Κεντρική Σελίδα των Αρχείων      Περιεχόμενα

ΟΙ ΦΥΛΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

W. J. Sidis

Μετάφραση: Γεωργία Ερατώ Τριανταφυλλίδη

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXX

ΥΠΟ ΤΟΥΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΕΣ-ΡΕΠΟΥΜΠΛΙΚΑΝΟΥΣ

 

181. Ο Τζέφφερσον Πρόεδρος. Η αλλαγή της διοικήσεως την Τετάρτη, 4 Μαρτίου 1801, υπήρξε απλώς αλλαγή κομμάτων στην εξουσία, και όχι αλλαγή της κυβερνητικής ή οικονομικής οργανώσεως. Ηταν η πρώτη εγκατάσταση κυβερνήσεως που γινόταν στην καινούργια πρωτεύουσα στον Πότομακ, και ο Τζέφφερσον την έκανε όσο πιο απλά μπορούσε. Οι Ομοσπονδιακοί έχαναν την ισχύ τους, και οι Κινγκινάτοι δεν αποτελούσαν πλέον πολιτική δύναμη. Και όμως, παρά την πλήρη αλλαγή στο προσωπικό της κυβερνήσεως, ούτε η οργάνωση της κυβερνήσεως, ούτε το οικονομικό σύστημα που έλεγχε την κυβέρνηση και αποτελούσε την πραγματική εξουσία στην χώρα, επηρεάσθησαν στο ελάχιστο. Οι Νόμοι περί Στάσεως και περί Αλλοδαπών ανακλήθησαν γρήγορα, ένας αριθμός Ομοσπονδιακών αξιωματούχων απομακρύνθηκε, και στις θέσεις τους προσελήφθησαν Δημοκρατικοί-Ρεπουμπλικάνοι (με πρόθεση την επίτευξη και εν συνεχεία την παγίωση της ισόρροπης εκπροσωπήσεως  των δύο κομμάτων), ενώ και μια συνταγματική τροπολογία (η δωδεκάτη) εγκρίθηκε γρήγορα από το Κονγκρέσσο και τις Πολιτείες αλλάζοντας τον τρόπο εκλογής του Προέδρου, ώστε οι εκλέκτορες, αντί να ψηφίζουν δύο υποψηφίους για την Προεδρία, να ψηφίζουν ένα υποψήφιο για Πρόεδρο και ένα για Αντιπρόεδρο (κάτι που έγινε εξ αιτίας του συνδέσμου Τζέφφερσον και Μπουρρ, αλλά και επειδή η νέα εκλογική μέθοδος προσφέρεται καλύτερα για κομματικές πολιτικές). Δυσκολότερο ήταν το πρόβλημα των "δικαστών του μεσονυκτίου," που είχε διορίσει ο Ανταμς τις τελευταίες ώρες της Προεδρίας του. Αυτοί παρέμεναν εκτός υπηρεσίας με εντολή του νέου Υπουργού Εσωτερικών, Τζέημς Μάντισον, ο οποίος επέτυχε, με διάφορες δικαιολογίες να καθυστερεί επ' αόριστον τον διορισμό τους στις έδρες τους, με τελικό αποτέλεσμα την αυτεπάγγελτη δίωξη του Μάντισον από το Ανώτατο Δικαστήριο προκειμένου να αναγκασθεί να εκδώσει τους διορισμούς. Η νέα διοίκηση, ενόσω η υπόθεση συζητείτο ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατάφερε να αυξήσει τον αριθμό των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου από πέντε σε επτά. Αφού ήταν γνωστό ότι πρόθεση των Ομοσπονδιακών ήταν να χρησιμοποιήσουν το Ανώτατο Δικαστήριο ως μέσο διατηρήσεως της εξουσίας σε περίπτωση δυσμενούς εκλογικού αποτελέσματος, όπως εκείνο του 1800-1801, οι Δημοκρατικοί-Ρεπουμπλικάνοι επωφελήθησαν του σχεδίου για λογαριασμό τους. Ως αποτέλεσμα, όταν τελικά εκδόθηκε μια γνωμοδότηση, το 1803, το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αυτοί οι "δικαστές του μεσονυκτίου" είχαν έννομο δικαίωμα να αναλάβουν το αξίωμά τους, αλλά αποφάνθηκε ότι το Κονγκρέσσο δεν διέθετε την συνταγματική εξουσία να αναθέσει την συζήτηση της υποθέσεως στο Ανώτατο Δικαστήριο, και για τούτο αρνήθηκε την αρμοδιότητα επί της υποθέσεως, με το σκεπτικό ότι ο νόμος του Κονγκρέσσου που του παρείχε την σχετική εξουσιοδότηση ήταν αντισυνταγματικός, και άρα άκυρος. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών επεφύλαξε εις εαυτό το δικαίωμα να ακυρώνει πράξεις του Κονγκρέσσου. Το προηγούμενο που αναφέρθηκε, εν προκειμένω, ήταν η υπόθεση Τρεβέλυαν της Ρόουντ Αϊλαντ, την οποία το πολιτικό πραξικόπημα της Ρόουντ Αϊλαντ του 1786 είχε αποκηρύξει.

Σχετικά με τις εχθροπραξίες κατά της Γαλλίας, το Δημοκρατικό-Ρεπουμπλικανικό κόμμα, αν και είχε αναγκασθεί να παραιτηθεί από την χρησιμοποίηση της Γαλλικής Επαναστάσεως ως παραδείγματος προς μίμησιν για τους αμερικανούς, παρέμενε εξαιρετικά φιλογαλλικό σχετικά με τον πόλεμο στην Ευρώπη, και γρήγορα συνήφθη ειρήνη με τον Βοναπάρτη, ο οποίος τώρα αυτοανακυρήσσετο Αυτοκράτωρ της Γαλλίας, όπως άλλωστε ήταν ήδη στην πραγματικότητα επί αρκετά χρόνια. Είναι αξιοπερίεργο ότι η Γαλλική Επανάσταση και το πραξικόπημα των Κινγκινάτων έλαβαν χώρα μέσα στην ίδια χρονιά, και ότι η πτώση των Ομοσπονδιακών συνέβη την ίδια χρονιά με το τέλος της Γαλλικής Επαναστάσεως.

 

182. Απόκτηση της Λουιζιάνας. Καίτοι ο Τζέφφερσον ήταν προσωπικά πολέμιος του θεσμού της δουλείας (είχε κληρονομήσει μερικούς δούλους, αλλά τους ελευθέρωσε όλους), ουσιαστικά ο ίδιος αποτελούσε συνέχεια των παληών φιλελευθέρων της Βιρτζίνιας, οι οποίοι ήσαν κάτι σαν μεσολαβητές μεταξύ όλων των κυρίαρχων αλληλοσυγκρουομένων τάσεων. Ετσι, ως ηγέτης μιας κυβερνήσεως, αντιπροσώπευε στην πραγματικότητα μιαν απόπειρα συμβιβασμού και εξισορροπήσεως της ισχύος μεταξύ του θεσμού της δουλείας στον Νότο, και του καπιταλισμού στον Βορρά. Δεν εκπροσωπούσε την δουλεία καθ' εαυτήν, αλλά ήταν οπωσδήποτε υπέρμαχος της εδαφικής επεκτατικής τάσεως αυτού του θεσμού, αν και με πολύ πιο ήπια μορφή απ' όσο επί Ουάσινγκτων.

Στα Βορειοδυτικά, οι διεκδικητικές βλέψεις του Κοννέκτικατ είχαν μερικώς ικανοποιηθεί δια της δημιουργίας ενός δημόσιου σχολείου με χρηματοδότηση τα έσοδα από την πώληση του εδάφους της Δυτικής Εφεδρείας, και το Κοννέκτικατ παρέδωσε την δικαιοδοσία επί της Δυτικής Εφεδρείας στην Ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αν και δεν είχε ποτέ παραιτηθεί από μιαν ενδεχόμενη αναστροφή στην περιοχή. Εν συνεχεία, οργανώθηκε μια Πολιτειακή κυβέρνηση στο ανατολικό μέρος της περιοχής, αρχικά για το ευρισκόμενο νοτιοανατολικά της Γραμμής Γκρήνβιλλ τμήμα της "Επικρατείας Οχάιο", που αργότερα όμως επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει το ανατολικό κομμάτι της Επικρατείας, όπως είχε αρχικά σχεδιασθεί, παρά τα δικαιώματα που είχαν παραχωρηθεί στις φυλές βάσει της συνθήκης του 1795. Η περιοχή αυτή έγινε τελικά δεκτή από το Κονγκρέσσο το 1803 ως πλήρες μέλος της Ενώσεως, ως Πολιτεία του Οχάιο.

Οσο για τα Νοτιοδυτικά, τον Τζέφφερσον ανησυχούσε η λωρίδα γης που χώριζε την νεοαποκτηθείσα περιοχή Γιάζου (μέρος τώρα της Επικρατείας Μισσισσιππή) από τον Κόλπο του Μεξικού. Το λιμάνι της Νέας Ορλεάνης ήταν η φυσική θαλάσσια διέξοδος για ολόκληρο σχεδόν το πέραν των ορέων τμήμα των Ηνωμένων Πολιτιεών. Οι δυτικοί έποικοι, ακόμη και επί Πρώτης Δημοκρατίας, είχαν κατ' επανάληψιν επιχειρήσει να το καταλάβουν δια της βίας, ενώ τώρα ήταν ένα είδος ελεύθερου λιμένα για το αμερικανικό εμπόριο για μια δεκαετία, που τώρα κόντευε να εκπνεύσει. Τα λιμάνια της Δυτικής Φλόριδας Μομπάιλ και Μπιλόξι ήσαν εξ ίσου σημαντικά για την νέα χώρα του Γιάζου. Η διοίκηση των Ομοσπονδιακών είχε αρκεσθεί στις διαπραγματεύσεις με την Ισπανία για το προνόμιο ελεύθερου ελλιμενισμού στην Νέα Ορλεάνη. Ο Τζέφφερσον επιχείρησε να διαπραγματευθεί την αγορά της Νέας Ορλεάνης και της Δυτικής Φλόριδας.

Ενα απροσδόκητο αποτέλεσμα του πολέμου στην Ευρώπη υπήρξε η παράδοση, από μέρους της Ισπανίας, της Επαρχίας της Λουιζιάνας στην Γαλλία το 1802. Τούτο αυτομάτως ματαίωσε όλες τις προηγούμενες διαπραγματεύσεις, και το δεκαετές προνόμιο του ελεύθερου ελλιμενισμού για τους αμερικανούς στην Νέα Ορλεάνη έλαβε τέλος, έτσι ώστε το στόμιο του Ποταμού Μισσισσιππή, η μοναδική θαλάσσια διέξοδος γιά ολόκληρη την δυτική περιοχή, έμελλε οριστικά να κλείσει για τους αμερικανούς. Ο Τζέφφερσον, αντί να αρχίσει διαπραγματεύσεις ανανεώσεως των προηγουμένων εμπορικών συμφωνιών, προχώρησε σε ανοίγματα στον Ναπολέοντα για την αγορά του λιμένος της Νέας Ορλεάνης από την Γαλλία. Μετά από κάποια καθυστέρηση στις διαπραγματεύσεις, ο Ναπολέων ερώτησε πόσα ήσαν διατεθειμένες οι Ηνωμένες Πολιτείες να πληρώσουν για ολόκληρη την επαρχία της Λουιζιάνας.

