Κεντρική Σελίδα των Αρχείων Περιεχόμενα Επόμενο Κεφάλαιο
|
ΟΙ ΦΥΛΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ W. J. Sidis Μετάφραση: Γεωργία Ερατώ Τριανταφυλλίδη |
ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXV
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
149. Σύγκρουση Οικονομικών Συστημάτων. Η Αμερικανική Επανάσταση και ο πόλεμος για την ανεξαρτησία δεν υπήρξαν προϊόν οιασδήποτε τάξεως της κοινωνίας, ή κάποιου στοιχείου που αγωνιζόταν για οποιονδήποτε σκοπό, παρά μάλλον ένας συνδυασμός πολλών αλληλοσυγκρουόμενων στοιχείων και ομάδων, αγωνιζόμενων για σκοπούς όχι μόνον πολύ διαφορετικούς εν πολλοίς μεταξύ τους, παρά συχνά ευθέως αντίθετους. Η Πρώτη Δημοκρατία δεν μπορούσε λοιπόν παρά να αποτελεί αντανάκλαση αυτής της καταστάσεως―μη αντιπροσωπεύοντας κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο, παρά όντας μια ομοσπονδία, που έδινε σε όλα τα στοιχεία της επαναστάσεως, από εργάτες μέχρι αριστοκράτες, την ευκαιρία να τα βρουν μεταξύ τους. Υπό την Πρώτη Δημοκρατία η κάθε πολιτεία μπορούσε να πάρει το μέρος των εργατών και των αγροτών εξ ολοκλήρου, ή ευθέως το μέρος των αριστοκρατών, ή θα μπορούσε να έχει εσωτερική επανάσταση, χωρίς την επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών. Τέτοια ήταν η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως αυτή δημιουργήθηκε από την Αμερικανική Επανάσταση. Φυσικά, δεν θα περίμενε κανείς τα στοιχεία που πολέμησαν στον πόλεμο για την αμερικανική ανεξαρτησία, και που δεν είχαν τίποτε κοινό παρά ένα κοινόν εχθρό στον πόλεμο, να μείνουν ικανοποιημένα με μια τέτοια συμβιβαστική κυβέρνηση μετά την λήξη του. Επομένως, η Πρώτη Δημοκρατία κατ' ανάγκην θα εξακολουθούσε να υπάρχει, μόνον όσο θα ήταν σε θέση να διατηρεί την ισορροπία ανάμεσα στις διάφορες αυτές τάξεις.
Είδαμε στην πορεία της ιστορίας αυτής πως η όλη εξέλιξη του αποικισμού των ευρωπαίων οικιστών στην Αμερική φανέρωσε τις συγκρούσεις που προέρχονταν από την επαφή δύο πολύ διαφόρων συστημάτων κοινωνικής οργανώσεως. Από την μια πλευρά, υπήρχε στην Αμερική, προ της λευκής εισβολής, η εξαιρετικά ανεπτυγμένη οργάνωση των αυτοχθόνων αμερικανικών λαών, που, στην περίπτωση των εθνών της Νέας Αγγλίας, ήταν κατ' ουσίαν ο τύπος της κοινωνίας που περιγράφεται στο προοίμιο της Διακηρύξεως της Ανεξαρτησίας (και που δεν έχει προφανώς καμμία σχέση με ο,τιδήποτε δημιουργήθηκε από τους λευκούς σε οποιαδήποτε περίοδο), μια εντελώς δημοκρατκή, ομοσπονδιακή οργάνωση, που αναγνωρίζει τα δικαιώματα και την ισότητα όλων των ανθρώπων, και χωρίς θεσμούς ιδιοκτησίας. Προχωρώντας προς νότον, ο χαρακτήρας άλλαζε βαθμιαία, μέχρι την μερικώς ολιγαρχική αλλά πάντοτε ευρέως δημοκρατική και ανιδιοκτησιακή οργάνωση της μεσοατλαντικής ακτής, και μέχρι τα δεσποτικά και δουλοκτητικά έθνη των Μασόκων στον Νότο. Από την άλλη πλευρά, οι εισβολείς έφεραν από την Ευρώπη μιαν εντελώς ξένη μορφή οργανώσεως. Επρόκειτο για το καλούμενο φεουδαρχικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο όλη η γη ανήκε σε μια ομάδα ιδιοκτητών ιεραρχικά δομημένη, που ο καθένας τους ήταν δούλος του παραπάνω, με ανώτατο τον βασιλέα (στις καθολικές χώρες, ο Πάπας υπερτερούσε σε εξουσία και αυτού του βασιλέως), και με κατώτερους από όλους τους δουλοπαροίκους ή αγρότες που δούλευαν την γη, και των οποίων η δουλειά συντηρούσε όλη την σειρά των αφεντικών. Το κάθε μέλος του συστήματος μέσα στην ιεραρχική κλίμακα αποτελούσε μέρος της "εγγείου ιδιοκτησίας" του αφέντη του, που αγοραζόταν και πουλιόταν ως μέρος της γης. Η δραστηριότητα στις πόλεις, όπου λάβαινε χώρα ένα μέρος της παραγωγής και της διανομής διαφόρων εμπορευμάτων, ήταν οργανωμένη πάνω σε παρόμοια βάση, παραχωρούμενη γενικώς με χάρτη από τον βασιλέα ή κανένα μικρότερο ευγενή σε ομάδες των εκεί υποκειμένων τους, που ονομάζονταν αστοί [burghers] ή μπουρζουάδες [bourgeois], και που κατασκεύαζαν εμπορεύματα, που τα πωλούσαν έναντι χρημάτων, μέρος των οποίων πήγαινε στους ευγενείς. Και μεταξύ αυτών, ακόμη, υπήρχαν διάφοροι βαθμοί, δούλοι οι μεν των δε. Το όλο σύστημα, λοιπόν, ήταν μια καθολική δουλεία.
