. Κατ' επέκταση, αυτή η δήλωση χρησιμοποιήθηκε και για άλλα κανονιστικά ζητήματα, αμφισβητώντας έτσι τον έλεγχο της Αμερικής από μέρους της Αγγλίας. Το σύνθημα αυτό έμελλε να γίνει η φράση κλειδί στις επόμενες προστριβές για το θέμα της φορολογίας μεταξύ Αγγλίας και Αμερικής.

         Αν και το ζήτημα των φόρων δεν έδειχνε να αρκεί από μόνο του για να οδηγήσει σε εξέγερση, πρόσφερε κάποια στήριξη στις τάσεις εξεγέρσεως που υπήρχαν τόσο στην Νέαν Αγγλία όσο και στον Νότο. Η θεωρία που εξέφραζε το υπόμνημα του Κονγκρέσσου―αποκλειστικά νεοεγγλέζικη, και χρονολογούμενη από τα προηγούμενα προβλήματα της Μασσαχουσέττης σχετικά με τον χάρτη της επί Καρόλου Β―ότι οι αποικιακοί χάρτες νομιμοποιούσαν τις αμερικανικές επαρχίες να αυτοκυβρνώνται ανεξαρτήτως επεμβάσεων της Αγγλίας, ήταν ένα πρότυπο προς το οποίο μπορούσαν να ευθυγραμμίζονται οι επαναστατικές τάσεις οιασδήποτε χροιάς. Και η επιτυχία της επιρροής των Οκαμακαμεσσέττων να πείσει το Κονγκρέσσο του Νόμου της Σφραγίδος ώστε να υποστηρίξει αυτή την θεωρία, ήταν ένα ακόμη βήμα που έσπρωξε τους ειρηνικώς διαμαρτυρομένους κατά της φορολογίας να σφίξουν το χέρι των επαναστατών. Η ίδια επιρροή κατέγραψε, για πρώτη φορά, ως επίσημη διακήρυξη ενός λαού, μια διακήρυξη των πολιτικών και αντιπροσωπευτικών δικαιωμάτων.

         Το σύνθημα "όχι φορολογία χωρίς αντιπροσώπευση" συνέβη να "λακτίσει προς κέντρα" στην Αγγλία, αφού έθεσε αμέσως το ζήτημα των νεοφανών βιομηχανικών πόλεων όπως το Μάντσεστερ, για τις οποίες δεν είχε προβλεφθεί κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση. Ετσι η ίδια η υπόθεση δημιούργησε διχόνοια επί του Αμερικανικού ζητήματος στην Αγγλία, αν και το Κοινοβούλιο ως σύνολο επέμενε στην εξουσία του επί της Αμερικής, και αντιμετώπιζε την πρόκληση της θεωρίας της Μασσαχουσέττης για τους αποικιακούς χάρτες τραβώντας το αντίθετο άκρο, συγκεκριμένα, πως όλοι οι αποικιακοί χάρτες ήσαν άκυροι, αφού οι νομοθετικές εξουσίες του Κοινοβουλίου επί της Βρεταννικής Αυτοκρατορίας δεν μπορούσαν να εκχωρηθούν σε άλλα σώματα, όπως τα νομοθετικά σώματα των αποικιών. Πως οι αμερικανικές αποικίες δεν είχαν στην πραγματικότητα κανένα δικαίωμα αυτοκυβερνήσεως, και πως όλοι οι αποικιακοί νόμοι, που δεν είχαν κυρωθεί στο Λονδίνο, ήσαν ατελείς και ανίσχυροι. Επρόκειτο προφανώς για πάλη μέχρις εσχάτων μεταξύ αμερικανικών νομοθετικών σωμάτων και Βρεταννικού Κοινοβουλίου για το πάνω χέρι―αλλά, ώς τώρα, η πάλη ήταν μόνο στα χαρτιά, και περιοριζόταν, από αμερικανικής πλευράς, από το γεγονός ότι η αμερικανική επίκληση των χαρτών ήταν στην πραγματικότητα επίκληση της βασιλικής εξουσίας σε αντιπαράθεση με την κοινοβουλευτική, και συνιστούσε μια δήλωση υποταγής της Αμερικής στο βρεταννικό στέμμα, αλλά όχι και στο κοινοβούλιο, το οποίο δεν είχε λόγο, όταν παραχωρούντο οι χάρτες.