Αυτό κι αν ήταν έκπληξη: προσφερόταν μια εδαφική έκταση, της οποίας οι ακριβείς διαστάσεις ήσαν αμφίβολες, η οποία όμως, με τους μετριότερους υπολογισμούς, ήταν πολύ μεγαλύτερη σε έκταση απ' όσο ολόκληρες οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οταν η Ισπανία παραιτήθηκε από τις διεκδικήσεις της επ' αυτής της μεγάλης εκτάσεως (της οποίας το μεγαλύτερο μέρος δεν ήταν στην πραγματική κατοχή κανενός, εκτός από τις πολυάριθμες φυλές που κατοικούσαν την περιοχή), ο Ναπολέων σκόπευε αρχικά να την καταστήσει μέρος της εξαπλούμενης γαλλικής αυτοκρατορίας. Η πολιτική αυτή όμως απέβη ξαφνικά ανέφικτη. Η γαλλική περιοχή της νήσου του Αγίου Δομηνίκου ήταν αναγκαία ως επιχειρησιακή βάση προκειμένου να καταστεί δυνατή η διατήρηση των λιμένων του Μισσισσιππή, και ήδη η περιοχή ξέφευγε με ραγδαίους ρυθμούς απο τον γαλλικό έλεγχο. Είδαμε πως η Γαλλική Επανάσταση πήρε, στην αποικία αυτή, την μορφή μιας εξεγέρσεως των δούλων. Οταν ο Ναπολέων Βοναπάρτης έγινε αυτοκράτωρ, κάλεσε τον ηγέτη της επαναστάσεως αυτής της αποικίας, ένα δούλο ονόματι Τουσαίντ Λ' Ουβερτύρ, στην Γαλλία, και εκεί  έβαλε να τον ρίξουν στην φυλακή. Η επανάσταση των δούλων συνεχίσθηκε τότε στον γαλλικό Αγιο Δομήνικο με έναν άλλο δούλο ηγέτη, τον Ιωάννη Ιάκωβο Ντεασαλίν, ο οποίος οργάνωσε το γαλλικό τμήμα της νήσου ως Δημοκρατία της Αϊτής, πράγμα που ουσιαστικά σήμανε τον ακρωτηριασμό της στρατιωτικής επικοινωνίας μεταξύ Γαλλίας και Λουιζιάνας. Η Λουιζιάνα έτσι έγινε απροσπέλαστη για την Γαλλία, και μάλιστα πριν ακόμη μπορέσει ο Ναπολέων να παραλάβει τα λιμάνια του Μισσισσιππή Νέα Ορλεάνη και Αγιο Λουδοβίκο [Σαιν Λούις]. Αλλά οι αμερικανοί διαπραγματευτές για την αγορά της Νέας Ορλεάνης και της Δυτικής Φλόριδας έδωσαν στον Ναπολέοντα την ιδέα πως η Λουζιάνα θα μπορούσε να χρησιμεύσει στην οικοδόμηση μιας νέας δυνάμεως, που θα απέβαινε αντίπαλος της Μεγάλης Βρεττανίας. Ετσι, χάρις σε μια τυχαία συγκυρία, η μεγάλη αυτή εδαφική περιοχή δόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, με συφωνηθείσα τιμή τα 15.000.000 δολλάρια.

Ακριβώς ποιά ήταν η Λουιζιάνα, κανείς δεν φαινόταν να γνωρίζει. Η διεκδικούμενη από τους γάλλους Λουιζιάνα, προ του Μεγάλου Πολέμου του Οχάιο, ήταν μια από εκείνες τις θολές "διεκδικήσεις ανακαλύψεως" που προκάλεσαν τόσο πολλές διεθνείς αντιπαραθέσεις για εδάφη τα οποία κανένα από τα ευρωπαϊκά έθνη δεν κατείχε ποτέ - ήταν, με λίγα λόγια, η διεκδίκηση ολόκληρης της πεδιάδας που άρδευε ο Ποταμός Μισσισσιππής, αν και ελάχιστο τμήμα αυτής είχε ποτέ διατελέσει υπό τον έλεγχο των λευκών. Τα ακριβή όρια αυτής της παληάς γαλλικής βλέψεως, ιδιαίτερα στην ακτή του Κόλπου, δεν τα γνώριζε κανείς. Περιελάμβανε, την εποχή εκείνη, την Δυτική Φλόριδα και ένα κομμάτι της ακτής του σημερινού Τέξας. Τα αν έφθανε μέχρι τα Βραχώδη Ορη ή την Ακτή του Ειρηνικού, δεν ήταν ούτε κι αυτό ξεκάθαρο. Η γαλλική διεκδίκηση της Λουιζιάνας μέχρι το 1763 υπήρξε μια παραγωγική αιτία διαποικιακών και διεθνών πολέμων σε ολόκληρη την Αμερική, και, εν κατακλείδι, σε ολόκλρο τον κόσμο. Ουσιασττικά, αυτή η ασαφής και αστήρικτη διεκδίκηση ήταν εκείνη που προέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες το 1803 - διεκδίκηση που έφερε τις Ηνωμένες Πολιτείες στην  θέση που ήταν η Γαλλία στο πρώτο μέρος του προηγουμένου αιώνα, υποχρεωμένες δηλαδή να διαφωνούν, και να πολεμούν, για μια εδαφική έκταση με όλες τις γείτονες δυνάμεις. Η συνθήκη της αγοράς δήλωνε απλώς ότι τα όρια ήσαν τα ίδια που είχε η Λουιζιάνα επί Γαλλίας και επί Ισπανίας. Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών έκανε πως πίστευε ότι αυτό σήμαινε τα όρια που διεκδικούσε η Γαλλία προ του 1763, καλύπτοντας το μεγαλύτερο τμήμα της Βόρειας Αμερικής. Περιελάμβαναν  την Δυτική Φλόριδα - την οποία η Ισπανία δεν είχε ποτέ παραχωρήσει στην Γαλλία με την συνθήκη του 1802, και την οποία επομένως η Γαλλία δεν μπορούσε να πουλήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Περιελάμβαναν μια διεκδίκηση της περιοχής του Ποταμού Κολούμπια στην ακτή του Ειρηνικού (που οι ευρωπαίοι το 1763 θεωρούσαν την θέση μιας μεγάλης νησιωτικής θάλασσας) καθώς και της ισπανικής επαρχίας της Αλτα Καλιφόρνια. Ο Τζέφφερσον είχε επιμείνει ιδιαίτερα πως η αγορά περιελάμβανε και την Δυτική Φλόριδα, ενώ τα ισπανικά όρια της Λουιζιάνας ήσαν, στην ανατολική πλευρά, το εθνικό σύνορο που είχε καθιερωθεί το 1763, δηλαδή, ο Ποταμός Μισσισσιππής, περιλαμβανομένης της "Νήσου της Ορλεάνης" (μιάς ελώδους νήσου πάνω στην οποία είναι κτισμένη η Νέα Ορλεάνη) εντός των συνόρων της Λουζιάνας, αν και ανατολικά του ποταμού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες άρπαξαν δια της βίας το τμήμα της Δυτικής Φλόριδας μεταξύ του Μισσισσιππή και του Ποταμού Περλ, ως μέρος του νέου εδαφικού αποκτήματος.

Σε διάφορα τμήματα της Επαρχίας της Λουζιάνας εστάλησαν κυβερνητικές αποστολές για να αποφανθούν πόσο μακριά θα έφθαναν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην επέκταση των εδαφικών τους διεκδικήσεων. Μερικές από τις αποστολές αυτές επέστρεψαν, και μερικές κατέληξαν στους ισπανικούς οικισμούς του Νέου Μεξικού. Η αποστολή των Λιούις και Κλαρκ ήταν η πλέον αξιοσημείωτη. Με οδηγό μια ερυθρόδερμη γυναίκα αιχμάλωτη από την περιοχή της Ειρηνικής ακτής, ανέβηκαν τον Ποταμό Μισούρι, διασχίζοντας τα Βραχώδη Ορη μέχρι την χώρα Βάουρεγκαν, που επί διοκήσεως Ουάσινγκτων την είχαν διεκδικήσει ως ανακάλυψη των Ηνωμένων Πολιτειών, και που τώρα διεκδικούσαν ως τμήμα της Λουζιάνας. Οι εξερευνητές χαρτογράφησαν τότε ένα "βόρειο σύνορο της Λουιζιάνας" που εκτεινόταν ίσια μέχρι τον Ειρηνικό Ωκεανό. Ολόκληρη η περιοχή - ο άνω Μισούρι και η χώρα Βάουρεγκαν - είχε στην πραγματικότητα διατελέσει υπό ισπανική εμπορική επιρροή για κάποιο διάστημα, ενώ τώρα διεκδικείτο από την Μεγάλη Βρεττανία ως μέρος της επικρατείας της Εταιρίας του Κόλπου του Χούντσον. Η Ειρηνική Ακτή διεκδικείτο επίσης από την Ρωσσία ως μέρος της Βορειοαμερικανικής της επικρατείας, που εξαπλωνόταν βαθμιαία προς νότον από τον Βερίγγειο Πορθμό για αρκετόν καιρό. Λίγο αργότερα, μια ρωσσική εκστρατευτική αποστολή εστάλη στην Ανω Καλιφόρνια, και έφθασε στην χερσόννησο του Αγίου Φραγκίσκου προτού να ηττηθεί από τους ισπανούς. (Το μέρος της χερσοννήσου όπου προσεδαφίσθηκε η ρωσσική αποστολή ονομάζεται ακόμη Ρώσσικος Λόφος. Αλλες ονομασίες ρωσσικής καταγωγής παραμένουν ακόμη στην Βόρειο Καλιφόρνια, όπως Σάστα, αγγλική εκδοχή του ρώσσικου ονόματος Τσίστα, δηλαδή καθαρός, που υποτίθεται ότι μετέφραζε το ιθαγενές όνομα του όρους, λέκα, δηλαδή λευκό.) Ακριβώς οταν  άρχιζε να προωθεί εδαφικές διεκδικήσεις συγκρουόμενες προς εκείνες των Ηνωμένων Πολιτειών, αφού προηγουμένως είχε τηρήσει στάση αποχής επί τριάντα χρόνια, η Ρωσσία προέβη επί τέλους στην αναγνώριση των Ηνωμένων Πολιτιεών.

Τα σύνορά της Λουιζιάνας στα νοτιοδυτικά ήσαν επίσης ασαφή και αόριστα, και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ανατρέχοντας πίσω στους παληούς γαλλικούς οικισμούς προ του Μεγάλου Πολέμου του Οχάιο, διεκδικούσαν την ακτή του Κόλπου μέχρι τον Ρίο Γκράντε ντελ Νόρτε, ενώ η Ισπανία διεκδικούσε μέχρι την λεκάνη του Ποταμού Ατσαφαλάγια, όπου βρισκόταν το προκεχωρημένο φυλάκιο των εποίκων "Κάτζουν." (Αυτοί ήσαν οι απόγονοι των εξορίστων που είχαν διωχθεί από την Νέα Σκωτία το 1764, οι οποίοι αυτοαποκαλούντο ακόμη Ακάδιοι.) Το ζήτημα των νοτιοδυτικών συνόρων της Λουιζιάνας δεν τακτοποιήθκε ποτέ πλήρως, τουλάχιστον στη σκέψη των επεκτατιστών, οι οποίοι προσπαθούσαν να βρουν περισσότερο χώρο προς χάριν του θεσμού της δουλείας. Κάποιος προσωρινός συμβιβασμός, εν τούτοις, επιτεύχθηκε το 1806.

Ο Αντιπρόεδρος, Ααρών Μπουρρ, είχε καθαιρεθεί στο τέλος της πρώτης προεδρικής θητείας του Τζέφφερσον, επειδή, παίρνοντας πολύ προσωπικά τις κομματικές διαφορές, είχε πυροβολήσει τον Αλέξανδρο Χάμιλτων σε μονομαχία στον Φράκτη στο Ουηχώουκεν της Νέας Ιερσέης, το 1804. Μόλις βρέθηκε εκτός αξιώματος, συνέλαβε ένα σχέδιο καταλήψεως των αμφισβητούμενων μερών στα νοτιοδυτικά της Λουιζιάνας με στρατιωτικό πραξικόπημα, να κυριεύσει πρώτα την Νέα Ορλεάνη και μετά την περιοχή του Τέξας. Μια στρατιωτική εκστρατεία για τον σκοπό αυτόν οργανώθηκε πράγματι σε ένα νησί του Ποταμού Οχάιο, κοντά στην Μαριέττα, το 1806. Ενα όμως από τα μέλη της εκστρατείας τους πρόδωσε, και έτσι εσύρθησαν σε δίκη στην Νέα Ορλεάνη, ενώ συνήφθη μια βιαστική συνθήκη ειρήνης με την Ισπανία, τοποθετώντας τα σύνορα στον Ποταμό Σαμπίνε μέχρις ότου μπορέσουν να καθορισθούν οριστικά. Εκεί παρέμειναν τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών μέχρι το 1845.

