Κεντρική Σελίδα των Αρχείων      Περιεχόμενα      Επόμενο Κεφάλαιο

ΟΙ ΦΥΛΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

W. J. Sidis

Μετάφραση: Γεωργία Ερατώ Τριανταφυλλίδη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXII

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ

        130. Ο Ηπειρωτικός Στρατός Μεταφέρεται στην Νέα Υόρκη Μετά την εκκένωση της Βοστώνης, η πόλη κατελήφθη από τον Ηπειρωτικό Στρατό, ο οποίος έθεσε τόσο την Βοστώνη όσο και την υπόλοιπη Μασσαχουσέττη, όχι υπό το καθεστώς της πολιτικής ανυπακοής που είχε ξεκινήσει τον αρχικό ξεσηκωμό του Μιντλέσεξ, παρά υπό το Επαρχιακό Κονγκρέσσο, που στην πραγματικότητα ήταν ένας τεθείς εκτός νόμου κλάδος της βρεταννικής διοικήσεως της Μασσαχουσέττης, και που περιλάμβανε τότε πράγματι βρεταννούς κυβερνητικούς κατασκόπους μεταξύ των μελών του. Ετσι η Μασσαχουσέττη τελούσε τώρα υπό ένα καθεστώς που δεν έτρεφε καμμία συμπάθεια για τις επιδιώξεις των ανδρών του λεπτού, που διατηρούσαν, ωστόσο, ακόμη τον έλεχγο της της τοπικής αυτοδιοικήσεως στην ενδοχώρα της Μασσαχουσέττης. Και, με την κατάληψη της Βοστώνης, ο λαθρεμπορικός κύκλος του λιμένα της Βοστώνης μπόρεσε να πάρει τον πλήρη έλεγχο του Ηπειρωτικού Κονγκρέσσου. Αυτή ήταν η αρχή μιας σαφούς αντεπαναστάσεως στην Μασσαχουσέττη, που έμελλε να ολοκληρωθεί λίγα χρόνια αργότερα. Τον κίνδυνο αυτόν διατρέχει πάντα όποια επανάσταση δέχεται στην καθοδήγησή της οποιοδήποτε τμήμα, όσο μικρό και ασήμαντο, του διοικητικού μηχανισμού του προηγουμένου καθεστώτος. Το πλεονέκτημα που διέθετε το καθεστώς της πολιτικής ανυπακοής στην πλήρη απουσία συνεχείας με την επίσημη αρχή, χάθηκε τώρα οριστικά. Και αυτό ακριβώς κυρίως το πλεονέκτημα ήταν εκείνο που είχε καταστήσει την Μασσαχουσέττη ικανή να ξεκινήσει την επαναστατική πορεία στην Αμερική.

        Αν και η Βοστώνη είχε εκκενωθεί την Κυριακή, 17 Μαρτίου 1776, ο βρεταννικός στόλος παρέμεινε στα ανοικτά της Ναντασκέτης, ακριβώς έξω από το λιμάνι, για κάποιο διάστημα ακόμη. Ο Ηπειρωτικός στρατός έπρεπε να καταλάβει τα νησιά του λιμένα της Βοστώνης, και κατόπιν να πολεμήσει με τον στόλο, προτού απαλλαγεί τελικά η Βοστώνη από την απειλή της πιθανής επιστροφής των "υπουργικών δυνάμεων," την Παρασκευή, 14 Ιουνίου.

        Στο μεταξύ, ο στρατός του Λόρδου Χόουι, με τους βοστωνέζους Τόρηδες, είχε αποπλεύσει για το Χάλιφαξ, όπου ο Λόρδος μπόρεσε να λάβει ενισχύσεις από τους πιστούς κατοίκους της νεο-αποικισμένης Νέας Σκωτίας, αφήνοντας τους Τόρηδες επιβάτες του να εγκατασταθούν εκεί. Πολλές σημερινές πόλεις της Νέας Σκωτίας χρονολογούν την ίδρυσή τους στα 1776, και αναφέρονται σε προγόνους που έφυγαν από την Βοστώνη για να γλυτώσουν από τους επαναστάτες του Κόλπου της Μασσαχουσέττης. Αλλοι πάλι επέστρεψαν στην Νέαν Αγγλία μετά την επανάσταση για να γίνουν πολίτες του νέου έθνους. Οι μοναρχικοί που πήραν το ρίσκο να μείνουν στην Βοστώνη φοβούντο τα μαζικά μέτρα εκδικήσεως από μέρους της κυρίαρχης Ηπειρωτικής δυνάμεως, και δη των ανδρών του λεπτού, αλλά τίποτε τέτοιο δεν συνέβη. Καμμιά βασιλεία του τρόμου δεν επιχειρήθηκε, ενώ ακόμη και πασίγνωστοι μοναρχικοί παρέμειναν ανενόχλητοι όσο συμπεριφέροντο ειρηνικά, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι από αυτούς, να ξεχάσουν, με το πέρασμα του χρόνου, τον ανταγωνισμό τους έναντι των επαναστατών, οι οποίοι έτσι έχασαν εχθρούς, εκεί που θα μπορούσαν να είχαν αποκτήσει πολλούς με μια πολιτική εκδικήσεως και τρομοκρατίας. Υπήρξαν, είναι αλήθεια, κατασχέσεις γαιών που άφησαν πίσω τους οι φυγάδες, ιδίως στην κορυφή του Λόφου Μπήκον, όπου ζούσαν οι περισσότεροι εγγλέζοι αριστοκράτες της Βοστώνης, όμως το μεγαλύτερο μέρος αυτής της γης πληρώθηκε αργότερα, και μάλιστα, στην περίπτωση εκείνων που άλλαξαν εκ των υστέρων στρατόπεδο, επεστράφη. Η κατασχεμένη περιοχή στον Λόφο Μπήκον είναι σήμερα ο χώρος της Βουλής.