Θα ήταν, βέβαια, αναμενόμενο, να μη εναρμονίζονται τα οικονομικά συστήματα της Ευρώπης και της Αμερικής, ενώ ήσαν και τα δύο τόσο καλά οργανωμένα, ώστε κανένα δεν μπορούσε να υπερισχύσει πλήρως, όταν ήλθαν σε επαφή, όπως έγινε τον δέκατο έβδομον αιώνα. Οι άποικοι από την Αγγλία και την Γαλλία επεχείρησαν να μεταφυτεύσουν το φεουδαρχικό τους σύστημα κοινωνικής και οικονομικής οργανώσεως σε μια χώρα, όπου είχε ήδη αναπτυχθεί ένας όλως διάφορος τύπος οργανώσεως. Το ουσιαστικό αποτέλεσμα υπήρξε η ανάπτυξη ενός είδους μίγματος των δύο, ποικίλης ποιότητας και έως τώρα πολλών και διαφόρων βαθμών συνθέσεως, μίγματος, πάντως, χωρίς μεγάλη ομοιότητα με οποιοδήποτε από τα δύο αρχικά συστατικά του.
Στον Νότο, όπου οι λευκοί έποικοι βρήκαν ήδη να ισχύει ένα σύστημα δουλείας και δεσποτισμού, υπήρξε σχετικά μικρή δυσκολία στην απόπειρα εισαγωγής του φεουδαρχικού συστήματος, καθώς αυτό εύκολα προσαρμόσθηκε στους θεσμούς της δουλείας, εισάγοντας όμως κυρίως τους πραγματικούς δούλους από την Αφρική, όπου επίσης ήταν πολύ ανεπτυγμένη η δουλεία. Και μια αριστοκρατία, βασισμένη στην δουλοκτησία, και καταγόμενη από την αγγλική αριστοκρατία, κατέστη η κρατούσα δύναμη στον Νότο. Οι δούλοι που μεγάλωναν στις "φυτείες" της Βιρτζίνιας επωλούντο για να συντηρούν την αυξανόμενη αριστοκρατία, ενώ οι "μισθωμένοι υπηρέτες" (λευκοί που είχαν πουληθεί για δουλεία ορισμένου χρόνου), οι οποίοι ήσαν, στην διάρκεια της αποικιακής περιόδου, σημαντικό τμήμα του δουλοκτητικού συστήματος, έπρεπε να έχουν νέα εδάφη για να αποκατασταθούν (υπό την εξουσία των των αριστοκρατών φυσικά). Ετσι η διατήρηση αυτού του καταλοίπου του φεουδαρχικού συστήματος κατέληξε σε μια νέα μορφή του θεσμού της δουλείας, που διέφερε από την καθεαυτού φεουδαρχία, όπως και από την δουλεία στην αφρικανική ή μασοκική μορφή της, απαιτώντας την διαρκή εδαφική επέκταση, ιδιαίτερα στην Βιρτζίνια, που έμπαινε σε συνεχείς προστριβές με τους γείτονές της για να κορέσει τις διαρκώς διευρυνόμενες εδαφικές της ανάγκες. Το πώς θα έσκαζε η φούσκα όταν θα έφθανε στα όριά της, παρέμενε ακόμη άγνωστο. Και αυτή η συμετοχή του Νότου στην Αμερικανική Επανάσταση αποτελούσε, συνεπώς, μέρος αυτής της επεκτατικής διαδικασίας, ένα αγώνα, δηλαδή, για νέα εδάφη και για περισσότερη εξουσία για τους αριστοκράτες.