         Το Κονγκρέσσο αυτό, όντας προσωρινός οργανισμός, δεν ετόνισε περισσότερο την ανάγκη ή την σκοπιμότητα της συνομοσπονδίας στις αποικίες, έθεσε όμως το θεμέλιο για μελλοντικές προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση. Χρησίμευσε επίσης στην χάραξη μιας διαχωριστικής γραμμής μεταξύ των νομοθετικών σωμάτων, των εκλεγμένων από τους αμερικανούς, και των κυβερνητών και δικαστών, που είχαν σταλεί από την Αγγλία (πλην των περιπτώσεων του Κοννέκτικατ και της Ρόουντ Αϊλαντ, όπου ακόμη και αυτοί εκλέγοντο επί τόπου).

         Το υπόμνημα του ειδικού Κονγκρέσσου απορρίφθηκε, και ο Νόμος της Σφραγίδος εφαρμόσθηκε - στα χαρτιά. Αλλά το μποϋκοτάρισμα των βρεταννικών εισαγωγών υπήρξε, στις περισσότερες αποικίες, πολύ αποτελεσματικώτερο, και ο Νόμος της Σφραγίδος αγνοήθηκε παντελώς από τις περισσότερες αμερικανικές αποικίες. Είναι αλήθεια, ότι λίγοι νομιμόφρονες υπήκουσαν με την θέλησή τους στον νόμο, ενώ η πόλη της Νέας Υόρκης, απ' όπου ένα κονγκρέσσο αποτελούμενο κυρίως από ξένους είχε εκδώσει την διακήρυξη των δικαιωμάτων, ήταν πρόθυμη να υποβάλει αίτηση ανακλήσεως προς τις βρεταννικές αρχές, αλλά, ως επί το πολύ, δεν ήθελε να ακολουθήσει μέχρι του σημείου να συμμετάσχει σε μια γενική αμφισβήτηση της καθιερωμένης εξουσίας, αν και μερικοί από τους Υιούς της Ελευθερίας επεχείρησαν να διαδηλώσουν υπέρ του μποϋκοταρίσματος, επιτυγχάνοντας να τις φάνε από τον λαό της πόλεως.

         Στο μεγαλύτερο μέρος, εν τούτοις, της Αμερικής, η επιβολή του νόμου αυτού απέβη ουσιαστικά αδύνατη. Ως τρόπος προσπορίσεως εισοδήματος για την Αγγλία απέτυχε πλήρως, γιατί το κόστος επιβολής του ήταν δεκαπλάσιο από το εισπραχθέν εισόδημα. Πολλές εφημερίδες, αντί να τυπώνονται στο ενσφράγιστο χαρτί που απαιτούσε ο νόμος, εμφανίσθησαν τυπωμένες σε αμερικανικό χαρτί, που έφερε νεκροκεφαλή και διασταυρούμενα οστά, στο σημείο που έπρεπε να φαίνεται η σφραγίδα.

         Κάποια μείωση στο ποσό του φόρου της σφραγίδος επιχειρήθηκε αργότερα, απέτυχε όμως ως μέσον συνδιαλλαγής. Η απάντηση ήλθε από την Βοστώνη, ότι δεν ήταν θέμα "ειρήνης παρά αρχής," απάντηση χαρακτηριστική του Γιάνκη, για τον οποίον η αρχή ήταν ανέκαθεν, όπως και οι αρχές του Πενακούκου που κατοικούσε στην χώρα πριν από αυτόν, ζήτημα πρώτιστης και θεμελιώδους σημασίας.