        Ο Στρατηγός Ουάσινγκτον, εν τούτοις, έκανε πως δεν πίστεψε την δήλωση που εξέδωσε ο Λόρδος Χόουι, ότι προορισμός του ήταν το Χάλιφαξ, και επέμενε να προετοιμασθεί κατά της αποβιβάσεως του Χόουι στην Νέα Υόρκη. Η Νέα Υόρκη, με τους αριστοκρατκούς θεσμούς της ενδιέφερε, πράγματι, τον Ουάσινγκτον πολύ περισσότερο από τις ισχυρές δημοκρατικές τάσεις της Νέας Αγγλίας, με τις οποίες βρισκόταν σε μόνιμη αντίθεση, και, με τον στρατό του να κλίνει προς τέτοιες γιάνκικες αιρέσεις όπως η δημοκρατία και η ανεξαρτησία, η προσωπική επαφή του Ουάσινγκτον με αριστοκρατικές νεοϋρκέζικες οικογένειες όπως οι Λίβινγκστον μπορεί να κατέληγε σε σημαντική χρηματική υποστήριξη για τον Ηπειρωτικό Στρατό, αποκεφαλίζοντας παράλληλα την γοργά αναπτυσσόμενη αναταραχή υπέρ της πλήρους ανεξαρτησίας που ο στρατός άρχιζε να αποκτά στην επαναστατική Μασσαχουσέττη. Στο κάτω κάτω, το Ηπειρωτικό Κονγκρέσσο δεν έτρεφε συμπάθεια για τους άνδρες του λεπτού, και απλώς υποστήριζε την αντίπραξη κατά ορισμένων μεμονωμένων αξιωματικών που εθεωρούντο τυραννικοί. Προκειμένου να εμποδισθεί ο στρατός να απομακρυνθεί πολύ από τις θέσεις του Κονγκρέσσου, θα ήταν αναγκαίο να τον μετακινήσουν από την Νέαν Αγγλία, όπου, τώρα που είχε καταληφθεί η Βοστώνη, δεν ήταν απαραίτητη η παρουσία του. Οπότε, αφήνοντας ένα μικρό τμήμα του Ηπειρωτικού Στρατού να παρενοχλεί τον βρεταννικό στόλο στα νερά της Ναντασκέτης, ο μεγάλος όγκος του στρατού οδηγήθηκε δια της Ρόουντ Αϊλαντ μέσα στο Νόργουιτς στην επαρχία του Κοννέκτικατ, απ' όπου οι Ηπειρωτικοί μετέβησαν με πλοίο στην Νέα Υόρκη, όπου είχαν να κάνουν με ένα ως επί το πολύ βαρύθυμο και εχθρικό πληθυσμό. Στην Σταίητεν Αϊλαντ, στην απέναντι μεριά του Κόλπου, ήταν ένα μεγάλο βρεταννικό στρατόπεδο, το οποίο, εν τούτοις, παρέμενε ήσυχο εν όσω υποτίθετο ότι δεν το πολεμούσαν οι Ηπειρωτικοί, ενεργώντας απλώς ως τοπική αστυνομία για την πόλη. Και η Νέα Υόρκη, πιστή στην συνήθη πολιτική της υποταγής της σε όποιους τύχαινε να είναι οι εκάστοτε κυβερνήτες της, αποδέχθηκε τους Ηπειρωτικούς χωρίς αντίσταση, αποβλέποντας κατά βάθος στην Σταίητεν Αϊλαντ για να την απαλλάξει τελικά.

         131. Ανεξαρτησία στην Ροόυντ Αϊλαντ.  Εν τω μεταξύ τα βρεταννικά πλοία ήσαν απασχολημένα στις γραμμές θαλασσίων επικοινωνιών μεταξύ Βοστώνης και Νέας Υόρκης, κινούμενα κυρίως γύρω από τις Ανατολικές Πωμονόκες Νήσους, και χρησιμοποιώντας το Νιούπορτ ως κεντρική βάση τους.