Στον Βορρά επικρατούσε μια διαφορετική κατάσταση. Εκεί υπήρχαν δύο ειδών οικισμοί, εκείνοι των προσφύγων (όπως το Πλύμουθ, η Μασσαχουσέττη, η Ρόουντ Αϊλαντ, και το Κοννέκτικατ) και εκείνοι που είχαν ιδρυθεί από λόρδους κατά το πρότυπο της Βιρτζίνιας, όπου είχε πράγματι επιχειρηθεί η μεταφύτευση της φεουδαρχίας (όπως το Μαίην, το Νέο Χαμπσάιρ, και η Νέα Υόρκη). Σε καμμία περίπτωση δεν κατέστη δυνατόν είτε να καθιερωθεί ένα πλήρως φεουδαρχικό σύστημα στην Αμερική είτε να παγιωθεί η δουλεία ή η μισθωμένη υπηρεσία στον Βορρά, όπου τα συστήματα που ήδη κυριαρχούσαν μεταξύ των αρχικών λαών εκείνου του μέρους της ηπείρου ήσαν πλήρως ασυμβίβαστα με τέτοιους θεσμούς. Ως αποτέλεσμα, μεταξύ των Προσκυνητών άρχιζε να εμφανίζεται ένα εντελώς νέο οργανωτικό σύστημα από την πρώτη τους κι όλας εγκατάσταση, βασισμένο εν πολλοίς σε θεσμούς Πενακούκ, στο οποίο όμως είχαν ενσωματωθεί πολλές ιδέες μεταφερμένες από την Ευρώπη, όπως το χρήμα και η ιδωτική περιουσία, που πήραν όμως κι αυτές νέες μορφές μέσα στο νέο οργανωτικό σύστημα.
Το αποτέλεσμα ήταν πως οι αποικίες της Νέας Αγγλίας άρχισαν από μιας αρχής να αναπτύσσονται πάνω σεεντελώς καινούργιες γραμμές, από οικονομικής απόψεως. Το χρήμα και η ιδιοκτησία είχαν, όντως, εισαχθεί από την Ευρώπη. Μαζύ τους όμως, επιχειρήθηκε να εισαχθεί η ατομική ελευθερία και πρωτοβουλία που υπήρχαν στους ερυθροδέρμους, αν και χωρίς εκείνη την σφιχτοδεμένη φυλετική παραγωγική οργάνωση, που θα είχε μπορέσει πραγματικά να καταστήσει κάτι τέτοιο καθολικά δυνατόν. Ως αποτέλεσμα, την παραγωγή και την διανομή ανέλαβαν όχι η ενεργούσα μέσω των ατόμων κοινότητα, όπως γινόταν στις φυλές, ούτε οι συμπαγείς φεουδαλικές ομάδες, τις οποίες στάθηκε αδύνατον να καθιερώσουν, παρά άτομα που αυτενεργούσαν για δικό τους λογαριασμό, και σε ευθεία αντίθεση έναντι άλλων ομοίων ατόμων, ώστε, αντί της ατομικής συνεργασίας που είχαν οι φυλές των ερυθροδέρμων, υποκαταστάθηκε ένας ατομικός πόλεμος, οφειλόμενος στην ανάληψη από μέρους των λευκών μέρους των ερυθρών θεσμών, χωρίς όμως να συνοδεύονται από τις αναγκαίες συνθήκες, για να μπορέσουν να τους κάνουν να λειτουργήσουν κανονικά όπως έπρεπε. Αφού, υπό τις συνθήκες αυτές, με την εισαγωγή του χρήματος και της ατομικής ιδιοκτησίας, κανένα άτομο δεν μπορούσε να αναλάβει οποιεσδήποτε οικονομικές λειτουργίες χωρίς να ξεκινά αναγκαστικά προς αυτήν την κατεύθυνση, κατέστη αναγκαίοα, όπου απαιτείτο να εργασθούν μαζύ περισσότερα από ένα άτομο, να εισάγουν αμειβόμενους υπαλλήλους, που πληρώνονταν ένα ορισμένο ποσόν για να παράγουν μεγαλύτερη αξία αγαθών ή άλλων υπηρεσιών. Αυτό, όπως θα ιδούμε αργότερα, απαιτούσε μιαν επέκταση που διέφερε από εκείνη του θεσμού της δουλείας στον Νότο, όντας επέκταση εμπορική, και όχι εδαφική. Αυτό το οικονομικό σύστημα, εξαρτώμενο για την λειτουργία του από την χρήση χρηματικού κεφαλαίου, και διενεργούμενο κυρίως από τους κατόχους τέτοιου κεφαλαίου, έγινε εξ αυτού γνωστό ως κεφαλαιοκρατικό [καπιταλιστικό] σύστημα. Η πουριτανική παλιννόστηση στην Αγγλία περί το 1640, και η συνεπακόλουθη πουριτανική εξέγερση στην Αγγλία, εισήγε τους σπόρους της οργανώσεως αυτού του συστήματος στην Αγγλία, και από εκεί το σύστημα διαδόθηκε στην Ευρώπη, αν και στον καιρό της Αμερικανικής Επαναστάσεως δεν είχε καταφέρει πουθενά μέσα στον καλούμενο "Παλαιό Κόσμο" να λάβει την σημασία που είχε στην Αμερική, απ' όπου προερχόταν.