Η δίκη της μικρής αντάρτικης στρατειάς του Μπουρρ, εν τούτοις, αποδείχθηκε φιάσκο, παρά την αποστασία ενός από τα μέλη της, και οι κατηγορίες απορρίφθησαν αναγκαστικά λόγω ελλείψεως μαρτυριών.

Η αγορά των γαλλικών διεκδικήσεων γι' αυτό το τεράστιο κομμάτι της ηπείρου κατέληξε σε επικρίσεις κατά της διοικήσεως Τζέφφερσον, ιδίως ως προς την συνταγματικότητα της όλης πράξεως. Προηγουμένως, εκείνοι που επιδίωκαν να περιορίσουν την κυβέρνηση των Ομοσποδιακών στα οριζόμενα από το Σύνταγμα θέματα, ήσαν ακριβώς οι Δημοκρατικοί-Ρεπουμπλικάνοι. Τώρα, με αυτούς τους τελευταίους στην εξουσία, η κατάσταση αντεστράφη, και οι Δημοκρατικοί-Ρεπουμπλικάνοι, έχοντας το πάνω χέρι, άρχισαν να παραβιάζουν τα στενά περιθώρια του Συντάγματος, και να ακολουθούν μια ιμπεριαλιστική και επεκτατική πολιτική, ενώ οι Ομοσπονδιακοί, ως αντιπολίτευση πλέον, υιοθετούσαν την θέση της στενής ερμηνείας. Αυτή η κατάσταση κορυφώθηκε όταν δόθηκε στην Επαρχία της Λουιζιάνας μια περιφερειακή κυβέρνηση (με τίτλο "Περιφέριεα Λουιζιάνας") σύμφωνα με τον ισπανικό νόμο, περιλαμβάνοντας την καθιέρωση της Καθολικής Εκκλησίας και την καταστολή της ελευθερίας του λόγου. Η αντιπολίτευση των Ομοσπονδιακών είχε τώρα την ευκαιρία να αναδείξει το θέμα της ελευθερίας του λόγου και της συνταγματικότητος κατά την Χάρτα των Δικαιωμάτων, ξεχνώντας προφανώς τον δικό τους Νόμο περί Στάσεως του 1798. Αυτή η προσωρινή κυβέρνηση, πάντως, γρήγορα αντικαταστάθηκε με αίτηση των ανθρώπων που ζούσαν στην εποικισμένη περιοχή κοντά στο στόμιο του Ποταμού Μισσισσιππή, οι οποίοι προτιμούσαν μιαν εκλεγμένη νομοθετική αρχή και ένα γαλλικό νομικό σύστημα. Κατά συνέπειαν, προβλέφθηκε η ρύθμιση αυτή για την "Επικράτεια της Ορλεάνης," περιλαμβανομένων και των νέων εδαφών νοτίως του 33ου παραλλήλου, όπου βρίσκονταν οι περισσότερες γαλλικές κοινότητες, ενώ η υπόλοιπη "Επαρχία της Λουιζιάνας," την οποία ο Τζέφφερσον ήλπιζε να καταστήσει μόνιμη πατρίδα για τις φυλές των ερυθροδέρμων της Αμερικής, οργανώθηκε προσωρινά ως "Επικράτεια της Λουιζιάνας," υπό την διακυβέρνηση ενός διορισμένου κυβερνήτη από τον Σαιντ Λούις.

 

183. Ο Αποκλεισμός. Η Δημοκρατική-Ρεπουμπλικανική διοίκηση είχε επίσης να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της τηρήσεως ουδετερότητας έναντι του πολέμου που διεξαγόταν στην Ευρώπη. Αλλο πράγμα ήταν να ασκούν κριτική όσο βρίσκονταν στην αντιπολίτευση. Τώρα όμως που είχαν την κυβέρνηση, το ζήτημα ήταν να κάνουν κάτι. Το πρόβλημα τηρήσεως της αμερικανικής ουδετερότητας περιέπλεκε το γεγονός ότι η νέα διοίκηση έκλινε λιγότερο απ' ότι οι Ομοσπονδιακοί υπέρ της ενθαρρύνσεως του αμερικανικού εφοπλισμού πάση θυσία, και άρχισε τις οικονομίες περικόπτοντας τα κονδύλια εξαγοράς που καταβάλλοντο στην Μπαρμπαριά της Βόρειας Αφρικής. Ο Πασάς της Τριπόλεως κήρυξε πόλεμο εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών το 1801, και, με την ιμπεριαλιστική πολιτική που ανέπτυσσε ο Τζέφφερσον, έστειλε πλοία στην Τρίπολη να πολιορκήσουν τα λιμάνια της. Το 1805, επωφελούμενος από την διάθεση του Ναπολέοντος να ενισχύσει την δημιουργία μιας αντιπάλου της Μεγάλης Βρεττανίας, έστειλε μία αμερικανική στρατειά από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (υπό γαλλικήν ήδη κατοχή), να προελάσει διασχίζοντας την έρημο κατά του λιμένος Δέρνη της Τριπόλεως, ο οποίος έτσι κυριεύθηκε με αιφνιδιασμό δια ξηράς. Από την βάση αυτή, σκαρώθηκε μια επανάσταση στην Τρίπολη, και τοποθετήθηκε νέος Πασάς, ο οποίος συνήψε ειρήνη με τον Τζέφφερσον με τους όρους του τελευταίου. Η αμερικανική κατοχή της Δέρνης συνεχίσθηκε για κάποιον καιρό ακόμη, ως εγγύηση τηρήσεως της ειρήνης από μέρους της Τριπόλεως.

Αυτή φαίνεται πως ήταν η πρώτη περίσταση της εξελίξεως αυτού που κατέστη το πάγιο μέσο της Αμερικής για την καταπολέμηση των εχθρών της, ή την εδαφική της επέκταση, να πυροδοτεί, δηλαδή, μιαν επανάσταση, και μετά να επεμβαίνει για να βοηθήσει την επανάσταση. Είναι αλήθεια πως οι προπαγανδιστικές ενέργειες των αμερικανών ανταρτών στον Καναδά το 1775 παρέσχαν το προηγούμενο για την πολιτική αυτήν, αυτή όμως ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε ως κυβερνητική ιμπεριαλιστική πολιτική.

Στο μεταξύ, υπήρχε ένα ακόμα είδος πειρατείας με το οποίο τα αμερικανικά πλοία έπρεπε να συμβιβασθούν. Το βρεττανικό και το γαλλικό ναυτικό άρχιζαν ξανά τις έρευνες και τις κατασχέσεις των αμερικανικών εμπορικών πλοίων, και αφού η Αγγλία και η Γαλλία προσπαθούσαν να αποκλείσουν η μία την άλλη, και των δύο το ναυτικό μπορούσε ανά πάσαν στιγμή να συλλαμβάνει και να κατάσχει ουδέτερα σκάφη με προορισμό λιμάνια του εχθρού. Τελικά, επειδή ο Τζέφφερσον ήταν αποφασισμένος να διατηρήσει την αμερικανική ουδετερότητα, κυρήχθηκε αποκλεισμός, που απαγόρευε εντελώς το εμπόριο με ξένες χώρες.

Αυτό έδωσε στο Ομοσπονδιακό κόμμα μιαν ευκαιρία να αναζωογονηθεί, σε κάποιο βαθμό, ιδίως στα θαλάσσια λιμάνια, όπου τα πάντα είχαν ουσιαστικά νεκρώσει, και όπου χιλιάδες λαού έχασαν την δουλειά τους με την ξαφνική διακοπή του θαλάσσιου εμπορίου, αν και όλο και κάποια λαθρεμπορική κίνηση σημειωνόταν στα λιμάνια αυτά, και σε μεγαλύτερη έκταση, κατά μήκος των συνόρων με τον Καναδά. Στην Νέα Αγγλία, η αντιπολίτευση οργανώθηκε με τον ίδιο τρόπο του λαθρεμπορικού δακτυλίου εισαγωγέων που είχαν λειτουργήσει ως μετριοπαθές στοιχείο στην Επανάσταση του 1775. Ομως, συνολικά, ακόμη και αυτή η αντιπολίτευση ήταν εν πολλοίς τοπική, και ο αποκλεισμός ήταν αναγκαίος για να κρατηθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτός του ευρωπαϊκού πολέμου.

Ωστόσο οι Ομοσπονδιακοί επιχειρούσαν επίσης να αναπτύξουν τις παληές αμερικανικές εφευρέσεις και ενεργειακές πηγές που είχαν καταπνιγεί με την έναρξη της Δεύτερης Δημοκρατίας. Πολλές από τις εφευρέσεις, όπως το ατμόπλοιο, ζωντάνεψαν με κάπως αλλαγμένη μορφή, δίνοντας σε κάποιους πολιτικούς ηγέτες του κόμματος της αντιπολιτεύσεως ένα μονοπώλιο, είτε μέσω ενός νέου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, είτε με Πολιτειακές διοικητικές πράξεις. Υπήρξε επίσης μια απόπειρα αναπτύξεως μερικών μη εμπορευματοποιημένων πηγών ενεργείας όπως το κάρβουνο (καύσιμο που είχε χρησιμοποιηθεί από τις φυλές της βόρειας Πεννσυλβανίας, και που χρησιμοποιήθηκε για να ζεστάνει ένα μέρος του ζεματιστού νερού της εξεγέρσεως για τον νόμο περί στάσεως το 1798).

Μια άλλη μορφή αποκλεισμού που δοκιμαζόταν εκείνο τον καιρό από τον Τζέφφερσον αφορούσε την εισαγωγή δούλων. Το Σύνταγμα, όπως είχε συνταχθεί από τους Κινγκινάτους, περιείχε μια εγγύηση για την εισαγωγή δούλων, πως δεν επρόκειτο να υπάρξει καμμιά Ομοσπονδιακή επέμβαση για μια εικοσαετή, όπως λογαριαζόταν, περίοδο, αλλά που πρακτικά καθορίζετο μέχρι το έτος 1808. Καθώς η χρονιά αυτή πλησίαζε, ο Τζέφφερσον επιχείρησε να θέσει μιαν Ομοσπονδιακή απαγόρευση στην εισαγωγή δούλων, αν και δεν φαινόταν να υπάρχουν ελπίδες να περάσει από το Κονγκρέσσο. Οταν όμως, το 1804, η Πολιτεία της Νέας Υόρκης ψήφισε νόμο που καταργούσε βαθμιαία την δουλεία (απαγορεύοντας την εισαγωγή δούλων στην Πολιτεία, απαγορεύοντας την αγορά δούλων, και απελευθερώνοντας τα παιδιά των δούλων), και η νέα Ιερσέη ακολούθησε γρήγορα το παράδειγμα της Νέας Υόρκης, αυτό, μαζύ με την πρόσφατη εισδοχή της Πολιτείας του Οχάιο που δεν αναγνώριζε την δουλεία, σχημάτιζε μια πλειοψηφία κατά της δουλείας μέσα στο Κονγκρέσσο, οπότε πλέον ψηφίσθηκε ο αποκλεισμός της εισαγωγής δούλων, με ισχύ από την 1η Ιαναουαρίου του 1808. Αν και ο γενικός αποκλεισμός ακυρώθηκε μετά την έξοδο του Τζέφφερσον από την Προεδρία το 1809, ο αποκλεισμός της εισαγωγής δούλων παρέμεινε μόνιμος νόμος των Ηνωμένων Πολιτειών. Το καπιταλιστικό σύστημα στον Βορρά σημείωνε μια νίκη σε βάρος του δουλοκτητικού συστήματος του Νότου, αν και σε μεγάλη έκταση δεν επρόκειτο παρά για μια νίκη στα χαρτιά μόνο, αφού η λαθραία εισαγωγή δούλων συνεχίσθηκε σχεδόν εντελώς ανοικτά μέχρι την τελική κατάργηση της δουλείας το 1865.