        Η Μασσαχουσέττη είχε πλέον τώρα επιτύχει ένα είδος ντε φάκτο ανεξαρτησίας, και, αν και δεν είχε γίνει καμμιά απόπειρα νομικής καταγραφής του καθεστώτος αυτού, υπήρχε μια ισχυρή τάση την εποχή εκείνη στην Μασσαχουσέττη, ιδιαίτερα μεταξύ των πρώην οπαδών του κινήματος της πολιτικής ανυπακοής, να μη θεωρούν πλέον την κοινότητα ως βρεταννική επαρχία, παρά ως ανεξάρτητο έθνος, ώστε το όνομα "Επαρχία του Κόλπου της Μασσαχουσέττης," επίσημο όνομα της αποικίας, αντικαθίστατο βαθμιαία στον προφορικό λόγο του λαού, αν και όχι επίσημα, από τον πιο ανεξάρτητο τίτλο "Πολιτεία του Κόλπου της Μασσαχουσέττης." (Ο όρος "πολιτεία" [κράτος] είχε τότε την σημασία της "κυβερνήσεως" ή του "έθνους," οπότε, χρησιμοποιώντας τον τίτλο αυτόν, ο λαός της Μασσαχουσέττης θεωρούσε εαυτόν ως ανεξάρτητο έθνος, μη οφείλον υποταγή σε καμμία εξωτερική δύναμη.

        Η Ρόουντ Αϊλαντ και το Κοννέκτικατ διέφεραν από τις άλλες αμερικανικές αποικίες κατά το ότι η Αγγλία δεν είχε άμεσο μερίδιο στην κυβέρνησή τους, απαιτώντας απλώς ονομαστική υποταγή, αν και είχαν υπάρξει απόπειρες επεμβάσεως στην Ρόουντ Αϊλαντ. Και τώρα, το Νούπορτ κατείχετο από τον βρεταννικό στόλο, αν και η πολιτική κυβέρνηση δεν είχε ακόμη ενοχληθεί. Κατά συνέπειαν, δεν υφίστατο πραγματική ανάγκη για μια τέτοιαν επανάσταση εκεί, όπως θα χρειαζόταν για την απομάκρυνση της βρεταννικής κυριαρχίας σε άλλα μέρη της Αμερικής, όπου η Αγγλία απέστελλε τους δικούς της κυβερνήτες, δικαστές, και άλλους αξιωματούχους. Η Ρόουντ Αϊλαντ και το Κοννέκτικατ είχαν, εν τούτοις, προκαλέσει την οργή της Αγγλίας, στέλνοντας βοήθεια σε εκείνη την πολιορκία που μόλις είχε εκβάλει τις βρεταννικές δυνάμεις από την Βοστώνη, και γενικώς από την Μασσαχουσέττη.

        Οχι πολύ μετά την εκκένωση της Βοστώνης, ο βρεταννικός στόλος στο Νιούπορτ άρχισε τις εφόδους στα λιμάνια της ηπειρωτικής περιοχής του Κόλπου της Ναρραγανσέττης για εφοδιασμό σε τρόφιμα και σε ό,τι άλλο μπορούσε να παρθεί από τις πόλεις. Η πόλη του Μπρίστολ βομβαρδίστηκε, όταν απέκρουσε την απαίτηση του στόλου να παραδώσει όλα τα τρόφιμα στην πόλη προς χρήσιν του ναυτικού, πράγμα που, όπως και ο βομβαρδισμός της Βοστώνης ένα χρόνο νωρίτερα, ξεσήκωσε ανταγωνιστικά συναισθήματα σε ολόκληρη την Ρόουντ Αϊλαντ, στην οποία η εξέγερση είχε προηγουμένως απλώς μεταφερθεί από την γειτονική Μασσαχουσέττη.

        Επίσης, τόσο μεταξύ των ανδρών του λεπτού όσο και των πολιτών της Νέας Αγγλίας, η ιδέα της "πέρα για πέρα" ανεξαρτησίας απλωνόταν σιγά σιγά. Οπως είδαμε, η περιοχή της πολιτικής ανυπακοής της Μασσαχουσέττης (που ήταν τώρα ολόκληρη η επαρχία), καθώς και το Βέρμοντ, είχε ήδη μια ντε φάκτο ανεξαρτησία από αρκετόν καιρό. Φυλλάδια από όλα τα μέρη της Αμερικής κυκλοφορούσαν τώρα με ταχύτητα, κι αυτό έδινε μορφή σε αυτή την εμβρυακή ιδέα. Ενας νεοϋρκέζος πρόσφυγας στην Φιλαδέλφεια, ο Θωμάς Παίην, που είχε γίνει γνωστός από την συγγραφή ενός φυλλαδίου για "Τα δικαιώματα του Ανθρώπου" κοντά στην εποχή που ξεκινούσε η πολιορκία της Βοστώνης, έγραψε τώρα ένα δεύτερο φυλλάδιο, που κατέκτησε μεγάλη κυκλοφορία σε ολόκληρη την Αμερική, με τον τίτλο "Κοινή Λογική," το οποίο παρουσίαζε την Αμερική ως μια κανονικά ξεχωριστή εθνότητα, υποστηρίζοντας πως η Αγγλία δεν είχε δικαιώματα επί της Αμερικής, αφού η Αγγλία, αντί να υπερσπίζεται την Αμερική, της επετίθετο τώρα αναίτια, και ήταν υπεύθυνη για τα πάθη της "ατυχούς πόλεως Βοστώνης" (η οποία, κατά την εκδοχή που οι άνδρες του λεπτού κυκλοφορούσαν εκτός Μασσαχουσέττης, δεν επολιορκείτο τόσο, όσο υπέφερε σκληρή τιμωρία στα χέρια των βρεταννικών στρατευμάτων.).