         Την ίδια περίπου εποχή, το παληό επαναστατικό έμβλημα του Πεύκου της Μασσσαχουσέττης, που με την σειρά του ήταν το έμβλημα των φυλών των Πενακούκων, αποτυπώνοντας τα πευκοδάση της Νέας Αγγλίας και τον τύπο της έμφυτης ελευθερίας τους, ετέθη σε χρήση με τροποποιημένη μορφή ως σύμβολο διαμαρτυρίας κατά της αυθαίρετης εξουσίας. Το Πεύκο παρέμενε το έμβλημα των επαναστατών της Μασσαχουσέττης, ιδίως των οπαδών των Οκαμακαμμεσσέτων, ενώ εκείνοι που προτιμούσαν τις πιο συγκεντρωτικές μορφές διαμαρτυρίας, που ενεθάρρυναν οι Υιοί της Ελευθερίας στις αποικίες στο σύνολό τους, χρησιμοποιούσαν το σύμβολο με την παραλλαγμένη μορφή ενός ψηλού κονταριού―το Πεύκο χωρίς τις βελόνες του. Αυτά τα "κοντάρια της ελευθερίας" έπαιξαν μεγάλο ρόλο στις επακόλουθες διαδηλώσεις κατά των διαφόρων εξουσιών στην Αμερική, και αργότερα υιοθετήθησαν ως επαναστατικό έμβλημα και σε άλλες χώρες.

         105. Εισβολή στην Βοστώνη.  Το 1767, μετά από δυο χρόνια μάταιης προσπάθειας εισπράξεως κάποιου εισοδήματος για την Μεγάλη Βρεταννία από τον φόρο της σφραγίδος, το Αγγλικό Κοινοβούλιο, αποφασισμένο ακόμη να κάνει την Αμερική να πληρώσει το κόατος του τελευταίου πολέμου, απέσυρε τον Νόμο της Σφραγίδος προκειμένου να αποφύγει την μεγάλη αφαίμαξη του θησαυρού της Αγγλίας, αλλά τον αντικατέστησε με την φορολόγηση ορισμένων εισαγωγών. Και, για να τιμωρήσει την Αμερική για την αντίστασή της, εξουσιοδότησε τις βρεταννικές στρατιωτικές αρχές να καταλαμβάνουν οποιοδήποτε μέρος των αμερικανικών αποικιών εις βάρος των αποίκων.

         Καθώς η Βοστώνη εθεωρείτο "φυτώριο εξεγέρσεως," εκεί ακριβώς επιβλήθηκε το στρατιωτικό μέρος του μέτρου, και, τον Δεκέμβριο του 1768, τέσσερις καραβιές στρατιωτών αποβιβάσθησαν στο Λονγκ Ραφ στην Βοστώνη, με ένα φορτίο εφοδίων και οπλισμού που έδωσε σε κάποιους από τους κατοίκους της πόλεως την ενύπωση πως θα αρκούσε για ολόκληρη πολιορκία.