Οι επικρίσεις κατά του γενικού αποκλεισμού ήσαν δριμείες, ιδίως από την Νέα Αγγλία, όπου αφθονούσαν οι θαλάσσιοι λιμένες, και ο παληός λαθρεμπορικός δακτύλιος ήταν τώρα μια ισχυρή ομάδα εισαγωγέων. Ο αποκλεισμός συχνά αναφερόταν ως "Πιάσε με" [λογοπαίγνιο με την λέξη embargo = αποκλεισμός, (προφερόμενη ανάποδα "o grab me") = πιάσε με], και υπήρξε κεντρικό θέμα στις εκλογές του 1808.

Το αποτέλεσμα ήταν πως το καινούργιο Κονγκρέσσο ακύρωσε τον Νόμο περί Αποκλεισμού. Δεν υπήρξε όμως κομματική ανατροπή σε αυτή την εκλογή, και ο Τζέφφερσον αποσύρθηκε από την Προεδρία εθελοντικά υπέρ του Υπουργού του των Εσωτερικών, Τζέημς Μάντισον, επικαλούμενος ως προηγούμενο την παραίτηση του Γεωργίου Ουάσινγκτων μετά από μια οκταετία στην Προεδρία, και προσθέτοντας ένα ακόμα λόγο (όχι του Ουάσινγκτων, παρά μόνο του Τζέφφερσον) πως η δημοκρατική κυβέρνηση απαιτεί να μη παραμένει ένα άτομο στην εξουσία για πολύ μεγάλο διάστημα. Ετσι δημιουργήθηκε το το προηγούμενο να μη διατηρεί κανείς το συγκεκριμένο αξίωμα πάνω από οκτώ χρόνια, και βάσει αυτού υπήρξαν πολλές περιπτώσεις αρνήσεως μιας τρίτης θητείας. Μονάχα ένας Πρόεδρος, μέχρι τον Φρανκλίνο Ντ. Ρούσβελτ, υπήρξε ποτέ υποψήφιος για επανεκλογή μετά από περισσότερες από μία θητείες στο αξίωμα, από την αρχή της Δεύτερης Δημοκρατίας. Το προηγούμενο αυτό έχει απλώς ενσωματωθεί στην αμερικανική παράδοση, δεν έχει νομική βάση, και αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα του πώς το ισχύον Σύνταγμα, προοριζόμενο αρχικά ως εργαλείο δικτατορίας, εξετράπη του σκοπού αυτού χάρη σε εκείνες τις αμερικανικές παραδόσεις που κατάγονται κυρίως από την ερυθρά φυλή.

 

184. Τεκούμσεχ. Αφότου ο Τζέφφερσον αποσύρθηκε από το αξίωμα του Προέδρου, η προσπάθειά του να καταστήσει την Επικράτεια της Λουιζιάνας εθνική πατρίδα των ερυθροδέρμων μετατράπηκε σε συστηματική απόπειρα εκτοπισμού των φυλών των Ηνωμένων Πολιτειών σε ειδικά προετοιμασμένους καταυλισμούς πέρα από τον Μισσισσιππή, όπου αυτές θα ήσαν ουσιαστικά φυλακισμένες. Η προσπάθεια αυτή της κυβερνήσεως γινόταν φανερή, σε Βορρά και Νότο. Οπως είδαμε, η Συνθήκη του Γκρήνβιλλ του 1795, που είχε γίνει με την αναβιωμένη Ομοσπονδία των Οττάβων, παραβιαζόταν εξ αρχής, και η εισδοχή του Οχάιο ως Πολιτείας το 1803, περιλαμβάνοντας σημαντική εδαφική έκταση που η Συνθήκη Γκρήνβιλλ έδινε στις φυλές, τόνιζε ιδιαίτερα αυτό το σημείο για τις φυλές στα Βορειοδυτικά (ή την Επικράτεια Ινδιάνα). Στα νοτιοδυτικά της αρχικής επικρατείας των Ηνωμένων Πολιτειών, στην γνωστή ως Επικράτεια Μισσισσιππή, η ίδια τάση έγινε φανερή στις εκεί φυλές των Μασκόκων, όταν κατασκευάσθηκε μια Ομοσπονδιακή οδός μέσα από την περιοχή των Κρήκων, και χιλιάδες λευκών εποίκων με τις οικογένειές τους περνούσαν συνεχώς από εκεί για να διαλέξουν τόπο στα Νοτιοδυτικά. Μεταξύ της Ομοσπονδίας των Οττάβων και των φυλών των Μασκόκων, οι Τσερόκοι στο Κεντάκυ, το Τενεσσή, και την βόρειο Τζώρτζια, δοκίμαζαν ταυτόχρονα την άμεση εμπειρία της επιθετικότητας αυτών των Πολιτειών και των πολιτών τους.

Αφού όλες αυτές οι φυλές είχαν κοινό συμφέρον να σταματήσουν την συνεχή επίθεση κατά των εδαφών τους, η οποία τώρα τους απειλούσε με πλήρη εκκένωση των πατρίδων τους, ήταν απλώς φυσικό να προσπαθήσουν να διαμορφώσουν μια συντονισμένη στάση. Ενας αρχηγός Σώουνη ονόματι Τεκούμσεχ, που ζούσε στην Περιφέρεια της Ινδιάνας, κατά ένα μέρος όμως Μασκόκος από καταγωγή, σχεδίασε να αναδιοργανώσει την Ομοσπονδία των Οττάβων, και να την μετατρέψει σε μια μοναδική μεγάλη συνομοσπονδία, περιλαμβάνοντας όλες τις φυλές από τον Κόλπο του Μεξικού μέχρι τις Μεγάλες Λιμνες, και από τα Αππαλάχια Ορη μέχρι τον Ποταμό Μισσισσιππή. Αυτός ο συνδυασμός δεν έλαβε ποτέ τελική μορφή ως πραγματική ομοσπονδία, μια αναδιοργανωμένη όμως και ενισχυμένη ομοσπονδία πήρε στα χέρια της τον έλεγχο βορείως του Ποταμού Οχάιο, και μια δεύτερη, υπό την ηγεσία των Κρήκων, περιέλαβε τα διάφορα έθνη των Μασκόκων στον Νότο, ενώ όλα τα έθνη της σχεδιαζόμενης μεγαλύτερης ομοσπονδίας σχημάτισαν μια συμμαχία. Ο Καναδάς αποδείχθηκε καλή πηγή ανεφοδιασμού και εξοπλισμού, για την συμμαχία αυτήν. Και οι λευκοί έποικοι σε όλες τις δυτικές περιοχές άρχισαν να σχηματίζουν την εντύπωση πως αυτή η συμμαχία των φυλών ήταν μια συνωμοσία των βρεττανών. Το γεγονός ήταν ότι η παρακίνηση, βρεττανική ή όποια άλλη, περίττευε, προκειμένου να υπαγορεύσει στις ερυθρές φυλές να αντισταθούν στους εισβολείς της χώρας τους.

Περαιτέρω βοήθεια για την φυλετική αυτήν συμμαχία ήλθε από μιαν άλλη πηγή. Το μίγμα Μασκόκων και Αραβάκων στις Φλόριδες, γνωστοί ως Σεμινόλες, άρχιζαν να εξεγείρονται κατά της ισπανικής εξουσίας. Οπως είδαμε, η Ισπανία είχε υποκύψει στον Ναπολέοντα, και υπό την περίσταση αυτήν έχασε την Επαρχία της Λουιζιάνας, η οποία κατέληξε υπό αμερικανικό έλεγχο. Για τον ίδιο λόγο, η Ισπανία ήταν ανίκανη να διοικήσει αποτελεσματικά ολόκληρη την αλυσίδα των αποικιών της στο Δυτικό Ημισφαίριο, και σε διάφορα μέρη των ισπανικών αποικιών άρχισαν να αναφαίνονται εξεγέρσεις. Στις Ηνωμένες Πολιτείες συγκεντρώθηκε μια ένοπλη δύναμη νοτιοαμερικανών  από κάποιον ηγέτη που ήταν πολιτικός εξόριστος των ισπανικών αποικιών, και το 1806 το εκστρατευτικό αυτό σώμα έκανε απόβαση στην Βενεζουέλα, επιχειρώντας εκεί ανεπιτυχώς να εγκαταστήσει μια δημοκρατία κατά το πρότυπο του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών. Κατόπιν ήλθε ένας ξεσηκωμός στην περιοχή της πάμπας της Νοτίου Αμερικής, ο οποίος ακολούθησε το παράδειγμα της Βενεζουέλας, οργανώνοντας μιαν ομοσπονδιακή δημοκρατία ονόματι Λα Πλάτα, με πρότυπο επίσης τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1810, ξεσηκώθηκε το Μεξικό, και οι ερυθρές φυλές του βορείου μέρους, κοντά στα σύνορα με την Λουιζιάνα, συμμετείχαν ενεργώς στην εξέγερση κατά της ισπανικής εξουσίας. Στο Μεξικό εκδόθηκε μια Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας που ήταν σχεδόν ακριβής μετάφραση, τουλάχιστον σε μερικά σημεία, του αμερικανικού ιστορικού εγγράφου. Αυτός ο ξεσηκωμός στο Μεξικό κυνηγήθηκε αργότερα από τους ισπανούς στα βουνά, χωρίς ποτέ όμως να κατασταλεί εντελώς. Με αυτή την εκτεταμένη εξέγερση να παρενοχλεί τα λιγοστά κατάλοιπα της ισπανικής εξουσίας που απέμεναν ακόμη στις αμερικανικές ηπείρους, δεν είναι διόλου παράδοξο που οι φυλές των Σεμινόλων στην χερσόννησο Φλόριδα, που δεν είχαν ποτέ ουσιαστικά υποταχθεί, συστρατεύθησαν στην εξέγερση από τα κρυσφύγετά τους στα Δασωτά. Μαζύ τους είχαν ένα αριθμό δραπέτες δούλους από τις Νότιες Πολιτείες της Ενώσεως και από την Κούβα. Οι Σεμινόλες είχαν ως αρχή την ανεξαρτησία, και προσέφεραν καταφύγιο στους νέγρους που δραπέτευαν από τα αφεντικά τους στις Ηνωμένες Πολιτείες και στις ισπανικές αποικίες. Μερικοί από τους φυγάδες είχαν συμμετάσχει σε εξεγέρσεις δούλων στις Ηνωμένες Πολιτείες, και διάκειντο πολύ εχθρικά προς την αμερικανική κυβέρνηση. Κατά συνέπεια, η φυλετική συμμαχία του Τεκούμσεχ από τον Κόλπο του Μεξικού ώς τις Μεγάλες Λιμνες ήλθε σαν μια ευπρόσδεκτη βοήθεια τόσο για τους Σεμινόλες όσο και για τους δραπέτες δούλους, που δεν έχασαν καιρό να προσχωρήσουν στην συμμαχία και να ξεκινήσουν στην Φλόριδα μια παρόμοια επανάσταση με αυτές που συνέβαιναν ταυτοχρόνως σε άλλα μέρη των ισπανικών αποικιών.

Αυτή η συμμαχία, με προετοιμασίες μεγάλης ομοσπονδιακής οργανώσεως, ολοκληρώθηκε το 1810. Στο μεταξύ, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν απασχολημένη με τις δικές της ετοιμασίες για μια επερχόμενη σύγκρουση στην περιοχή. Ο,τι απέμενε από την Βορειοδυτική Επικράτεια είχε τώρα διασπασθεί σε αρκετές διοικητικές μονάδες, ενώ επιχειρείτο ο εποικισμός κάθε μιάς από αυτές. Ο δυτικός τομέας της περιοχής (όπως είχε σχεδιασθεί στο Διάταγμα του 1787) είχε διαμορφωθεί στην Επικράτεια του Ιλλινόις, ενώ ένα ξεχωριστό επιτελείο είχε δημιουργηθεί για την διοίκηση στο Ντητρόιτ, που εκάλυπτε την χερσόννησο μεταξύ των Λιμνών Χουρόν και Μίτσιγκαν, ονομαζόμενη τότε Επικράτεια Μίτσιγκαν. Την εποχή αυτή, ο όρος "επικράτεια" έτεινε να καθιερωθεί ως ονομασία για μια κύρια διοικητική μονάδα υπό άμεσο ομοσπονδιακό έλεγχο, και αυτή η μορφή της διοικητικής μονάδος (κατ' αντιδιαστολήν από μια Πολιτεία, που δεν είναι διοικητική μονάδα της ομοσπονδίας, παρά διαθέτει δική της ανεξάρτητη κυβέρνηση) έτεινε να καθιερωθεί ως μερος του κυβερνητικού πλαισίου, αν και δεν μνημονευόταν ειδικώς μέσα στο Σύνταγμα.