        Η ιδέα αυτή της ανεξαρτησίας έλαβε την ιδιαίτερη ισχύ της όταν εκκενώθηκε η Βοστώνη, παρ' ότι οι μέσες και νότιες αποικίες τηρούσαν ακόμη πίστη στον βασιλέα. Ο βομβαρδισμός όμως του Μπρίστολ έφερε αμέσως την Ρόουντ Αϊλαντ κοντά στην άποψη που "κυκλοφορούσε" πολύ στην Νέαν Αγγλία. Η Ρόουντ Αϊλαντ θεωρούσε έως τότε εαυτήν σχεδόν άτρωτη από την βρεταννική επέμβαση, και συνδεδμένη με την Αγγλία μόνο από πλευράς υπηκοότητας, αντί να κυβερνάται από την Αγγλία όπως οι άλλες αποικίες. Επομένως, ενώ η Ρόουντ Αϊλαντ ενδιαφερόταν προφανώς λιγότερο για το ζήτημα της ανεξαρτησίας απ' όσο η υπόλοιπη Αμερική, μια τέτοια ενέργεια πραγματικής επεμβάσεως όπως ο βομβαρδισμός του Μπρίστολ σήμαινε απειλή για την αυτοδιοίκηση της Ρόουντ Αϊλαντ, και ετίθετο θέμα επιλογής μεταξύ διακοπής ή υποταγής. Με τους βρεταννούς εντελώς έξω από την Μασσαχουσέττη, και συνεπώς αποδεδειγμένα όχι τόσο αήττητους όσο υποτίθετο πως ήσαν, οι λοιπές αποικίες αισθάνοντο λιγότερο φόβο έναντι της Αγγλίας, και περισσότερη αυτοπεπεποίθηση για την δική τους δράση, ιδιαίτερα η μικρή Ρόυντ Αϊλαντ, περιβαλλόμενη από δυο πλευρές από εδάφη της Μασσαχουσέττης, και ικανή να βασίζεται στην Μασσαχουσέττη για προστασία σε περίπτωση δυσκολίας.

        Ετσι, το Σάββατο, 4 Μαΐου 1776, η νομοθετική αρχή της μικρής αποικίας της Ρόουντ Αϊλαντ και των Φυτειών Πρόβιντενς αποφάσισε να απορρίψει κάθε μνεία της Μεγάλης Βρεταννίας ή του Βασιλέως στον καταστατικό της χάρτη και τους νόμους της, και να απαλείψει από τα αρχεία ο,τιδήποτε παρέπεμπε σε υποταγή στην Αγγλία. Την έκφραση "Ο Θεός σώζοι τον Βασιλέα," με την οποία έκλειναν οι νόμοι και οι διακηρύξεις, αντικατέστησε η έκφραση, "Ο Θεός σώζοι τις Ηνωμένες Αποικίες," πράγμα που σήμαινε πως ο αποδέκτης της υποταγής που οφείλετο προηγουμένως στην Αυτού Βρεταννική Μεγαλειότητα ήταν πλέον το Ηπειρωτικό Κονγκρέσσο. Καθώς ο χάρτης της αποικίας δεν προέβλεπε άμεση διακυβέρνηση της Ρόουντ Αϊλαντ από την Αγγλία, αυτή η αποκήρυξη της υπηκοότητας ήταν το μόνο που χρειαζόταν για να κάνει την κυβέρνηση της Ρόουντ Αϊλαντ πλήρως ανεξάρτητη από την Αγγλία.

        Το γεγονός ότι, σε αυτήν την περίπτωση, η ανεξαρτησία πήρε την μορφή νομοθετικής πράξεως είναι μάλλον αυτό που επηρέασε αργότερα το Ηπειρωτικό Κονγκρέσσο στην υιοθέτηση της ανεξαρτησίας στην παραπλήσια μορφή της δημόσιας διακηρύξεως. Η Μασσαχουσέττη είχε πολεμήσει σκληρά για την ανεξαρτησία της, και την είχε κερδίσει χωρίς να χρησιμοποιήσει περιττά λόγια για τούτο, όμως στην Ρόουντ Αϊλαντ ανήκει η τιμή της πρώτης αμερικανικής αποικίας που έκανε δημόσια διακήρυξη για να αποκηρύξει την υποταγή στην Αγγλία - της πρώτης αμερικανικής πολιτείας που ενέγραψε επισήμως εαυτήν ως ανεξάρτητη.