Τον καιρό της Αμερικανικής Επαναστάσεως, αυτά τα δύο συστήματα, καπιταλσμός στον Βορρά και δουλεία στον Νότο, ήσαν ενεργή στην εξέγερση από αντίθετες αιτίες, και, για λόγους που είχαν να κάνουν με την φύση της υβριδικής καταγωγής τους, και αμφότερα τα συστήματα προσπαθούσαν να λειτουργήσουν κάτω από ένα περίεργο συνδυασμό νομοθετικών δημοκρατικών μορφών, που είχαν παρθεί από τους ερυθροδέρμους της Αμερικής, και ψευδο-φεουδαρχικών νομικιστικών μορφών, που είχαν αρχικά επιβληθεί από την Αγγλία, ενώ καμμία από τις δύο κατηγορίες δεν ταίριαζε ουσιαστικά ούτε στο Νότιο ούτε στο Βόρειο σύστημα. Το δυο αυτά συστήματα, εν τούτοις, παρά τις φυλετικές δημοκρατικές μορφές διακυβερνήσεως μέσα στις οποίες λειτουργούσαν, ήσαν αμφότερα ριζικά αντίθετα και προς αυτές ακόμη τις μορφές, και πάσχιζαν να τους αντισταθούν και να τις αντικαταστήσουν με κάποιο είδος ολιγαρχίας ή αριστοκρατίας. Κατά την έκταση αυτή, επί Πρώτης Δημοκρατίας, και οι δύο αυτές δυνάμεις συνεργάζονταν για την ανατροπή της Πρώτης Δημοκρατίας υπέρ κάποιου ολιγαρχικότερου τύπου κυβερνήσεως, που θα ήταν περισσότερο πρόσφορος. Της αντι-κυβερνητικής αυτής εκστρατείας ηγείτο η μυστική συνομωσία της Εταιρίας των Κινγκινάτων, υπό την ηγεσία του Προέδρου της, Γεωργίου Ουάσινγκτων, που υποκρινόταν ότι είχε αποσυρθεί από την δημόσια ζωή.
Τα δύο συστήματα που περιγράφησαν πιο πάνω, εν τούτοις, δεν ήσαν τα μόνα που είχαν εμφανισθεί και λειτουργούσαν, ή προσπαθούσαν να λειτουργήσουν, τον καιρό της Αμερικανικής Επαναστάσεως. Είδαμε πως και τα δυο αυτά υβριδικά συστήματα, το καπιταλιστικό στον Βορρά, και το σύστημα της δουλείας στον Νότο, στερούντο της αυτορρυθμίσεως που διέθεταν αρχικά τα συστήματα από τα οποία προέρχοντο, οπότε είχαν και τα δύο κάποιαν ανεξέλεγκτη τάση απεριόριστης επεκτάσεως, κάτι σαν οικονομική ελεφαντίαση, που σε κανένα τους δεν θα μπορούσε να θεραπευθεί, χωρίς την ολοσχερή καταστροφή του ίδιου του συστήματος. Εμφανίζονταν όμως, από την άλλη, συστήματα που εμπεριείχαν τα εξισορροπιστικά στοιχεία των αρχικών συστημάτων, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Αμερική. Κυρίαρχο μεταξύ αυτών ήταν το σύστημα των κρυφών εργοστασίων που είχε προκύψει συνεπεία του Μεγάλου Πολέμου του Οχάιο στην Μασσαχουσέττη και την Ρόουντ Αϊλαντ, καθώς και στις γειτονικές περιοχές. Επρόκειτο στην πραγματικότητα για μια απόπειρα κατά το δυνατόν προσαρμογής της δημοκρτικής οργανώσεως των ερυθροδέρμων στις ανάγκες των νέων λαών που είχαν εισβάλει στην χώρα. Και αυτό ακριβώς το σύστημα υπήρξε, όπως είδαμε, αρχικά το "πρώτο κινούν" για το ξεκίνημα της Επαναστάσεως, αν και τα δυο αριστοκρατικά συστήματα είχαν καταφέρει από νωρίς να σπρώξουν το εργατικό εργοστασιακό σύστημα στο περιθώριο. Ακόμη, σε μεγάλη έκταση το ίδιο αυτό σύστημα σημάδεψε με δημοκρατική μορφή και δημοκρατικές αρχές την κυβέρνηση της Πρώτης Δημοκρατίας―γεγονός που καθιστούσε ακόμη πιο επείγουσα για τα δύο αριστοκρατικά κοινωνικά σχέδια, αν ήθελαν να επιβιώσουν και να αποκτήσουν τον τεράστιο αναπτυξιακό χώρο που χρειάζονταν, το να ξεφορτωθούν όσο πιο μακριά γινόταν τα δημοκρατικά δεσμά που τους επέβαλλε τώρα το νέο σύστημα των εργατών. Το σύστημα αυτό των εργατών, πάντως, παρέμενε εν πολλοίς πιστό στην Νέα Αγγλία, και η αντεπανάσταση του 1780 στην Μασσαχουσέττη, καθιερώνοντας την "Κοινοπολιτεία," αποχαιρέτησε κάθε δυνατότητα καταστολής της "νεόπλουτης" δημοκρατικής οργανώσεως.