         Οι νέοι φόροι, αντί να αποδώσουν εισπράξεις, αύξησαν τουναντίον το λαθρεμπόριο. Στην Βοστώνη, όπως και σε πολλά άλλα μέρη των αμερικανικών αποικιών, εισάγοντο είδη από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ολλανδία (ενώ απαγορευόταν να εισάγονται τέτοια εμπορεύματα παρεκτός μέσω της Αγγλίας), και το μποϋκοτάρισμα των βρεταννικών προϊόντων που τηρούσαν οι ενώσεις των Υιών της Ελευθερίας παρείχε ένα επί πλέον κίνητρο γι' αυτή την διαδικασία. Αυτήν την φορά, επλήγη η Νέα Υόρκη, καθώς οι εισαγωγές ήσαν η βασική επιχείρηση στην πόλη αυτή, και πολλοί επίδοξοι αντίπαλοι της φορολογίας μεταξύ των νεοϋρκέζων εμπόρων έσπευσαν να πλαισιώσουν τους Υιούς της Ελευθερίας, κατακλύζοντας αυτήν την οργάνωση, και στρέφοντας την πολιτική από το μποϋκοτάζ (το οποίο θα κατέστερφε τον εισαγωγικό τομέα) στις δοσοληψίες μόνον με μη φορολογήσιμα αγαθά. Οι υποστηρικτές του μποϋκοτάζ αποκλήθησαν "ριζοσπάστες," και κατηγορήθησαν ότι προσπαθούσαν να καταστρέψουν την αριστοκρατία στην Νέαν Υόρκη (ιεροσυλία κατά κάποιον τρόπο προφανώς), και να φέρουν την Νέα Υόρκη στην "ισοπεδωτική τάση της Νέας Αγγλίας." Οι Υιοί της Ελευθερίας έγιναν έτσι στην Νέα Υόρκη όργανο της αριστοκρατίας και των πλουσίων, από το οποίο τα επαναστατικά στοιχεία γρήγορα "εξοστρακίζοντο," παρ' όλα ταύτα.

         Εν τω μεταξύ, η στρατιωτική κατοχή της Βοστώνης, με τους βρεταννούς στρατιώτες να παρελαύνουν επιδεικτικά στους δρόμους και να επιτάσσουν τα σπίτια των κατοίκων που αναγκάζονταν να τους ταΐζουν, ξεσήκωνε την οργή μιας ήδη εξεγερμένης Νέας Αγγλίας. Οι συγκρούσεις κάθε λογής στους δρόμους, μεταξύ στρατιωτών και πολιτών, ήσαν συχνές στους δρόμους της Βοστώνης, ενώ ιδιαιτέρως οι εργάτες ήσαν τα θύματα απρόκλητων επιθέσεων από μέρους των στρατιωτών, καθώς ήσαν μονόμως ύποπτοι διασυνδέσεως με τα μυστικά εργοστάσια για τα οποία οι στρατιώτες εγνώριζαν μεν, αλλά δεν μπορούσαν ποτέ να τα βρουν. Το Κοινό της Βοστώνης, το μεγάλο πάρκο που υποτίθεται ότι αποτελούσε κοινή περιουσία των κατοίκων της πόλεως, χρησιμοποιήθηκε ως στρατιωτικό επιτελείο, ενώ ο βάλτος του Κοινού στην μεριά του ποταμού, χωρισμένος από το κύριο μέρος με μια γλώσσα γης, εχρησιμοποιείτο για συχνές επαναστατικές επιδρομές. Η αντιπαράθεση μεγάλωνε μέρα με την ημέρα. Αργά το απόγευμα της Δευτέρας, 5 Μαρτίου 1770, μια ομάδα εργατών επιστρέφοντας από την δουλειά περνούσαν από την πλατεία της Οδού Βασιλέως, όπου η τυραννία του Κυβερνήτη Ανδρος είχε ανατραπεί ογδονταένα περίπου χρόνια ενωρίτερα. Εκεί εδέχθησαν τις προκλήσεις μιας ομάδας στρατιωτών, που περιπολούσαν στο μέρος ζητώντας φασαρίες. Αρχισε ο καυγάς, και πολλοί συμπαθούντες ήλθαν εις βοήθεια των εργατών, γεμίζοντας την πλατεία με ένα ερεθισμένο πλήθος, σαν εκείνο που είχε κατακλύσει το ίδιο μέρος τότε που είχε καθαιρεθεί ο Ανδρος. Ξανά μια ομάδα τολμηρών βοστωνέζων βρισκόταν πρόσωπο με πρόσωπο απέναντι σε μια βρεταννική πολιτοφυλακή στο ίδο ακριβώς σημείο, αν και την φορά αυτή, όπως φαινόταν, για να μεσολαβήσει σε μια "φιλική διευθέτηση." Ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, οι στρατιώτες έβαλαν αδιακρίτως κατά του πλήθους, σκοτώνοντας έξι άνδρες και τραυματίζοντας άλλους τριάντα. Η ομάδα διαλύθηκε, αλλά η φλόγα της δυσαρέσκειας που άφησε το περιστατικό έμελλε να κρατήσει πολλά χρόνια. Κάθε χρόνο, στις 5 Μαρτίου, επέτειο της συμπλοκής, ετελούντο μυστικές επιμνημόσυνες λειτουργίες για τα θύματα αυτού που οι ομιλητές αποκαλούσαν "η Σφαγή της Βοστώνης." Αυτό το ετήσιο μνημόσυνο έδινε στα επαναστατικά στοιχεία, υπό την καθοδήγηση των Οκαμακαμμεσσέτων που θεωρούσαν εαυτούς πάντοτε σε πόλεμο με την Μεγάλη Βρεταννία, μια θαυμάσια ευκαιρία να διαδίδουν την αίσθηση πως αυτό θα παρέμενε μια ανεξίτηλη κηλίδα στην Μασσαχουσέττη μέχρι την απαλλαγή της Βοστώνης από την στρατιωτική κατοχή, κάτι που τελικά εκπληρώθηκε μια μαρτιάτικη ημέρα έξι χρόνια αργότερα.