         132. Η Ανεξαρτησία Συζητείται από το Ηπειρωτικό Κονγκρέσσο.  Το Ηπειρωτικό Κονγκρέσσο που συνήλθε στην Φιλαδέλφεια την άνοιξη του 1776 δεν εκόπτετο ιδιαιτέρως να προστατεύσει την υπακοή του στον Βασιλέα όπως έκαναν οι προκάτοχοί του των δύο προηγουμένων ετών. Οταν συγκεντρώθησαν οι αντιπρόσωποι από όλες τις αποικίες, οι μόνοι ανένδοτοι νομιμόφρονες φάνηκε πως ήσαν μερικοί από την αντιπροσωπεία της Νέας Υόρκης. Η ανεξαρτησία ήταν ένα θέμα ευρέως ήδη συζητούμενο σε ολόκληρη την Αμερική, αν και ακόμη εν πολλοίς κεκαλυμένα. Η εκκένωση της Βοστώνης από τους βρεταννούς την 17 Μαρτίου, και η παρεπόμενη δήλωση ανεξαρτησίας της Ρόουντ Αϊλαντ την 4 Μαΐου (η οποία επαναλήφθηκε σύντομα από το Κοννέκτικατ), καθιστούσε το ζήτημα πολύ ζωντανή υπόθεση, ιδίως στην Νέαν Αγγλία, όπου η ανεξαρτησία ήταν ήδη σχεδόν τετελεσμένο γεγονός. Στον Νότο, δεν υφίστστο τόση ετοιμότητα για την αποδοχή της ανεξαρτησίας ως λύσεως των προβλημάτων, παρ' όλο που οι "φιλελεύθεροι" της Βιρτζίνιας, οι οποίοι έτρεφαν μεγαλύτερη συμπάθεια στους νεοεγγλέζους απ' ότι στους εντόπιους αριστοκράτες που ήσαν οι κύριοι αντίπαλοι της διοικήσεως, ευνοούσαν μάλλον την ιδέα της αποδεσμεύσεως από την Αγγλία. Οπως είδαμε, οι μυστικές οργανώσεις στο εσωτερικό της Βόρειας Καρολίνας είχαν ήδη τοποθετηθεί υπέρ της ανεξαρτησίας. Αλλά οι φιλελεύθεροι της Βιρτζίνιας εδίσταζαν, μολονότι ήλπιζαν σε κάποια αποφασιστική ενέργεια που θα σημάδευε την δική τους επέτειο, την εκατονταετηρίδα της αμνηστίας της εξεγέρσεως Μπαίηκον, που ανεμένετο να εορτασθεί στις 4 Ιουλίου 1776. Στις μέσες αποικίες, η Νέα Υόρκη, που συμπεριελάμβανε το ανατολικό τμήμα της Νέας Ιερσέης, υπήρξε ανέκαθεν εχθρική προς το επαναστατικό κίνημα, ενώ η Πεννσυλβανία, το Ντελαγουαίρ, και η Μαίρυλαντ, όπου υπήρχε κάποια αναταραχή κατά του ελέγχου των οικογενειών των φεουδαρχικών μεγαλοκτηματιών Πενν και Κάλβερτ, άρχιζαν να δείχνουν κάποιο ενδιαφέρον για την ανεξαρτησία ως τρόπο απομακρύνσεως των επικυριάρχων τους, αν και ήλπιζαν ακόμη πως δεν θα απαιτούντο τέτοια ακραία μέτρα. Ακόμη και μεταξύ του υπερνομιμόφρονος πληθυσμού της Πόλεως της Νέας Υόρκης υπήρχε ήδη μεγάλη συζήτηση περί της "Αξαρτησίας," όπως επίτηδες πρόφεραν, παρά το γεγονός ότι λίγοι μόνο είχαν να πουν κάτι θετικό επί του θέματος.

        Ως αποτέλεσμα, όταν το ζήτημα έφθασε προς ψήφισιν στο Ηπειρωτικό Κονγκρέσσο, το Σάββατο, 29 Ιουνίου, ένδεκα από τις δεκατρείς αποικίες ήσαν ευνοϊκές έναντι της προτάσεως διορισμού επιτροπής συντάξεως μιας αποφάσεως ανεξαρτησίας. Η Νέα Υόρκη ψήφισε κατά της προτάσεως, ενώ η ψήφος της Νότιας Καρολίνας ήταν διχασμένη. Οταν η απόφαση παρουσιάσθηκε στο Κονγκρέσσο, αρκετοί από τους αντιπροσώπους της Νέας Υόρκης παραιτήθησαν από αυτό, ενώ η υπόλοιπη αντιπροσωπεία της Νέας Υόρκης, θέλοντας να μείνει με την νικήτρια πλευρά, μετεστράφη, έτσι που η ψήφος της Νέας Υόρκης μετρήθηκε και αυτή υπέρ της ανεξαρτησίας.