Υπήρξε επίσης μια απόπειρα, μέσα στον δέκατον όγδοο αιώνα, αποκαταστάσεως του φεουδαρχικού "συντεχνιακού συστήματος" παραγωγής στο τμήμα της Μασσαχουσέττης που αποτελούσε την πρώην Αποικία Πλύμουθ, και οργανώσεως της παραγωγής και διανομής από μέρους εργατών ενεργούντων ατομικά και για λογαριασμό τους, υπό αμοιβαίο όμως αυστηρό κανονισμό με κοινές συμφωνίες, δεσμευτικές για την κάθε συντεχνία. Εξέχουσα μεταξύ αυτών των προσπαθειών υπήρξε η οργάνωση της υποδηματοποιΐας στην πόλη Μπρόκτον. Το σχέδιο αυτό, εν τούτοις, στερούμενο της εκ των άνω ρυθμιστικής εξουσίας που καθιστούσε δυνατή την επιβίωση μέσα στο αρχικό περιβάλλον απ' όπου προήλθε, δεν πρόκοψε στην Αμερική, και δεν απέβη ποτέ ιδιαίτερα σημαντικό.
Η Πρώτη Δημοκρατία υπήρξε, λοιπόν, ένα πεδίο ανοικτής συγκρούσεως μεταξύ αυτών των διαφόρων οικονομικών συστημάτων που επιχειρούσαν να αποκτήσουν έλεγχο επί της Αμερικής, κυρίαρχα μεταξύ των οποίων ήσαν το καπιταλιστικό και το δουλοκτητικό σύστημα, από αριστοκρατικής πλευράς, και το εργατικό-εργοστασιακό και το συντεχνιακό σύστημα, από δημοκρατικής πλευράς. Η Πρώτη Δημοκρατία θα μπορούσε να παραμείνει ως είχε, όσο κανένα από τα συστήματα δεν ήταν σε θέση να καταλάβει τον πλήρη έλεγχο της χώρας. Θα ήταν όμως αναγκαστικά αμφίβολο, για πόσο διάστημα θα μπορούσε να διατηρηθεί αυτή η ισορροπία εξουσίας.
150. Το Νόμισμα κατά την Πρώτη Δημοκρατία. Αν και το Σύνταγμα της Πρώτης Δημοκρατίας έδινε στο Κονγκρέσσο την εξουσία να εκδίδει χρήμα, η κοπή νομίσματος δεν άρχισε στην πραγματικότητα ποτέ κατά την διάρκεια της σύντομης ζωής της Πρώτης Δημοκρατίας, και στην Αμερική, κατά την περίοδον αυτή, κυκλοφορούσε ένα συνονθύλευμα ξένων νομισμάτων, κατ' εξοχήν αγγλικών. Ουσιαστικά όλα τα νομίσματα που χρησιμοποιούντο στην χώρα αυτή στην διάρκεια του Πολέμου της Ανεξαρτησίας ήσαν πολύ εφθαρμένα, αφού ο κάθε χρήστης έπαιρνε την προμήθειά του με την μορφή μερικών ξεσμάτων μετάλλου που έγδερνε από το νόμισμα, και κάποια φορά, μάλιστα, το Κονγκρέσσο είχε διατάξει να γίνεται το ίδιο με νομίσματα που εκδίδοντο για να χρησιμοποιηθούν για την μισθοδοσία των στρατιωτών. Εφ' όσον το εμπόριο κατά τον πόλεμο γινόταν κατά κύριο λόγο με τις ισπανικές αποικίες, τα μόνα νέα νομίσματα που έρχονταν ήσαν τα ισπανικά, ενώ το αγγλικό χρήμα, που είχε παραμείνει στην Αμερική μέσα στην διάρκεια του πολέμου, εφθάρη τόσο πολύ που το αγγλικό νόμισμα κατέληξε σημαντικά υποτιμημένο. Αν και το Ηπειρωτικό Κονγκρέσσο, που ήταν η ηγετική αρχή της Πρώτης Δημοκρατίας, δεν έκοψε ουσιαστικά δικό του νόμισμα, εξέδιδε ωστόσο χαρτονόμισμα, κοινώς γνωστό ως Ηπειρωτικά, για πληρωμή του στρατού, και, εξ αιτίας της δυσκολίας αυτοχρηματοδοτήσεως που είχε το Κονγκρέσο (επί πρώτης Δημοκρατίας εξαρτάτο από την συνεισφορά των Πολιτειών), αυτά τα "Ηπειρωτικά" κατήντησαν σχεδόν άνευ αξίας, κάποτε μάλιστα έπεσαν στο ένα χιλιοστό της αξίας τους. Στην διάρκεια του πολέμου, πολλές από τις πολιτείες εξέδωσαν επίσης δικό τους χαρτονόμισμα. Μεταξύ αυτών ήσαν η Μασσαχουσέττη (η "Πολιτεία," όχι η Κοινοπολιτεία) και η Πεννσυλβανία. Καίτοι το αγγλικό