Επιπροσθέτως, διάφορες εκστρατείες μέσα στην περίοδο αυτήν κυρίευσαν την υπόλοιπη Δυτική Φλόριδα δια της βίας. Επωφελούμενες από την αδυναμία της Ισπανίας στο εσωτερικό της, όπως έκαναν και οι επαναστάσεις στο Μεξικό καί την Νότιο Αμερική, οι Ηνωμένες Πολιτείες προέβαλλαν αμερικανικές εδαφικές βλέψεις που δεν είχαν σχεδόν άλλη θεμελίωση, παρά την επιθυμία της δουλοκτησίας να κερδίσει για λογαριασμό της μερικά ακόμη εδάφη για να επεκταθεί. Το τμήμα της Δυτικής Φλόριδας, περιλαμβανομένων των λιμένων Μομπάιλ και Μπιλόξι, ενσωματώθηκε στην Επικράτεια του Μισσισσιππή, και η Ανατολική Φλόριδα, που περιελάμβανε την χερσόννησο της Φλόριδας και μια λωρίδα της Ακτής του Κόλπου μέχρι την Πενσακόλα, ήταν όλο κι όλο ό,τι απέμενε ακόμη στην Ισπανία στο κομμάτι αυτό της στερεάς.

Η συμμαχία των ερυθρών φυλών, αν και είχε σχηματισθεί με πρόθεση να αποτελέσει την προετοιμασία μιας ισχυρής αντιστάσεως έναντι της κυβερνήσεως των Ηνωμένων Πολιτειών, δεν ήταν αυτή που έκανε την πρώτη επιθετική κίνηση. Αυτή έγινε όταν ο Κυβερνήτης Χάρρισον της Επικρατείας Ινδιάνας ηγήθηκε προσωπικά μιας στρατιωτικής επιθέσεως κατά του επιτελείου της Ομοσπονδίας των Σουώνων, της πόλεως Τιππεκάνοε στον Ποταμό Ουάμπας, κυριεύοντας την πόλη και σφαγιάζοντας τους κατοίκους. Την στιγμή εκείνη ο Τεκούμσεχ έλειπε για οργανωτική δουλειά στον Νότο, συνεχίζοντας τις δραστηριότητές του. Η σφαγή της Τιππεκάνοε το 1811 στάθηκε το έναυσμα για ένα γενικευμένο πόλεμο ολόκληρης της αλυσίδας των φυλών εναντίον της Δεύτερης Δημοκρατίας, ενώ οι Σεμινόλες και οι δραπέτες δούλοι της Ανατολικής Φλόριδας εξορμούσαν κατά των συνόρων από την ισπανική επικράτεια, όπου επιχειρούσαν επανάσταση.

Εν τω μεταξύ, στην "Λουιζιάνα" είχαν να κάνουν με μια άλλου τύπου φυλή. Οι βόρεια κοιλάδα του Μισσισσιππή και η κοιλάδα του Μισούρι ήσαν στην κατοχή μιας ομάδας νομαδικών φυλών, κυρίως της ισχυρής Ομοσπονδίας των Ντακότων. Και ενώ τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες, όσο και οι βρεττανοί, διεκδικούσαν αυτήν την περιοχή, οι Ντακότες δεν έλεγαν να επιτρέψουν σε κανένα να κυριαρχήσει, αν και ήσαν πολύ πρόθυμοι να πουλάνε γούνες και στους αμερικάνους και στην Εταιρεία του Κόλπου του Χούντσον. Αρκετές εταιρείες γουναρικών είχαν ιδρυθεί στο Σαιντ Λούις, και οι κυνηγοί έφευγαν από εκεί για να συγκεντρώσουν γούνες, ή να τις αγοράσουν από τις φυλές. Αυτές οι φυλές δεν είχαν την δημοκρατική οργανωτική μορφή που συναντάτο σε μερικές από τις μονιμότερα εγκατεστημένες φυλές της Ατλαντικής Ακτής, παρά τις κυβερνούσαν αρχηγοί και ιερείς, και ακολουθούσαν τις μεταναστεύσεις των κοπαδιών των βουβάλων που λυμαίνονταν τα λειβάδια. Ακόμη μακρύτερα, στις περιοχές των ραχωδών Ορέων, ήσαν άλλες φυλές που ακολουθούσαν επίσης τα μεγάλα κερασφόρα ζώα. Εδώ συναντούσε κανείς μερικά δείγματα του θεσμού της ιδιοκτησίας, που δεν υπήρχε στα λειβάδια και στην Ατλαντική Ακτή, ενώ, πέρα από τα βουνά, στην χώρα του Ορεγκον, υπήρχε ένα εντελώς διαφορετικό είδος ερυθροδέρμου έθνους, με πολύ ανεπτυγμένη αριστοκρατία, με θεσμό δουλείας, και με ισχυρή αίσθηση ιδιοκτησίας, και για το οποίο το εμπόριο με γούνες και κουβέρτες δεν ήταν κάτι το νέο. Σε αυτή την περιοχή Ορεγκον υπήρχε εν χρήσει μια διάλεκτος για την επικοινωνία μεταξύ των φυλών, η λεγόμενη Τσινούκ, η οποία, στην πορεία των αμερικανικών και βρεττανικών εμπορικών διαβημάτων, ανακετεύθυκε κάπως με την αγγλική. Οι δυό αντίπαλες εθνότητες αυτής της περιοχής ονομάζονταν στην γλώσσα αυτήν Κιντσός ("Κινγκ Τζωρτζ" [Βασιλεύς Γεώργιος]) και Μπόστον [Βοστώνη] (απ' όπου το πρώτο αμερικανικό πλοίο είχε φθάσει στην περιοχή εκείνη).

Η Εταιρεία του Κόλπου του Χούντσον, σε αντίθεση προς το καπιταλιστικό σύστημα που κυριαρχούσε στο βόρειο μέρος των Ηνωμένων Πολιτιεών, και το οποίο έσπρωχνε το αμερικανικό εμπόριο στα ενδότερα της Χώρας Ορεγκον, λειτουργούσε με το παληό φεουδαρχικό σύστημα, διεκδικώντας την κυβέρνηση και αποκλειστικά εμπορικά προνόμια στην περιοχή της, βάσει ειδικής παραχωρήσεως από τον βρεττανό μονάρχη. Το έδαφος που διεκδικούσε με τον τρόπο αυτόν ήταν ολόκληρο το βόρειο τμήμα της ηπείρου δυτικά της Λίμνης των Δασών. Χωρίς να τελεί υπό τον Καναδά, ήταν ένα είδος φέουδου του βασιλέως, και είχε αποκλειστική εξουσία δοικήσεως σε όποιους σταθμούς ίδρυε. Ο ποιαδήποτε εμπορική συναλλαγή ή παγίδευση ζώων αποτελούσε παραβίαση των κυριαρχικών της προνομίων, και η αμερικάνικη παγίδευση στην άνω κοιλάδα του Μισσισσιππή, ή στην χώρα Ορεγκον, αντιμετωπίζετο ως εισβολή στην επικράτεια του Κόλπου του Χούντσον. Αυτό οξύνθηκε όταν, το 1811, μια αμερικάνικη εταιρεία γουναρικών ίδρυσε εμπορικό σταθμό στο στόμιο του Ποταμού Κολούμπια, και τον ονόμασε Αστόρια από τον πρόεδρο της εταιρείας, Αστορ. Η Εταιρεία του Κόλπου του Χούντσον τότε έκανε τα πάντα για να διαλύσει τον εμπορικό σταθμό της Αστόρια, και να διώξει τους αμερικανούς γουνεμπόρους από τις χώρες Ορεγκον και Ντακότα.

 

185. Ο Καναδικός Πόλεμος. Ετσι τόσον ο πόλεμος με τις φυλές στα μεσο-Δυτικά, όσο και οι εδαφικές αμφισβητήσεις στην απώτερη Δύση, έφερναν το 1811 τα βρεττανικά και τα αμερικανικά συμφέροντα σε κίνδυνο συγκρούσεως, σε σημείο που ολόκληρη η Δύση απαιτούσε πόλεμο με την Μεγάλη Βρττανία, αν και ευτυχώς, καθώς ακόμη συνιστούσε ομοσπονδιακή επικράτεια, το μέρος εκείνο της χώρας δεν διέθετε ψήφο στην κυβέρνηση. Η  Δημοκρατική-Ρεπουμπλικανική διοίκηση ήταν φύσει φιλογαλλική, όπως ήταν ανέκαθεν το κόμμα αυτό. Ο Νότος διέκρινε την από μακρού πολυπόθητη ευκαιρία για την εδαφική του επέκταση σε μια μελλοντική κατάκτηση του Καναδά, ενώ η Νέα Αγγλία, η οποία έκανε καλές εμπορικές δουλιές δια των καναδικών συνόρων, αντιτίθετο σφόδρα σε μια ενδεχόμενη είσοδο της Αμερικής στον ευρωπαϊκό πόλεμο. Στην θάλασσα, η κατάσταση ήταν εν πολλοίς όπως και πριν - τόσο το αγγλικό όσο και το γαλλικό ναυτικό παρενοχλούσαν σοβαρά τις δραστηριότητες των αμερικανικών πλοίων, και κανένα από τα εμπόλεμα μέρη δεν σεβόταν την αμερικανική ουδετερότητα. Η είσοδος στον ευρωπαϊκό πόλεμο με την μια ή την άλλη πλευρά για το ζήτημα των πλοίων δεν αποτελούσε λύση για την προστασία της αμερικανικής ουδετερότητας, και ασφαλώς δεν δεν θα προσέφερε τίποτε στην ελευθερία των αμερικανικών θαλασσίων δραστηριοτήτων. Δεν υπήρξε όμως ούτε στιγμή, από την Γαλλική Επανάσταση και πέρα, που δεν θα μπορούσε να είχε βρεθεί κάποια δικαιολογία, αν το είχε θελήσει η κυβέρνηση, για να κηρύξει πόλεμο σε όποια από τις δύο πλευρές. Και, όπως είδαμε, η φιλοβρεττανική κυβέρνηση των Ομοσπονδιακών μπήκε πράγματι στον πόλεμο, με το μέρος των βρεττανών, το 1797, με κατάληξη την σφοδρή ανατροπή που ουσιαστικά κατέστρεψε τους Ομοσπονδιακούς ως κόμμα. Το 1811, με το κοινό αίσθημα στην Δύση και τον Νότο ισχυρά οξυμένο κατά της Μεγάλης Βρεττανίας -ιδίως κατά του Καναδά- και με μια φιλογαλλική κυβέρνηση, ήταν αναμενόμενη η δυσκολία παραμονής των Ηνωμένων Πολιτειών εκτός πολέμου, με το μέρος των γάλλων αυτή την φορά. Η ψήφος του Νότου στην κυβέρνηση αυξήθηκε με την εισδοχή της Επικρατείας της Ορλεάνης το 1812 ως Πολιτείας της Λουιζιάνας (όχι η αρχική επαρχία της Λουιζιάνας, παρά μόνον η νότια άκρη της). Αυτό έδωσε στον Νότο και τον Βορρά ίση αντιπροσώπευση στην Γερουσία, μια ισορροπία που διατηρήθηκε έκτοτε προσεκτικά επί μακρόν. Ετσι, το 1812, σε μια εποχή που ο Ναπολέων είχε κατακτήσει την Γερμανία, και ξεκινούσε μιαν επέλαση στην Ρωσσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες έμπαιναν στον πόλεμο στο πλευρό του Ναπολέοντος, κηρύσσοντας τον πόλεμο κατά της Μεγάλης Βρεττανίας.