        Την ίδια ημέρα, 29 Ιουνίου, ένας βρεταννικός στόλος, πληροφορούμενος τις φήμες για απιστία στον Νότο, ενήργησε για την ματαίωσή της βομβαρδίζοντας την Καρόλου Πόλη, το κύριο λιμάνι της Νότιας Καρολίνας, και, όταν τα νέα έφθασαν στην Φιλαδέλφεια κάπου δυο εβδομάδες αργότερα, επηρέασαν τους υπόλοιπους αντιπροσώπους της Νότιας Καρολίνας να υπογράψουν την διακήρυξη της ανεξαρτησίας που είχε ήδη υιοθετηθεί.

        Η επιτροπή που είχε ορισθεί από το Κονγκρέσσο για την σύνταξη μιας αποφάσεως ανεξαρτησίας συνήλθε αμέσως. Υπολογίζετο ότι ο Ιωάννης Ανταμς, εξάδελφος του βοστωνέζου ηγέτη Σαμουήλ Ανταμς, θα ήταν εκείνος που θα συνέτασσε στην πράξη την τελική απόφαση, όμως, καθώς η πολιτική των Ανταμς στο Ηπειρωτικό Κονγκρέσσο φαίνεται πως ήταν να κερδίσουν την υποστήριξη του Νότου εξωθώντας τους νοτίους σε θέση ευθύνης, ο Ιωάννης Ανταμς κατάφερε να περάσει το έργο της συντάξεως στο μέλος της επιτροπής από την Βιρτζίνια, τον Θωμά Τζέφφερσον, εξέχον δείγμα των φιλελευθέρων της Βιρτζίνιας.

        Κανείς δεν αγνοούσε ότι ένα τέτοιο έγγραφο, όταν θα δημοσιευόταν, θα σημάδευε την αντιπροσωπία ολόκληρη ως προδότες, και θα έθετε σε κίνδυνο την ζωή όλων. Πέρα απ' αυτό, το Ηπειρωτικό Κονγκρέσσο δεν απείχε τόσο από τις μυστικές ενώσεις που υποστήριζαν το επαναστατικό κίνημα, ώστε να μη μπορεί να κατανοεί την ανάγκη μιας τέτοιας πράξεως όπως η παραχρονολόγηση προκειμένου να δυσκολέψει μια πιθανή δίωξη επί προδοσία, εάν τα πράγματα έφθαναν ώς εκεί. Ετσι αποφασίσθηκε να τεθεί ψεύτικη ημερομηνία στην απόφαση της επιτροπής, πριν την παραλάβει το Κονγκρέσσο, και ο Τζέφφερσον, ηγετική μορφή μεταξύ των βιρτζινιωτών φιλελεύθερων, διάλεξε την εκατοστή επέτειο της αμνηστίας του Μπαίηκον ως την καταλληλότερη ημερομηνία, που θα κέρδιζε επίσης την υποστήριξη της Βιρτζίνιας. Με αυτόν τον τρόπο, μη γνωρίζοντας πότε ακριβώς το Κονγκρέσσο θα εξέταζε αυτήν την απόφαση, ο Τζέφφερσον έθεσε επ' αυτής την "πλαστή" ημερομηνία της Πέμπτης, 4 Ιουλίου 1776, εκατοστήν επέτειο της Ημέρας Αμνηστίας της εξεγέρσεως Μπαίηκον στην Βιρτζίνια, η οποία αντιπροσώπευε την πρώτην αναγνώριση αντιπροσωπευτικής κυβερνήσεως στον Νότο. Το Ηπειρωτικό Κονγκρέσσο πέρασε την διακήρυξη της ανεξαρτησίας στις 2 Ιουλίου. Η ημέρα όμως που η Αμερική τιμά έκτοτε ως επέτειο της Διακηρύξεως της Ανεξαρτησίας αντιστοιχεί στην πραγματικότητα στην ημέρα της προσωρινής νίκης της εξεγέρσεως της Βιρτζίνιας, εκατό χρόνια πριν από την Διακήρυξη, η οποία, συνεπώς, θεωρείται τώρα πως υπεγράφη στις 4, αντί στις 2 Ιουλίου.