νόμισμα παρέμενε το λογιστικό χρήμα, εκείνο που κυκλοφορούσε στην πραγματικότητα, ήταν το ισπανικό. Το πέσο, αξίας προπολεμικά λίγο παραπάνω από τέσσερα σελλίνια, και σημειούμενο σε πολλά μέρη της Αμερικής μεταπολεμικά (εξ αιτίας της υποτιμήσεως του αγγλικού νομίσματος) σε τιμές από πέντε μέχρι δέκα σελλίνια, έγινε η πραγματική νομισματική μονάδα σε ολόκληρη την Αμερική. Το νόμισμα αυτό ήταν από πολλού γνωστό στην Αγγλία και την Νέα Υόρκη με την ολλανδική ονομασία του, δολλάριο (αρχικά Γιοακείμσδαλερ, προερχόμενο από ένα αργυρορυχείο της Βοημίας), και τα "Ηπειρωτικά" χαρτονομίσματα τυπώνονταν με όρους "δολλαρίων," ενώ τα διάφορα χαρτονομίσματα των Πολιτειών εκδίδοντο γενικά με όρους λιρών και σελλινίων. Το κατώτερο νόμισμα, τα ψιλά, ήταν το ισπανικό ρεάλι, ένα όγδοο του πέσο, γνωστό ως πισταρήνι ("μικρό πέσο") στην Νέαν Αγγλία, και σε μερικές άλλες πολιτείες με συντμήσεις υποδηλώνουσες την κύρια ανταλλακτική του αξία, ως "φιπ" (αντί "φάιβπενς" [πέντε πέννες]) στην Νέα Υόρκη, ή "λέβυ" (σύντμηση του "ηλέβενπενς" [ένδεκα πέννες]) στην Νέα Ιερσέη, ενώ, είτε επρόκειτο για ψιλό των πέντε είτε των ένδεκα, ο όρος "ψιλό" για το ισπανικό ρεάλι γενικεύθηκε παντού καθ' όλη την Πρώτη Δημοκρατία. Ετσι που, κατά τον υπολογισμό χρηματικών ποσών στην Αμερική, παράλληλα με τον επίσημο κρατικό υπολογισμό σε λίρες, σελλίνια, και πέννες, που ήταν υποτιμημένος, ο λαός, και σε κάποια έκταση το Κονγκρέσο της Πρώτης Δημοκρατίας επίσης, χρησιμοποιούσε στην πράξη το δολλάριο, που ήταν έξι ψιλά, και το ψιλό, που ήταν ένας ασταθής και ποικίλος αριθμός πεννών, αναλόγως της συναλλακτικής τιμής. Αν και το "ψιλό" έπαψε να υφίσταται ως πραγματική νομισματική μονάδα, οι εκφράσεις "δυό ψιλά" για το κέρμα του ενός τετάρτου του δολλαρίου, και "τέσσερα ψιλά" για το μισοδόλλαρο χρησιμοποιούνται ακόμη σήμερα σε πολλά μέρη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Επί πλέον του αγγλικού και του ισπανικού νομίσματος, το χρήμα πολλών άλλων εθνών ήταν σε κοινή κυκλοφορία στην Αμερική σε κέρματα μικρής αξίας, συγχέοντας ακόμη περισσότερο την νομισματική πραγματικότητα. Η πρώτη απόπειρα αποκαταστάσεως της τάξεως εν προκειμένω έγινε με πρωτοβουλία της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, που, καιτοι δεν μπορούσε να αποκαταστήσει πλήρως ούτε τα ξένα κέρματα ούτε το Ηπειρωτικό χαρτονόμισμα, όφειλε να κάνει κάτι για να μπορέσει να λειτουργήσει το κατακτημένο λιμάνι της, αφού η πόλη της Νέας Υόρκης εξαρτούσε ουσιαστικά την ύπαρξή της από τους εισαγωγείς εμπόρους της. Το αποτέλεσμα ήταν πως η Πολιτεία της Νέας Υόρκης, λίγο μετά την προσάρτηση της πόλεως, επεξεργάστηκε ένα σύστημα "λογιστικού χρήματος"―όχι πραγματικού νομίσματος―προωρισμένου να αποτελέσει σταθερές μονάδες βάσει των οποίων θα γίνονταν οι υπολογισμοί και θα καθορίζοντο οι τιμές, και με όρους του οποίου θα αξιολογείτο το πραγματικό νόμισμα. Αυτό έγινε λαμβάνοντας το "δολλάριο"―το ισπανικό πέσο―ως βασική μονάδα αξίας. Ετσι, ταυτίζοντας και το "φιπ" με το υποτιμημένο σελλίνι, ο πίνακας αξιών έγινε για την Πολιτεία της Νέας Υόρκης: 