         Οι στρατιώτες που συμμετείχαν στο επεισόδιο παρεπέμφθησαν σε μια παρωδία δίκης από τον Κυβερνήτη Χάτσινσον, και απηλλάγησαν με συνοπτική διαδικασία, αυξάνοντας, φυσικά, με αυτόν τον τρόπο το μένος του λαού εναντίον της διοικήσεως. Λέγεται, πάντως, πως ο Χάτσινσον, όταν αργότερα στον βίο του αντιμετώπιζε προβλήματα λαιμού, συνήθιζε να λέγει ότι τον έπνιγε το αίμα της Σφαγής της Βοστώνης.

         106. Ο Νότος Αψηφά την Διακήρυξη.  Εν τω μεταξύ, ο Νότος είχε δικούς του λόγους διαφορών με την βρεταννική εξουσία, εντελώς διφορετικούς από ό,τι κυριαρχούσε στην Νέαν Αγγλία. Οπως είδαμε, μια μικρή παρέα πολιτών της Βιρτζίνιας ήταν εκείνη που ξεκίνησε τον Μεγάλο Πόλεμο του Οχάιο, προκειμένου να πλουτίσουν οι ίδιοι με την περιοχή της ενδοχώρας, πίσω από τα βουνά, στην Κοιλάδα του Οχάιο. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες του Νότου, ιδίως της Βιρτζίνιας, εξαπλούντο τόσο ταχύτερα απ' όσο απαιτούσε ο πληθυσμός, ώστε έφθασαν να αρπάξουν εδάφη στην Κοιλάδα του Οχάιο, για τα οποία χρειάσθηκε τότε να πολεμήσουν με την Γαλλία. Ο πόλεμος τελείωσε, με νίκη της Αγγλίας, και η Γαλλία εκδιώχθηκε όλως δι' όλου από την βορειοαμερικανική ήπειρο. Αλλά η διακήρυξη της βασιλικής ειρήνης του 1763 ξεχώριζε κάποια εδάφη πίσω από τα βουνά για τις φυλές των ερυθροδέρμων, πράγμα που εξόργισε τους αριστοκράτες και τους καταπατητές γης του νότου, οι οποίοι πάντως έσπευσαν να ιδιοποιηθούν την περιοχή, αψηφώντας την διακήρυξη. Ακόμη και τα πιο φτωχά στοιχεία των νοτίων επαρχιών, αναζητώντας καταφύγιο να γλυτώσουν από την αριστοκρατία, προσπαθούσαν να προχωρήσουν στην ενδοχώρα πριν από τους αριστοκράτες.