Ως αποτέλεσμα της εξεγέρσεως των φυλών στα μεσοδυτικά, η βρεττανική πλευρά είχε κάποιες επιτυχίες εκεί κατ' αρχάς, αν και οι φυλές είχαν περισσότερες επιτυχίες από τους καναδούς. Οι σύμμαχες φυλές διεξήγαν ένα πόλεμο δολιοφθοράς κατά των δυνάμεων των Ηνωμένων Πολιτειών στο Τεννεσσή, και στην Επικράτεια Μισσισσιππή. Βορειότερα, ενώ οι καναδοί κυρίευσαν το Ντητρόιτ και το Μιτσιλλιμακινάκ, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών επιχείρησε να επανιδρύσει, υπό το όνομα Φορτ Ντήαρμπορν, τον σταθμό στην Λίμνη Μίτσιγκαν που έλεγχε το κύριο πέραμα για τους παραποτάμους του Μισσισσιππή, θέση που είχε υπάρξει μια σπουδαία πόλη (Τσεκάγκου) επί εποχής των φυλών, προ της λευκής εισβολής, και που, ως γαλλικός σταθμός, είχε καταστραφεί κατά τους διαποικιακούς πολέμους. Αυτή η αναστημένη Τσεκάγκου καταστράφηκε ευθύς από τις σύμμαχες φυλετικές δυνάμεις, και φαινόταν πως κάθε απόπειρα να αναστήσουν το αρχαίο λιμάνι της Τσεκάγκου ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Στην χώρα του Ορεγκον, η Εταιρία του Κόλπου Χούντσον κυρίευσε και κατέλαβε τον αμερικανικό εμπορικό σταθμό της Αστόριας.

Ο πόλεμος επικεντρωνόταν κυρίως γύρω από τις Μεγάλες Λίμνες, και ειδικά τους Καταρράκτες του Νιαγάρα. Στην Λίμνη Οντάριο, ο αμερικάνικος και ο καναδικός στόλος επέμεναν να κυνηγιούνται σταθερά γύρω γύρω (με μερικές αμφίρροπες μάχες εδώ κι εκεί) μέχρι το τέλος του πολέμου, διακόπτοντας μόνον όταν η λίμνη πάγωνε τον χειμώνα. Στον Ποταμό Νιαγάρα, οι καναδοί επέδραμαν στο Μπάφφαλο και το Μάντσεστερ (Καταρράκτες του Νιαγάρα), ενώ οι επιχειρηθείσες εισβολές των αμερικανών αποκρούσθησαν από τους καναδούς στο Λάντυς Λαίην (σημερινή Οδός Γέφυρας, Καταρράκτες Νιαγάρα) και στα Υψώματα Κουήνστον. Και οι δυό τελευταίες αυτές μάχες τιμώνται σήμερα από τους καναδούς ως οι μεγάλες εθνικές νίκες τους. Το γεγονός είναι, ότι στην Λίμνη Οντάριο και τον Ποταμό Νιαγάρα δεν υπήρξε καμμία αποφασιστική νίκη για καμμία πλευρά, αλλά η σκοπούμενη από τον Νότο εισβολή στον Καναδά απέτυχε. Κάποιες απόπειρες προπαγανδίσεως στους καναδούς απέτυχαν επίσης, γιατί ο πόλεμος ήταν καταφανώς μια επιχείρηση εισβολής στον Καναδά, οπότε οι εκκλήσεις να απαλλαγούν από τις αλυσίδες τους δεν έμοιαζαν και τόσο αποτελεσματικές όταν προέρχονταν από τον εισβολέα.

Οι Πολιτείες της Νέας Αγγλίας ήσαν αντίθετες στην συμμετοχή στον πόλεμο, και αρνούντο να στείλουν στρατιώτες. Ηταν μια καλή ευκαιρία για τα λιγοστά κατάλοιπα των Ομοσπονδιακών να επιχειρήσουν μιαν επάνοδο ως αντιπολεμικό κόμμα, και τα στελέχη τους συνήλθαν σε μια σύνοδο στο Χάρτφορντ το 1814 με αυτόν τον σκοπό. Καθώς το κόμμα των Ομοσπονδιακών ήταν εκ φύσεως και προελεύσεως φιλοαριστοκρατικό και φιλοβρεττανικό, αποφάσισαν ότι η Νέα Αγγλία θα έπρεπε να αποσκιρτήσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες και να επιστρέψει ως υπήκοος στην Βρεττανία. Η απόφαση αυτή αποτελείωσε τους Ομοσπονδιακούς ως κόμμα. Γιατί η νέα Αγγλία, πέραν του ότι ήταν το κέντρο της ομάδας των Ομοσπονδιακών, ήταν επίσης και το κέντρο του αντάρτικου, και η επιστροφή στην Βρεττανική Αυτοκρατορία ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελε ο λαός εκεί πέρα. Ετσι το κόμμα των Ομοσπονδιακών, που δεν είχε συνέλθει ποτέ από το πλήγμα που το ίδιο είχε καταφέρει στον εαυτό του με τους Νόμους περί Στάσεως το 1798, δέχθηκε την χαριστική βολή από το ίδιο του το χέρι το 1814 με την Σύνοδο του Χαρτφορντ.

Αν και η Νέα Αγγλία δεν πήρε μέρος στον γενικό πόλεμο, προτιμώντας να οργανώσει εταιρείες για την υποστήριξη της παγκόσμιας ειρήνης, εν τούτοις δεν υστερούσε στην διαχείριση της δικής της τοπικής άμυνας έναντι του αποκλεισμού, που επέβαλλε ένας βρεττανικός στόλος ενεργώντας από την βάση του στο Χάλιφαξ. Στην περίπτωση του ατλαντκού αποκλεισμού, εκείνα που δραστηριοποιούντο κυρίως για το σπάσιμό του ήσαν πλοία από την Βοστώνη και άλλα λιμάνια της Νέας Αγγλίας, και πολλά από αυτά κατέστρεψαν μερικά πλοία των εχθρών που επιχειρούσαν τον αποκλεισμό.

Μια παρόμοια στάση τοπικής μόνον άμυνας υπήρξε και στην άλλη πλευρά των συνόρων μεταξύ των γαλλοκαναδών του Κάτω Καναδά, έτσι που δεν έγιναν παρά λίγες μάχες στα σύνορα μεταξύ Νέας Αγγλίας και Κάτω Καναδά. Εν τούτοις, οι επιθέσεις από το Νέο Μπρούνσβικ ήσαν συχνές, και τα νησιά του Κόλπου Πασσαμακουόντυ, όπου τα σύνορα συναντούν τον ωκεανό, γρήγορα βρέθηκαν στην κατοχή των Βρεττανών.

Στα μεσοδυτικά, η παλίρροια του πολέμου μεταστράφηκε όταν οι επαναστατημένες φυλές ανακάλυψαν ότι μπορούσαν περισσότερο να συμφωνήσουν με τις βρεττανικές αρχές παρά με τις αμερικανικές, και ότι δεν  ήταν μέσα στα σχέδιά τους να πολεμήσουν το ένα αφεντικό μόνο και μόνο για να φορτωθούν στην ράχη τους ένα άλλο. Ενα αποτέλεσμα αυτής της αποφάσεως ήταν πως τα κανδέζικα προκεχωρημένα φυλάκια στις Ανω Μεγάλες Λίμνες βρέθηκαν αποκομμένα από εφοδιασμό, και μια αμερικάνικη εκστρατεία κατά των φυλών στον Βορρά κατέληξε στην ανακατάληψη από τις Ηνωμένες Πολιτείες ολόκληρης της χερσοννήσου Μίτσιγκαν, περιλαμβανομένων του Ντητρόιτ και του Μιτσιλλιμακινάκ. Τελικά, ο καναδικός στόλος στις άνω λίμνες υπέστη μια σοβαρή ήττα  στην Νήσο του Κόλπου Πουτ-Ιν, στην Λίμνη Ηρη. Αυτό άφησε την κατάσταση των συνόρων ακριβώς ως είχε πριν από τον πόλεμο, όσον αφορά τις Μεγάλες Λίμνες. Κάποια στιγμή οι αμερικανικές δυνάμεις κατάφεραν όντως μια αιφνιδιαστική διάβαση της Λίμνης Οντάριο, κυριεύοντας την πόλη της Υόρκης (όπως οι βρεττανικές αρχές είχαν μετονομάσει το Τορόντο), και καίγοντας τα κτίρια του κοινοβουλίου, αλλά οι καναδοί, προσεκτικά κρύβοντας ένα σημαντικό στράτευμα στα άμεσα περίχωρα της πόλεως, επανακατέλαβαν την θέση σχεδόν μέσα σε μιαν ημέρα. Εν τούτοις ο πόλεμος, μετά από μεγάλες αμφιταλαντεύσεις, δεν έδειξε αποφασιστικό αποτέλεσμα προς καμμία από τις δύο πλευρές, ενώ το ειρηνευτικό κίνημα κέρδιζε έδαφος στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η συμμαχία των φυλών έχανε έδαφος ραγδαία στο μεταξύ, τόσο στον Βορρά όσο και στον Νότο, αλλά δεν είχε γίνει καμμία πρόοδος εναντίον του Καναδά. Το 1814, ο πόλεμος στην Ευρώπη είχε τελειώσει, και ο Ναπολέων, μετά από μια συντριπτική ήττα στην Ρωσσία, ήταν εξόριστος στην νήσο Ελβα, στην Μεσόγειο, ενώ ο βρεττανικός στόλος, ελεύθερος πια από τον πόλεμο στην Ευρώπη, μπορούσε να ρίξει περισσότερη προσοχή στην Αμερική. Βρεττανικά σκάφη εισήλθαν στον Κόλπο Τσεζαπήκε, όπου κυρίευσαν την πόλη της Βαλτιμόρης, αν και κάποιες από τις οχυρώσεις της κρατούσαν ακόμη. Από αυτήν την βάση έγινε έφοδος στην Ουάσινγκτων, όπου και κάηκε το Καπιτώλιο, ενώ ο Πρόεδρος και η κυρία Μάντισον κατάφεραν να δραπετεύσουν μέσα από το υπόγειο σύστημα σηράγγων που αποτελούσε τμήμα των αμυντικών σχεδίων της πόλεως. Το προεδρικό Μέγαρο ήταν τόσο καρβουνιασμένο από τις φλόγες της πυρκαϊάς, που κατόπιν βάφηκε άσπρο για να καλυφθούν τα ίχνη της καταστροφής, και έκτοτε έγινε γνωστό ως ο Λευκός Οίκος. Αυτή, πάντως, δεν ήταν μια νίκη των βρεττανικών δυνάμεων περισσότερο απ' ότι ήταν νίκη των αμερικανών η κυρίευση του Τορόντο, επειδή, καθώς τα λιμενικά φρούρια της Βαλτιμόρης παρέμεναν ελεύθερα, στάθηκε αδύνατον στους εισβολείς να κρατήσουν την Βαλτιμόρη ή την Ουάσινγκτων.

Στην διάρκεια ακριβώς αυτού του πολέμου έγινε φανερή η σύγκρουση μεταξύ βρεττανικής και αμερικανικής επιρροής όχι απλώς στην ακτή του Ειρηνικού παρά και στις μακρυνές νήσους Σάντουιτς (ή Χαβάη). Υπό την βρεττανική επιρροή που προηγήθηκε της αμερικανικής εμπορικής και ιεραποστολικής επιρροής εκεί, ο βασιλέας των νησιών είχε υιοθετήσει την βρεττανική σημαία. Σε αυτόν τόν πόλεμο, όντας πεπεισμένος πως η χρησιμοποίηση της σημαίας αυτής θα μπορούσε να τον εμπλέξει στην σύγκρουση και να τον βάλει σε μπελάδες με τους αμερικανούς, υιοθέτησε μια συμβιβαστική σημαία για τα Νησιά της Χαβάης, αποτελούμενη από μια βρεττανική σημαία στην άκρη, και οκτώ κόκκινες, άσπρες, και μπλε λωρίδες (που αντιπροσώπευαν τα οκτώ κύρια νησιά του συμπλέγματος). Αυτή είναι ακόμη η σημαία της επικρατείας της Χαβάης.