12 πέσος ίσον ένα σελλίνι, 8 σελλίνια ίσον ένα δολλάριο. Το δολλάριο, και το "σελλίνι της Υόρκης," αντιπροσώπευαν τα ισπανικά νομίσματα που χρησιμοποιούντο στην πράξη στις Ηνωμένες Πολιτείες, και το μοναδικό νέο στοιχείο ήταν η εισαγωγή μιας τεχνητής μονάδος, που δεν αντιπροσωπευόταν από κανένα πραγματικό νόμισμα, για την μέτρηση των ψιλών―της "πέννας της Υόρκης," που ισούτο με το το ένα ενενηκοστό έκτο του δολλαρίου. Καθώς η χρήση "πέννας της Υόρκης" και "σελλινιού της Υόρκης" ως μονάδων χρηματικής μετρήσεως επεκτάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη και μέχρι τον Καναδά, φυσικό ήταν να στρογγυλοποιηθεί η "πέννα της Υόρκης" στις 100 ανά δολλάριο.
Υπό τα Αρθρα της Συνομοσπονδίας, το Κονγκρέσσο της Πρώτης Δημοκρατίας είχε την εξουσία να κόβει νόμισμα, πράγμα ευκολότερο να το λες παρά να το κάνεις. Μέσα στο συνονθύλευμα ξένων νομισμάτων, και με το "Ηπειρωτικό" χαρτονόμισμα σοβαρά υποτιμημένο, οι Ηπειρωτικές επιτροπές, που διορίζοντο κατ' έτος για να χειρισθούν το πρόβλημα, αδυνατούσαν να βρουν κάποια λύση. Ομως, το 1785, ο Θωμάς Τζέφφερσον, που ήταν στην σχετική επιτροπή του Κονγκρέσσου εκείνης της χρονιάς, κατάφερε να συντάξει μιαν οριστική έκθεση, προτείνοντας ένα νομισματικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρώτιστη βάση γι' αυτό ήταν το γεγονός πως, στην πράξη, η πέννα της Υόρκης μετατρεπόταν από την κοινή χρήση στο ένα εκατοστό αντί του ενενηκοστού έκτου του δολλαρίου, και ο Τζέφφερσον πρότεινε να ενσωματωθεί αυτή ακριβώς η μονάδα στο νομισματικό σύστημα. Το πάγιο χρήμα θα ήταν ασημένιο, με ένα βοηθητικό χρυσό νόμισμα για τα μεγάλα ποσά (αντιγραφή από το ισπανικό πρότυπο), και το δολλάριο θα αποτελούσε την κύρια μονάδα, διαιρούμενο σε δέκατα, εκατοστά, και χιλιοστά, με τις δύο πρώτες υποδιαιρέσεις να αντιστοιχούν κατά προσέγγιση στα σελλίνια και τις πέννες της Υόρκης, μη ταυτιζόμενα πάντως με καμμία προγενέστερη μονάδα. Ως ονομασίες των κλασμάτων αυτών του δολλαρίου επιλέγησαν λέξεις που υποτίθεται ότι υποδήλωναν τους αριθμούς 10, 100, και 1.000, αντιστοίχως, δηλαδή "ντάιμ" για το δέκατο του δολλαρίου (από το γαλλικό "ντιμ" που σήμαινε δέκατο), "σεντ" (100 στα γαλλικά) για το εκατοστό του δολλαρίου, την λαϊκή εκδοχή της πέννας της Υόρκης, και "μιλλ" (από το γαλλικό χίλια) για το χιλιοστό του δολλαρίου. Ομως, όταν οι Κινγκινατικοί του Κονγκρέσσου ξεφορτώθηκαν τον Τζέφερσον, στέλνοντάς τον πρέσβυ στην Γαλλία, αυτή η πρόταση, όπως και το σχέδιο του Τζέφφερσον για την δημοκρατική διακυβέρνηση της Νοτιοδυτικής Επικρατείας, παραπέμφθηκε στις ελληνικές καλένδες, πολλώ μάλλον εφ' όσον η συνομωσία ανατροπής της Πρώτης Δημοκρατίας θα είχε περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας, εάν μπορούσε να εμποδισθεί το Κονγκρέσσο να σταθεροποιήσει το αμερικανικό νόμισμα, οπότε να χρεωκοπήσει η Πρώτη Δημοκρατία. Ο Τζέφφερσον λοιπόν αφέθηκε να προπαγανδίσει στον γαλλικό λαό τις ιδέες του για τα πλεονεκτήματα ενός δεκαδικού συστήματος για το νόμισμα, και (όπως είχε προτείνει στην έκθεσή του προς το Κονγκρέσσο) για τα μέτρα και τα σταθμά.