         Το 1768, μια ομάδα τέτοιων τυχοδιωκτών συγκεντρώθησαν στα βουνά της Βόρειας Καρολίνας, για να στήσουν τα σπίτια τους στην μυστική δυτική περιοχή πέρα από τις βουνοκορφές, όπου οι ερυθρόδερμοι των μεγάλων λόφων τοποθετούσαν τον "Μακάριο Κυνηγότοπο," ή Κέντα-Κη, όπου πηγαίνουν οι ψυχές των νεκρών. Αυτοί οι επίδοξοι έποικοι, τότε, ξεκίνησαν μέσα στα βουνά να βρουν την μυστηριώδη χώρα που ονόμασαν "Κεντάκυ," και τελικά βγήκαν στην περιοχή των λειβαδιών νοτίως του Ποταμού Οχάιο, όπου εγκαταστάθησαν αγνοώντας παντελώς τους Τσερόκους κατοίκους, που ήδη κατείχαν την τοποθεσία. Οι αρκετές πόλεις που σχηματίσθησαν έτσι πέρα από τα βουνά συγκροτήθησαν σε αποικιακή διοίκηση που ονομάθηκε Τρανσυλβανία (Πέρα από τα Δάση), η οποία, αν και αναγνώριζε πάντα την βρεταννική επικυριαρχία κατά κάποιον τρόπο, δεν έπαυε καθεαυτή να αποτελεί άμεση αμφισβήτηση της βρεταννικής εξουσίας, και ήταν κατ' ουσίαν, στην πράξη, ανεξάρτητη δημοκρατία, που πολεμούσε κατά των Τσερόκων, οι οποίοι ήσαν σύμμαχοι των βρεταννών.

         Μια παρόμοια εξόρμηση τον επόμενο χρόνο κατέληξε στην δημιουργία μιας ακόμη ομάδος κωμοπόλεων πέρα από τα βουνά, κοντά όμως στους πρόποδες των λόφων στην δυτική πλευρά, και για τούτο πολύ προς τα νοτιοανατολικά των οικισμών της Τρανσυλαβανίας. Οργανώθηκε γι' αυτές ένα σύστημα διοικήσεως, υπό το όνομα Βατάουγκα. Ετσι τα στοιχεία αυτά του πληθυσμού του νότου, επιχειρώντας να διαφύγουν προς δυσμάς από τους αριστοκράτες της Βιρτζίνιας και της Καρολίνας, ίδρυσαν ουσιατικά δύο ανεξάρτητες δημοκρατίες, των οποίων η κατάσταση ήταν ανάλογη προς εκείνη του Βέρμοντ προς βορράν, εκτός του ότι ήσαν περισσότερο εκτός νόμου από το Βέρμοντ, κατά το ότι οι βρεταννοί επέτρεψαν μεν επισήμως την εγκατάσταση στο Βέρμοντ, αλλά την απαγόρευαν στην Τρανσυλαβανία και την Βατάουγκα. Αυτές οι δύο λειψές δημοκρατίες υπήρξαν τα θεμέλια των σημερινών πολιτειών του Κεντάκυ και του Τεννεσσή.