Μετά την βρεττανική εισβολή στην Ουάσινγκτων, η κυβέρνηση φάνηκε λίγο περισσότερο διατεθειμένη να θεωρήσει πως οι ειρηνευτικές οργανώσεις μπορεί και να είχαν δίκηο, και προχώρησε σε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, που κατέληξαν σε μιαν ειρηνευτική συνθήκη, η οποία υπογράφηκε την ημέρα των Χριστουγέννων του 1814, θέτοντας τέρμα στον Καναδικό Πόλεμο, χωρίς να αναφέρει απολύτως τίποτε για τα αρχικώς αμφισβητούμενα ζητήματα, και αφήνοντας τα ζητήματα των συνόρων και τα άλλα σχεδόν ακριβώς ως είχαν προ του πολέμου. Η μόνη εδαφική μεταβολή ήταν ότι τα νησιά του Κόλπου Πασσαμακουόντυ (στο σύνορο μεταξύ Μαίην και Νέου Μπρούνσβικ), που είχαν κυριευθεί από τους βρεττανούς κατά τον πόλεμο, κατοχυρώνονταν οριστικά στους βρεττανούς. Κατά τα άλλα ο πόλεμος τελείωσε ως πλήρης ισοπαλία - χωρίς τίποτε να δείχνει πως μία από τις δύο πλευρές είχε νικήσει πραγματικά. Ο Καναδάς είχε υπερασπισθεί την εθνικότητά του, και οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν καταστείλει την φυλετική τους εξέγερση.

 

186. Δικτατορία στην Λουιζιάνα. Σε εκείνες τις ημέρες, που τα νέα αργούσαν να κυκλοφορήσουν, υπήρξε κάποιο διάστημα μεταξύ της ειρηνευτικής συνθήκης και της πραγματικής καταπαύσεως των εχθροπραξιών. Μετά την υπογραφή της ειρηνευτικής συνθήκης, ένας βρεττανικός στόλος επιτέθηκε στο Δέλτα του Μισσισσιππή στην Λουιζιάνα. Οταν η Πολιτειακή κυβέρνηση άκουσε περί της επιθέσεως, ο Ανδρέας Τζάκσον, που ήταν υπεύθυνος των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά των ξεσηκωμένων φυλών στην Επικράτεια Μισσισσιππή, μετατέθηκε στην άμυνα της Νέας Ορλεάνης, μαζύ με τον στρατό του, που ήταν αρχικά στον Νότο για να πολεμήσει κατά των ερυθροδέρμων. Οι εισβολέις αποκρούσθησαν  ακριβώς έξω από την Νέα Ορλεάνη, όχι από το στράτευμα που έφερε ο Τζάκσον, παρά από την εντόπια πολιτοφυλακή της ίδιας της Νέας Ορλεάνης.

Στο μεταξύ, τα Ομοσπονδιακά στρατεύματα που είχαν μεταφερθεί από την Επικράτεια Μισσισσιππή παρέμεναν στην πόλη της Νέας Ορλεάνης, φαινομενικά για να την υπερασπισθούν έναντι εισβολής, στην πραγματικότητα όμως για να διατηρήσουν ένα καθεστώς στρατιωτικού νόμου στην περιοχή της Νέας Ορλεάνης, με τον ίδιο τον Τζάκσον να κρατάει τα νήματα. Αυτή η κατάσταση στρατιωτικής αρχής συνεχίσθηκε από τον Τζάκσον επί μακρόν μετά την κατάπαυση των εχθροπραξιών, και ο λαός της Λουιζιάνας άρχισε να διαμαρτύρεται κατά της παράνομης συνεχίσεως του στρατιωτικού νόμου, και η υπόθεση οδηγήθηκε στο Ομοσπονδιακό δικαστήριο, με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα προσαγωγής κατά του Στρατηγού Τζάκσον, ο οποίος απάντησε φυλακίζοντας τον δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα προσαγωγής. Η δικτατορία έληξε τελικά με την επέμβαση της Ομοσπονδιακής κυβερνήσεως και την σύλληψη του Τζάκσον, στον οποίον επιβλήθηκε πρόστιμο $1.000 για περιφρόνηση προς το δικαστήριο.

Αυτός ο βραχυπρόθεσμος δικτάτωρ της νότιας Λουιζιάνας μετατέθηκε τότε από τον στρατό στα σύνορα της Ανατολικής Φλόριδας, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις εφόδους κατά των συνόρων που επιχειρούσε η επανάσταση της Φλόριδας, η οποία ενσωμάτωνε ό,τι είχε ακόμη απομείνει από την καθολική μεσοδυτική εξέγερση των φυλών του 1811. Ο Τζάκσον πήρε τότε τα στρατεύματά του και διέσχισε τα σύνορα περνώντας στην Φλόριδα, κυριεύοντας μερικά ισπανικά οχυρά εκεί, περιλαμβανομένης της μεθοριακής πόλεως Πενσακόλας. Κατόπιν ο στρατός του πέρασε στην καθεαυτού χερσόννησο της Φλόριδας, κατέστειλε την επανάστασε των Σεμινόλων και των φυγάδων δούλων, και κατέλαβε στρατιωτικά την ισπανική επαρχία της Ανατολικής Φλόριδας, χωρίς καμμία κυβερνητική εξουσιοδότηση γι' αυτό, κυρίως επειδή οι δουλοκτήτες του Νότου ήθελαν να συλλάβουν τους δραπέτες δούλους, και επίσης ήθελαν περισσότερο έδαφος για την εξάπλωση της δουλείας.

 

187. Καθορισμός των Συνόρων. Η περίοδος μετά από αυτήν την ιδιωτική ειβολή στην Φλόριδα αφιερώθηκε σε μια τελική ανασύνταξη των εθνικών συνόρων της Βορειοαμερικανικής ηπείρου. Το 1819, αφού το πρόβλημα της Φλόριδας είχε επιφέρει ένταση στις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ισπανίας, έγινε μια συμφωνία κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες αγόρασαν την Επαρχία Ανατολικής Φλόριδας (η οποία, για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν, σε κάποια έκταση, ένα είδος επεκτάσεως των Βλέψεων επί της Αγορασμένης Λουιζιάνας) και, ταυτοχρόνως, τακτοποίησαν το ζήτημα των νοτιοδυτικών συνόρων μεταξύ αμερικανικής και ισπανικής επικρατείας. Ο Ποταμός Σαμπίνε, που είχε προσωρινά συμφωνηθεί το 1806, ορίσθηκε ως σύνορο, εκτεινόμενο σε τεθλασμένη γραμμή μέχρι τον Ειρηνικό Ωκεανό, όπου το σύνορο ακολουθούσε τον 42ο παράλληλο. Τούτο σήμαιανε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραιτούντο των βλέψεών τους  ως προς το Τέξας, ενώ η Ισπανία παραιτείτο της διεκδικήσεως της χώρας του Ορεγκον. Η διαχωριστική γραμμή του 1819 ορίζει ακόμη το βόρειο σύνορο της Καλιφόρνιας και της Νεβάδας, και τα ανατολικά και βόρεια όρια του Τέξας.

Εν τω μεταξύ, στην ίδια ήπειρο καθορίζονταν και άλλα σύνορα. Το 1815 η ειρηνευτική συνθήκη που έκλεινε τον Καναδικό Πόλεμο συμπληρώθηκε από μια συμφωνία που κάλυπτε τα βόρεια σύνορα της Αγορασμένης Λουιζιάνας, που ήταν η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της Επικρατείας Μισσούρι και της Γης του Πρίγκηπος Ρούπερτ στον 49ο παράλληλο από την Λίμνη των Δασών ώς τα "Πετροβούνια," όπως ονομάζονταν τότε τα Βραχώδη. Δυτικά των Βραχωδών, όλη η διεκδικούμενη από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Μεγάλη Βρεττανία γη θα έμενε "ελεύθερη και ανοικτή" για εποικισμό και από τις δύο χώρες, αφήνοντας την χώρα Ορεγκον υπό κοινή κυριαρχία. Οι οικισμοί που θα γίνονταν από την μία ή την άλλη εθνικότητα θα κυβερνώντο από το αντίστοιχο έθνος. Αυτό κατέληξε, σε πολλές περιπτώσεις, σε βρεττανοκρατούμενες και αμερικανοκρατούμενες πόλεις που αναπτύσσονταν τόσο κοντά, ώστε ουσιαστικά να αποτελούν μία, αν και, ως επί το πλείστον, οι αμερικανοί εγκαταστάθησαν νότια του Ποταμού Κολούμπια, ενώ οι βρεττανοί βορειότερα, στον Ποταμό Φραίηζερ.

Ενα ασυνήθιστο χαρακτηριστικό αυτής της συνθήκης που όριζε τα σύνορα μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και βρεττανικής επικρατείας ήταν η πρόβλεψη περί αφοπλισμού της μεθορίου. Οι συνοριακές οχυρώσεις περιορίζοντο δραστικά, και οι περιορισμοί που ετίθεντο στην χρήση πολεμικών σκαφών στις Μεγάλες Λίμνες ήσαν τέτοιοι που ισοδυναμούσαν ουσιαστικά με αφοπλισμό. Αυτός ακριβώς ο αφοπλισμός της καναδικής μεθορίου προφανώς, υπέρ παν άλλο, εμπόδισε έκτοτε κάθε επανέκρηξη πολέμου μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά, αν και αργότερα υπήρξε ο Πόλεμος Αρούστουκ στην μεθόριο με το Μαίην, που δεν εξελίχθηκε σε εθνικό πόλεμο, ενώ συνέβησαν μερικές μάχες μεταξύ αμερικανών και βρεττανών στην περιοχή Ορεγκον (ή "Βρεττανικής Κολούμπια," όπως την ονόμαζαν οι βρεττανοί) μέχρι που τελείωσε το σχήμα της κοινής διακυβερνήσεως εκεί. Πριν από τον αφοπλισμό των συνόρων, υπήρξαν έξι εθνικοί πόλεμοι - οι περισσότεροι με την εμπλοκή πολλών εθνών - στα σύνορα αυτά. Από τότε, δεν υπήρξε ούτε ένας. Ενα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό αυτής της αφοπλισμένης μεθορίου είναι ότι το τμήμα της κοντά στην Λίμνη Οντάριο ενσωματώνει μέρος των αφοπλισμένων συνόρων, που η Ιροκέζικη Ομοσπονδία είχε επινοήσει για την δική της χαρακτηριστική μορφή αμύνης.

Περαιτέρω προβλήματα σε εθνικές διεκδικήσεις  επί της ακτής του Ειρηνικού εξομαλύνθησαν όταν η Ρωσσία συνήψε συνθήκες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Μεγάλη Βρεττανία ορίζοντας τα σύνορα των διεκδικήσεών της στην αμερικανική ήπειρο, και θέτοντας έτσι τα σημερινά σύνορα της Αλάσκας.

Ετσι, το 1821, είχαν ρυθμισθεί όλες οι διεθνείς συνοριακές διαφωνίες στην Βόρειο Αμερική - φαινομενικά. Ομως η ρύθμιση δεν έλαβε υπ' όψη την έκταση στην οποία ο θεσμός της δουλείας στον Νότο ορέγετο ολοένα και μεγαλύτερη εδαφική επέκταση και κατάκτηση νέων χωρών. Η κοινή κυριαρχία Ηνωμένεων Πολιτειών και Μεγάλης Βρεττανίας στις επικράτειες Ορεγκον και Κολούμπια άφηνε ακόμη εκκρεμή την περιοχή αυτή. Κατά τα άλλα όμως έμοιαζε σαν η Βόρειος Αμερική να είχε καταμερισθεί οριστικά για πρώτη φορά από το 1763.