151.
Εκκλησιαστική Αναδιοργάνωση. Η Αμερικανική Επανάσταση και ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας είχαν σημαντικά αδυνατίσει τις περισσότερες θρησκευτικές οργανώσεις στην Αμερική, και τους ήταν αδύνατον να ανακτήσουν ποτέ την παλαιά τους ρώμη. Η κύρια έδρα θρησκευτικής κυριαρχίας και μισαλλοδοξίας στην διάρκεια του πολέμου στην Αμερική υπήρξε η Βιρτζίνια, όπου η Επισκοπιανή Εκκλησία εξακολουθούσε να έχει το πάνω χέρι, αν και οι απαιτήσεις του πολέμου επέβαλαν την αποκαθήλωσή της ως επίσημης εκκλησίας, τουλάχιστον μέχρι να μπορέσει να αναδιοργανωθεί, ώστε να μη είναι πλέον υποταγμένη στο βρεττανικό στέμμα. Μόλις τελείωσε ο πόλεμος, οι επισκοπιανοί στην Βιρτζίνια, αλλά και στις υπόλοιπες Ηνωμένες Πολιτείες, έσπευσαν να φέρουν εις πέρας την αναδιοργάνωση αυτήν. Αυτό συνέβη ξεχωριστά στον Βορρά και τον Νότο, όπως άλλωστε διαφορετικοί ήσαν οι σκοποί για τους οποίους είχαν επαναστατήσει ο Βορράς και ο Νότος. Γιατί, όχι μοναχά στην Βιρτζίνια παρά στο μεγαλύτερο μέρος του Νότου, οι ηγέτες της εξεγέρσεως ανήκαν στην παληά αγγλική αριστοκρατία και ήσαν καλοί επισκοπιανοί, ενώ ο Νότος επιχειρούσε πράγματι να καθιερώσει μια ημι-επίσημη Εκκλησία της Βιρτζίνιας, η οποία να μπορεί επίσης να ασκεί επιρροή σε ολόκληρον τον Νότο. Στον Βορρά όμως, οι περισσότεροι από τους οπαδούς της Επισκοπιανής Εκκλησίας, εκτός από τους νοτίους που είχαν προσφάτως εγκατασταθεί στον Βορρά, ήσαν οι Τόρηδες, καίτοι πολλοί από αυτούς, ιδιαίτερα στην πόλη της Νέας Υόρκης και τις Πωμονόκες Νήσους, διεκδικούσαν τώρα φιλεπαναστατικούς τίτλους. Δεν υπήρχαν τώρα επίσκοποι της εκκλησίας αυτής στην Αμερική, αφού αυτοί είχαν φύγει στις αρχικές φάσεις της επαναστάσεως, καθώς αντιπροσώπευαν απ' ευθείας τον βασιλέα ως κεφαλή της εκκλησίας, ενά η Εκκλησία της Αγγλίας δεν εννοούσε να χειροτονήσει κανένα επίσκοπο, εκτός εάν ορκιζόταν υπακοή στην θέση της Αγγλίας επί κεφαλής της εκκλησίας. Ως αποτέλεσμα αυτού του αδιεξόδου που διατηρήθηκε επί μακρόν μετά τον τερματισμό του πολέμου, κατέστη αμφίβολο για πόσο ακόμη θα μπορούσε η Επισκοπιανή Εκκλησία να κρατήσει την οργάνωσή της υπό τις νέες συνθήκες, και η Βιρτζίνια αναγκάσθηκε να υιοθετήσει ένα διάταγμα πλήρους ανεξιθρησκίας το 1785, όλως ξένο προς τις ιδέες των περισσοτέρων από εκείνους που το στήριξαν, αν και συντάχθηκε πράγματι από το φιλελεύθερο στοιχείο της Βιρτζίνιας, και ιδιαίτερα από τον Θωμά Τζέφφερσον, ο οποίος είχε από μακρού εργασθεί προς τον σκοπόν αυτό.Το 1785 δύο επισκοπιανοί λειτουργοί κατάφερ