         Η αριστοκρατία της Βιρτζίνιας, στο μεταξύ, δεν είχε πρόθεση να αφήσει ήσυχους ούτε αυτούς τους ανθρώπους πέρα απ' τα βουνά ούτε τα χώματα που καλλιεργούσαν, και βρήκαν πως ο παλαιός χάρτης της Βιρτζίνιας τους παραχωρούσε απεριορίστως έδαφος προς δυσμάς και βορειοδυτικά μέχρι τον Ειρηνικό Ωκεανό. Αυτό είχε γίνει όταν δεν είχαν δημιουργηθεί οικισμοί, και όταν οι βασιλείς χάριζαν ελεύθερα την ξένη επικράτεια. Το γεγονός, ότι έκτοτε η περιοχή πέρα από τα βουνά είχε παραδοθεί από την Αγγλία στην Γαλλία, προφανώς δεν σήμαινε τίποτε για τους "καταπατητές," των οποίων οι προηγούμενες πράξεις αρπαγής της επικρατείας από την Γαλλία και τις φυλές των ερυθροδέρμων είχε οδηγήσει στον πόλεμο. Εγινε, επομένως, κάθε προσπάθεια για την καταστολή των αυτοκυβερνουμένων διοικήσεων στην Τρανσυλβανία και την Βατάουγκα, και την υπαγωγή τους στην διακυβέρνηση της Βιρτζίνιας. Και αυτό όμως απαγορευόταν από την βασιλική διακήρυξη, πράγμα που σήμαινε ότι πίσω στην Βιρτζίνια, η αριστοκρατία ετοιμαζόταν να πολεμήσει την Αγγλία για την κατοχή και τον έλεγχο της περιοχής πίσω από τα βουνά. Τόσο η βρεταννική κυβέρνηση όσο και η αριστοκρατία της Βιρτζίνιας ήσαν σύμφωνες υπέρ της καταστολής των δυτικών κυβερνήσεων. Η Βρεταννία όμως επιθυμούσε να διαλύσει τους οικισμούς προκειμένου να ελευθερώσει τα εδάφη για τους Τσερόκους και τα άλλα ερυθρά έθνη στα οποία ανήκε πράγματι η χώρα, ενώ οι βιρτζινιώτες πάσχιζαν να καθυποτάξουν την Τρανσυλβανία και την Βατάουγκα.

         Τελικά αποδείχθηκε πως οι οικισμοί της Βατάουγκα ήσαν νοτίως της γραμμής που ανεφέρετο στον χάρτη της Βιρτζίνιας ως το νότιο όριο, πράγμα που σήμαινε πως η διεκδίκηση "βάσει του χάρτου" μεταφέρθηκε στην Βόρεια Καρολίνα, της οποίας οι γαιοκτήμονες επιθυμούσαν να υποτάξουν την Βατάουγκα το ίδιο όπως και εκείνοι της Βιρτζίνιας πριν από αυτούς. Σε δύο από τις νότιες αποικίες, λοιπόν, και συγκεκριμένα την Βιρτζίνια και την Βόρεια Καρολίνα, οι μεγαλογαιοκτήμονες ήσαν αποφασισμένοι να καθυποτάξουν τους δυτικούς πρωτοπόρους, και έτοιμοι να αψηφήσουν προς τούτο την βρεταννική εξουσία.

         Εν τω μεταξύ, ο Γεώργιος Ουάσινγκτων και η ομάδα των αριστοκρατών της Βιρτζίνιας που τον πλαισίωνε, των οποίων οι "καταπατητικές" ενέργειες είχαν ξεκινήσει τον Μεγάλο Πόλεμο του Οχάιο, προσπαθούσαν να κυριεύσουν ένα μέρος του εδάφους που η Αγγλία τους είχε απαγορεύσει να πάρουν. Καθώς οι προπολεμικές τους δραστηριότητες είχαν λάβει χώρα κυρίως στον άνω Οχάιο, εκεί ακριβώς η "Εταιρία Βανδάλια," όπως αυτοονομάζοντο πλέον (πιθανώς επειδή ήσαν όντως μια ομάδα βανδάλων), άρχισε να διαμοιράζει μεγάλες έγγειες ιδιοκτησίες στα μέλη της, κυριεύοντάς τες εν ονόματι της Επικυριαρχίας της Βιρτζίνιας. Η πράξη αυτή, βέβαια, τους κατέγραψε ως δράστες μιας απροκάλυπτης αυθαιρεσίας έναντι του Στέμματος.