        Ο κίνδυνος που διέτρεχαν, και η ανάγκη μυστικότητας κατανοούντο πολύ καλά από το Ηπειρωτικό Κονγκρέσσο, όπως τεκμηριώνεται από την παρατήρηση του Βενιαμίν Φρανκλίνου, εμπνευστού του πρώτου Ηπειρωτικού Κονγκρέσσου του 1745, εν προκειμένω: "Τώρα πρέπει όλοι να κρεμαστούμε ο ένας από τον άλλο, ειδ' αλλιώς θα μας κρεμάσουν όλους έναν ένα χωριστά!" ακόμη και στην Φιλαδέλφεια πέρασαν πολλές ημέρες πριν γίνει οποιαδήποτε δημόσια ανακοίνωση της ενεργείας, αν και ο κόσμος στην πόλη περίμενε με ανυπομονησία τα νέα. Μια δημόσια ανακοίνωση όμως εκεί, προτού δοθεί η δυνατότητα να εξασφαλισθεί η οριστική υποστήριξη σε άλλα μερη της Αμερικής, θα ήταν μοιραίο λάθος. Η συνηθισμένη ιστορία κατά την οποία τα νέα ανακοινώθησαν με την δυνατή κωδωνοκρουσία από τον πύργο του κτιρίου όπου συνεδρίαζε το Κονγκρέσσο είναι προφανώς αδύνατη, καθώς ο τρόπος αυτός πανηγυρισμού θα ταίριαζε ίσως θαυμάσια σε μια νίκη παγιωμένου καθεστώτος, παρά σε ένα νέο και αδόκιμο βήμα μιας επαναστάσεως που μόλις έβρισκε ψηλαφητά τον δρόμο της. Ενας λόγος που μπορεί να διευκόλυνε την υπόθεση της χρησιμοποιήσεως της καμπάνας εκείνου του πύργου για να σημάνει την υπογραφή της Διακηρύξεως τηα Ανεξαρτησίας, ήταν η θαυμαστή σύμπτωση πως εκείνη η συγκεκριμένη καμπάνα, που ήταν ήδη κοντά είκοσι χρόνων, είχε παρ' όλα ταύτα χυθεί εξ υπαρχής με την επιγραφή, παρμένη από την βίβλο: "Κυρήξτε την ελευθερία σ' ολόκληρη την χώρα, σε όλους τους κατοίκους αυτής." Αρκετή όμως είναι η σύμπτωση των συνεδριάσεων του Κονγκρέσσου μέσα σε ένα κτίριο εφοδιασμένο με καμπάνα που έφερε αυτήν την επιγραφή, εκτός, βέβαια, εάν το κτίριο είχε επιλεγεί εν μέρει με αυτήν την κατάλληλη περίσταση υπ' όψιν, ως το κατάλληλο μέρος για μια οργάνωση υπερσπίσεως των πολιτικών δικαιωμάτων.

        Εφ' όσον οι "Ηνωμένες Αποικίες της Αμερικής" αποφασίσθηκε πλέον να είναι "ελεύθερες και ανεξάρτητες πολιτείες" (έθνη, δηλαδή), το Ηπειρωτικό Κονγκρέσσο όφειλε να αλλάξει τον τίτλο του, τον τίτλο της ομοσπονδίας που αντιπροσώπευε. Οι συνιστώσες επαρχίες ήσαν πλέον, κατά την διακήρυξή τους, ανεξάρτητα και κυρίαρχα έθνη αντί βρεταννικές αποικίες, και το όνομα "πολιτείες" έπρεπε να αντικαταστήσει τις "αποικίες". Ετσι η ίδια η Διακήρυξη χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το όνομα της ομοσπονδίας αλλαγμένο κατ' αυτόν τον τρόπο ώστε να αντιστοιχεί στο νέο καθεστώς. Η Διακήρυξη τιτλοφορήθηκε "Η ομόφωνη διακήρυξη των δεκατριών Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής," καθιερώνοντας έτσι το όνομα της αμερικανικής "ηπειρωτικής" ομοσπονδίας, για πρώτη φορά τώρα ομοσπονδίας ανεξαρτήτων εθνών, ως Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής -που δεν αποτελεί όνομα μιας εθνότητας (καθώς η κάθε πολιτεία έχει το δικό της ιδιαίτερο εθνικό όνομα), παρά ενα τίτλο που εκφράζει απλώς το γεγονός πως το όλο πολίτευμα είναι κατ' ουσίαν ομοσπονδιακό ως προς την μορφή του.

        Για τον ίδιο λόγο μυστικότητας, καμμία από τις υπογραφές δεν ανεφέρετο σε επίσημη ιδιότητα, παρά ήσαν απλώς ομαδοποιημένες κατά Πολιτείες χωρίς διακριτικά στοιχεία, εμφανίζοντας όλους τους "υπογράφοντες" ως μέλη του Ηπειρωτικού Κονγκρέσσου τα οποία δεν εψήφιζαν κατά του μέτρου, ενώ η υπογραφή του προέδρου της συνεδριάσεως, του ίδιου εκείνου Ιωάννη Χάνκοκ που είχε αποδράσει από το Λέξινγκτον στην διάρκεια της εκεί μάχης, ήταν φυσικά απί κεφαλής του καταλόγου των υπογραφών, πολύ πιο προβεβλημένη, καίτοι ο ίδιος δεν εμνημονεύετο, σε εκείνο το έγγραφο, ως πρόεδρος της συνεδριάσεως, αφού αυτό θα ήταν εξόχως επικίνδυνο. Ομως, με την υπερψήφιση της αποφάσεως, ο Πρόεδρος του Ηπειρωτικού Κονγκρέσσου του 1776, Ιωάννης Χάνκον εκ Βοστώνης, έγινε αυτομάτως ο πρώτος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

         133. Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας.  Η απόφαση της αμερικανικής ανεξαρτησίας, όπως παρουσιάσθηκε στο Ηπειρωτικό Κονγκρέσσο του 1776 και έγινε δεκτή από αυτό, υπήρξε ένα από τα σπουδαιότερα έγγραφα που εξεδόθησαν ποτέ στην παγκόσμια ιστορία. Η καθαευτού διακήρυξη είναι απλώς μια παράγραφος στο τέλος του κειμένου που δηλώνει: "Δια ταύτα ημείς, οι αντιπρόσωποι των Ηνωμένων Πολιτειών, εις Γενικόν Συνέδριον συναχθέντες … εις το όνομα και δια της εξουσίας του τιμίου λαού των αποικιών τούτων, δημοσιεύομεν και δηλούμεν επισήμως, Οτι αι Ηνωμέναι αυταί Πολιτείαι είναι, και οφείλουν κατά το δίκαιον να είναι, ελεύθεραι και ανεξάρτητοι Πολιτείαι. Οτι αποδεσμεύονται πάσης υπακοής προς το βρεταννικόν στέμμα, και ότι πας πολιτικός δεσμός μεταξύ αυτών και του κράτους της Μεγάλης Βρεταννίας λύεται, και οφείλει να λύεται, καθ' ολοκληρίαν. Και ότι, ως ελεύθεραι και ανεξάρτητοι Πολιτείαι, διαθέτουν πλήρη εξουσίαν διεξαγωγής πολέμου, συνάψεως ειρήνης, συγκροτήσεως συμμαχιών, εγκαθιδρύσεως εμπορίου, ως και πάσης άλλης ενεργείας κατά το δίκαιον προσηκούσης εις ανεξαρτήτους Πολιτείας."

        Το πιο ενδιαφέρον όμως και αξιοπρόσεκτο χρακτηριστικό του εγγράφου είναι, όχι η ίδια η δήλωση της ανεξαρτησίας με την οποία καταλήγει το κείμενο, παρά το προοίμιο και η ερμηνεία που αποτελούν πράγματι το σώμα του εγγράφου. Το μόνο προηγούμενο της εκδόσεως μιας διακηρύξεως ανεξαρτησίας στην ιστορία έγκειται μάλλον στα δύο παλαιότερα έγγραφα της ίδιας αυτής επαναστάσεως, τις Διακηρύξεις του Μέκλενμπουργκ, και τις αποφάσεις ανεξαρτησίας του νομοθετικού σώματος της Ρόουντ Αϊλαντ. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις είχε εκδοθεί μια έγγραφη διακήρυξη καταγγελίας της υπακοής, αν και στην περίπτωση του Μέκλενμπουργκ επρόκειτο για μυστική και αδημοσίευτη διακήρυξη. Από το έγγραφο του Μέκλενμπουργκ ακριβώς είχε η Ηπειρωτική διακήρυξη αντιγράψει το προοίμιό της, που συνιστούσε στην πραγματικότητα μια απολογία, κατά κάποιον τρόπο, για την αναγκαιότητα ενός τέτοιου διαβήματος όπως ο πλήρης χωρισμός. Η πρώτη παράγραφος είναι σαφώς μια εξήγηση του γιατί εκρίθη σωστή πρώτα πρώτα η έκδοση διακηρύξεως για την κίνηση της καταγγελίας της υπακοής:

Οταν, κατά την πορεία των ανθρωπίνων, καθίσταται αναγκαίο για ένα λαό να διαλύσει τα πολιτικά δεσμά που τον συνέδεαν με κάποιον άλλο, και να αναλάβει, μεταξύ των δυνάμεων της γης, την ξεχωριστή και ίση υπόσταση που οι νόμοι της φύσεως και του Θεού του επιφυλάσσουν, ο ορθός σεβασμός στις γνώμες της ανθρωπότητος απαιτεί να δηλώσει τις αιτίες που τον ωθούν στον διαχωρισμό.

        Το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του προοιμίου στην Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας που εκδόθηκε στην Φιλαδέλφεια εν προκειμένω είναι, ωστόσο, η διακήρυξη των απαραγράπτων δικαιωμάτων, που ήταν στην πραγματικότητα, μια συνεχής αμερικανική ιστορία χρονολογούμενη από τα πρώτα πρώτα χρόνια. Η μορφή που έλαβε η διακήρυξη είναι εν πολλοίς παρμένη από τις Διακηρύξεις του Μέκλενμπουργκ της προηγουμένης χρονιάς. Η ουσία προέρχεται από την αίτηση του Κονγκρέσσου του Νόμου της Σφραγίδος του 1765, η οποία προέρχεται, με την σειρά της, από τις διεκδικήσεις των πολιτικών δικαιωμάτων που έκανε η Μασσαχουσέττη κατά τις αμφισβητήσεις περί τον χάρτη της στα τέλη του δεκάτου εβδόμου αιώνα: εκείνες, τέλος, σχετίζονται με διάφορες διακηρύξεις δικαιωμάτων που απαριθμούνται μέσα στους πρώτους νόμους των αποικιών της Νέας Αγγλίας, οι οποίες αντλούσαν αμέσως από την Ομοσπονδία Πενακούκ. Η διακήρυξη των δικαιωμάτων `