         Θα ιδούμε ότι η αμφισβήτηση της βρεταννικής εξουσίας ήταν ευθέως αντίθετης φύσεως στον Νότο απ' ότι στην Νέαν Αγγλία. Η Βιρτζίνια και η Βόρεια Καρολίνα προέβαιναν σε πράξεις αμφισβητήσεως κυρίως για την υποστήριξη των αριστοκρατικών προνομίων, για χαρακτηριστικά επιθετικούς σκοπούς, για να καταστείλουν τις νέες λαϊκές κυβερνήσεις που αναδύοντο στα δυτικά, και για να μπορέσουν καλύτερα να υποδουλώσουν τον απλό λαό. Η Μασσαχουσέττη, αντίθετα, αψηφούσε συνεχώς την βρεταννική εξουσία για να υπερασπισθεί τους εργάτες και τους τεχνίτες, για να αντισταθεί στις καταχρήσεις της βρεταννικής αριστοκρατίας, για να υπερασπισθεί τον λαό από την υποδούλωση. Οι κύκλοι του λαθρεμπορίου, όμως, που δεν συμφωνούσαν ούτε με τις εργατικές ομάδες της Νέας Αγγλίας ούτε με την αριστοκρατία του Νότου, κατάφεραν να στηριχθούν και στις δύο κινήσεις προκειμένου να καλύπτουν τις λαθρεμπορικές τους επιχειρήσεις, και αποτέλεσαν ένα σύνδεσμο μεταξύ των δύο διαμετρικά αντίθετων επαναστατικών κινήσεων, που δεν είχαν στην πραγματικότητα τίποτε κοινό, εκτός από τον κοινον εχθρό.

         107. Οι Φιλελεύθεροι της Βιρτζίνιας.  Στο μεταξύ, ένας διαφορετικός κύκλος στην Βιρτζίνια εμφανιζόταν, για να συνδέσει τους αριστοκράτες επαναστάτες της Βιρτζίνιας με τους προλεταρίους της Νέας Αγγλίας. Μια ομάδα φιλελευθέρων, όπως ο Πάτρικ Χένρυ και ο Θωμάς Τζέφφερσον, θαυμαστές εν πολλοίς του βιβλίου του Ρουσώ "Κοινωνικό Συμβόλαιο," που είχε δημοσιευθεί στην γαλλική κατά τον πόλεμο, προωθούσαν θεωρίες περί ελευθερίας του ανθρώπου, αρκούντως αόριστες ώστε να χρησιμοποιούνται από τους αριστοκράτες της Βιρτζίνιας για να δικαιολογήσουν την έμπρακτη αμφισβήτηση από μέρους των, αλλά και καλά ταιριασμένες με τις ιδέες περί πολιτικών δικαιωμάτων, όπως τις προωθούσαν οι επαναστάτες της Μασσαχουσέττης. Αυτοί αποτελούσαν στοιχείο παραφωνίας στην Βιρτζίνια, ακόμη και μεταξύ των δυνάμεων της αμφισβητήσεως, γιατί οι θεωρίες εκείνες περί ελευθερίας δεν ήσαν κατάλληλες για την χρήση μιας ανώτερης τάξεως εξεγερμένης για περισσότερη εξουσία. Ησαν αντίθετοι προς την δουλεία, κάτι που, για τους αριστοκράτες της Βιρτζίνιας, ήταν η χειρότερη δυνατή μορφή αιρέσεως. Και αντιτίθεντο εν πολλοίς στην εξουσία της Αγγλικανικής Εκκλησίας, που ήταν η επίσημη εκκλησία στην Βιρτζίνια με την υποστήριξη της εκεί αριστοκρατίας.

         Οι αμφισβητίες αριστοκράτες της Βιρτζίνιας, εν τούτοις, ήσαν όλως πρόθυμοι να ιδούν την επίσημη εκκλησία χωρίς δικαίωμα λόγου στο ζήτημα του Κεντάκυ και των συναφών ζητημάτων σχετικά με την εξάπλωση της Βιρτζίνιας. Το πρόβλημα της φορολογίας ετέθη επίσης επί τάπητος, κι έτσι η Βιρτζίνια ψήφισε ένα νόμο που μείωνε τους μισθούς των ιερέων, τον οποίο η Αγγλία εκήρυξε άκυρο ως αντιτιθέμενο στην βασιλική εξουσ&#