 

188. Το Μισσούρι Γίνεται Πολιτεία. Με την εισδοχή της Λουιζιάνας ως Πολιτείας το 1812, οι δουλοκτητικές πολιτείες άρχισαν να ξανακερδίζουν την ισορροπία δυνάμεως που είχαν χάσει όταν η Νέα Υόρκη και η Νέα Ιερσέη κατήργησαν την δουλεία. Αρχίζοντας από τότε, θα έπρεπε να υπάρχει ίσος αριθμός δουλοκτητικών και ελεύθερων πολιτιεών, ώστε η Σύγκλητος να μοιράζεται στα ίσια. Καμμία από τις δύο πλευρές δεν έλεγε να υποχωρήσει ούτε πόντο στο ζήτημα αυτό, και η εισδοχή κάθε νέας Πολιτείας ήταν μια ευκαιρία για νέα διαμάχη στο Κονγκρέσσο, με τον Νότο να αντιτίθεται όταν επρόκειτο να εισέλθει μια ελεύθερη Πολιτεία, ενώ υπήρχε η ίδια αντίρρηση από τους αντιπροσώπους του Βορρά, εάν προτεινόταν η εισδοχή μιας νέας Πολιτείας με σύνταγμα που επέτρεπε την δουλεία. Εως τότε, είχαν γενικώς αναγνωρισθεί τα παληά σύνορα, που αποτελούσε η Γραμμή Μαίησον και Ντίξον ανατολικά των ορέων, και ο Ποταμός Οχάιο από τα όρη μέχρι τον Μισσισσιππή, αλλά το θέμα ανέκυπτε συνεχώς από την αρχή, κάθε φορά που γινόταν λόγος για τον χωρισμό της περιοχής μεταξύ των δύο κυρίαρχων οικονομικών συστημάτων στην Αγορασμένη Λουιζιάνα. Το θέμα πρωτοεμφανίσθηκε περί το 1819, όταν οι οικιστές της περιοχής του Σαιντ Λούις συνέταξαν για λογαριασμό τους ένα Πολιτειακό σύνταγμα, και υπέβαλαν αίτηση εισδοχής ως Πολιτεία του Μισσούρι, η οποία, κατά το προτεινόμενο σύνταγμα, θα ήταν δουλοκτητική Πολιτεία.

Η αρχή εξισορροπήσεως ελευθέρων Πολιτειών έναντι δουλοκτητικών για την εισδοχή στην Ενωση είχε τηρηθεί αρκετά αυστηρά. Η Επικράτεια Μισσισσιππή είχε χωρισθεί σε δύο δουλοκτητικές Πολιτείες, το Μισσισσιππή και την Αλαμπάμα, που η κάθε μια τους είχε ένα διάδρομο προς τον Κόλπο του Μεξικού, παρμένο από την περιοχή της Δυτικής Φλόριδας, την οποία είχαν κατακτήσει οι Ηνωμένες Πολιτείες αλλά διεκδικούσε ακόμη η Ισπανία. Σε αντιστάθμισμα αυτών των δύο δουλοκτητικών Πολιτειών, έγιναν δεκτές δύο ελεύθερες Πολιτείες βορείως του Οχάιο, σύμφωνα με το γεωγραφικό σχέδιο που είχε καταρτισθεί στο Διάταγμα της Βορειοδυτικής Επικρατείας του 1787. Η πρώτη από αυτές ήταν η Ινδιάνα, της οποίας το όνομα απηχεί το γεγονός ότι αρχικά προορίζετο για καταφύγιο των ερυθροδέρμων. Κατόπιν ήρθε η δυτική από την σχεδιαζόμενη σειρά των Πολιτειών που θα προέκυπταν από την Βορειοδυτική Επικράτεια. Αυτή, που είχε υπάρξει μέρος της Επικρατείας του Ιλλινόις, και κάλυπτε ουσιαστικά την περιοχή του παλιού Εθνους των Ιλλίνων, αρχικά είχε συναντήσει την αντίθεση ακόμη και του Βορρά με το σκεπτικό ότι, όπως είχαν τα όρια, η μόνη της διέξοδος ήταν κατεβαίνοντας τον Ποταμό Μισσισσιππή δια μέσου των οικισμών των δούλων, και μοιραίως θα δεχόταν πολύ ισχυρή επιρροή από μια δουλοκτητική πολιτεία,για να καταφέρει να παραμείνει εκτός δουλείας επί μακρόν. Αυτό φάνηκε όταν μερικοί οικισμοί στην Επικράτεια Ιλλινόις, κοντά στο Σαιντ Λούις, άρχισαν να υιοθετούν αστυνομικές διατάξεις τύπου "κώδικα για τους μαύρους," για την καταπίεση της νέγρικης φυλής κατά το πρότυπο του Νότου. Αυτό το πρόβλημα με το Ιλλινόις παρακάμφθηκε με την μετάθεση των Πολιτειακών συνόρων περί τα πενήντα μίλια βορειότερα, ώστε να δώσουν στην νέα Πολιτεία άμεση διέξοδο στην Λίμνη Μίτσιγκαν, όπου προτάθηκε να ανεγερθεί ένα λιμναίο λιμάνι του Ιλλινόις στην θέση του παληού φυλετικού χωριού Τσεκάγκου, μέσω του οποίου η επικοινωνία θα γινόταν με φυσικό τρόπο με τον Βορρά μάλλον παρά με τον Νότο.

Ως συνήθως, όταν οι οικισμοί γύρω από το Σαιντ Λούις θέλησαν να εισέλθουν ως δουλοκτητική Πολιτεία, ξεσηκώθηκε η δέουσα αντίδραση, πολλώ μάλλον που αυτή η περιοχή ήταν εξ ίσου βόρεια όπως το Ιλλινόις ή η Ινδιάνα. Ολόκληρη αυτή  η περιοχή, που είχε υπάρξει η Επικράτεια της Λουιζιάνας, οργανώθηκε τότε ως Επικράτεια Μισσούρι, που περιελάμβανε όσο τμήμα της Αγορασμένης Λουιζιάνας  δεν είχε ενσωματωθεί στην Πολιτεία της Λουιζιάνας, και που επίσης κάλυπτε και όλες τις αμερικανικές διεκδικήσεις στην χώρα του Ορεγκον. Από αυτό προτάθηκε να οργανωθεί το κομμάτι κοντά στο Σαιντ Λιούις ως η δουλοκτητική πολιτεία Μισσούρι. Οι αντιρρήσεις έδιναν κι έπαιρναν, και αμφότερες οι πλευρές προσπαθούσαν να αποκλείσουν η μία την άλλη. Δεν επρόκειτο για κομματική διαφωνία, καθώς η κατάρρευση του κόμματος των Ομοσπονδιακών μετά τον Καναδικό Πολεμο είχε αφήσει την οργάνωση των Δηοκρατικών-Ρεπουμπλικανών χωρίς αντιπολίτευση. Η διαμάχη αφορούσε σαφείς γεωγραφικές γραμμές. Ο Βορράς πρότεινε να επεκταθεί σε ολόκληρη την επικράτεια Μισσούρι η ίδια πρόβλεψη περί καταργήσεως της δουλείας, όπως με το Διάταγμα της Βορειοδυτικής Επικρατείας. Ο Νότος ήταν εξ ίσου αμετακίνητος στην μετατροπή της σε πλήρως δουλοκτητική επικράτεια - είχαν ανάγκη από ζωτικό χώρο. Η εισδοχή μιας νέας δουλοκτητικής Πολιτείας, όπως προτεινόταν, θα ανέτρεπε την ισορροπία στο Κονγκρέσσο υπέρ της δουλείας.

Στο Κονγκρέσσο δοκιμάσθησαν κάθε λογής τεχνάσματα για να καθυστερήσουν και να διαιωνίσουν τις συζητήσεις. Ενας αντιπρόσωπος από την Κομητεία Μπάνκομπ της Βόρειας Καρολίνας συνήθιζε να διακόπτει συχνά τις συζητήσεις κάνοντας μακροσκελείς "ομιλίες για το Μπάνκομπ" που δεν είχαν καμμία σχέση με το συζητούμενο θέμα, που όμως εξασφάλιζαν υλικό προς δημοσίευση και αποστολή στην πατρίδα για διάδοση. Εξ αυτού προέρχεται ο όρος "μπάνκομπ" ή "μπανκ" προκειμένου περί μακροσκελούς ή άσχετης ομιλίας.

Τον ίδιο καιρό, η κατάρρευση του κόμματος των Ομοσπονδιακών είχε ως αποτέλεσμα μιαν αναβίωση της παληάς αναταραχής για περισσότερη ελευθερία και ισότητα στην Νέα Αγγλία - με την αντίθεση, βεβαίως, των ομάδων των εμπόρων και βιοτεχνών που είχαν τον έλεγχο της κυβερνήσεως. Η κατάληξη ήταν πως, το 1820, μια νέα συνταγματική σύνοδος στην Μασσαχουσέττη επιλήφθηκε του ζητήματος αναθεωρήσεως της Χάρτας των Δικαιωμάτων στο σύνταγμα της Κοινοπολιτείας, με αποτέλεσμα την τελική αποκαθήλωση της Ενοριτικής Εκκλησίας, την πρόβλεψη περί ελευθερίας του λόγου και του θρησκεύματος, και την πλήρη κατάργηση των περιουσιακών προϋποθέσεων της ψήφου - μερικά μόνο από τα μικρότερα ζητήματα που είχε αναδείξει η Εξέγερση Σαίης, και που είχαν χαθεί με την ήττα της εξεγέρσεως αυτής. Στην ασυνεχή κτήση της Μασσαχουσέττης, την καλούμενη Περιφέρεια του Μαίην, το παληό χωριστικό κίνημα -η πρόταση δημιουργίας μιας ξεχωριστής Πολιτείας του Μαίην - αναζωπυρώθηκε με την ευκαιρία αυτή, και η απόπειρα οργανώσεως μιας ανεξάρτητης κυβερνήσεως εκεί, που είχε ανασταλεί μετά την Εξέγερση Σαίης, προωθήθηκε άλλη μια φορά, και εν τέλει εξασφαλίσθηκε η συναίνεση του νομοθετικού σώματος της Μασσαχουσέττης. Το γεγονός ότι το χωριστικό κίνημα του Μαίην ήταν κάποτε ένας μακρινός κλάδος της Εξεγέρσεως Σαίης φανερώνεται ακόμη από το Πεύκο που ενσωματώνεται ως Πολιτειακό σύμβολο στο Μαίην, το οποίο έχει γίνει έκτοτε γνωστό ως η Πολιτεία του Πεύκου.

Η κίνηση δημιουργίας ξεχωριστής Πολιτείας από το Μαίην έφθασε πάνω στην ώρα για να βοηθήσει στην τακτοποίηση της δυσκολίας περί της εισδοχής του Μισσούρι ως δουλοκτητικής πολιτείας, και το Μαίην, ως ελεύθερη πολιτεία, θα κρατούσε την ισορροπία δυνάμεων, διατηρώντας τον ίδιον αριθμό μεταξύ δουλοκτητικών και ελευθέρων Πολιτειών. Μια σειρά συμβιβασμών έλυσαν τελικά τα διάφορα συναφή με την αίτηση πολιτειοποιήσεως του Μισσούρι ζητήματα. Νοτίως του Μισσούρι σχηματίσθηκε μια δουλοκτητική επικράτεια, το Αρκάνσας, που εκάλυπτε την έκταση μεταξύ των νοτίων συνόρων της Πολιτείας του Μισσούρι και των βορείων συνόρων της Λουιζιάνιας. Η υπόλοιπη Ομοσπονδιακή επικράτεια δυτικά του Ποταμού Μισσισσιππή, το τμήμα βορείως του παραλλήλου των 39 30' (το επιμηκυμένο νότιο σύνορο της Πολιτείας του Μισσούρι) παρέμεινε στην Ομοσπονδιακή μονάδα την ονομαζόμενη Επικράτεια Μισσούρι, και τα Νότια μέλη του Κονγκρέσσου τελικά συμφώνησαν, σε αντάλλαγμα της εισδοχής του Μισσούρι ως δουλοκτητικής Πολιτείας, να κάνουν το υπόλοιπο της Επικρατείας Μισσούρι μη δουλοκτητικό. Αυτό τράβηξε τα σύνορα μεταξύ δουλοκτητικής και μη επικρατείας προς δυσμάς μέχρι τα Βραχώδη, ενώ αυτά τα σύνορα, δια της καλούμενης Συμβιβαστικής Πράξεως του Μισσούρι του 1820, διέγραφαν μια μεγάλη παράκαμψη περί την βορεινή πλευρά της Πολιτείας του Μισσούρι, και κατόπιν συνέχιζαν κατά μήκος του 36 30' παραλλήλου μέχρι τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ως προς την ενδεχόμενη δυνατότητα μελλοντικής επεκτάσεως, ο θεσμός της δουλείας δεν ωφελήθηκε και πολύ από τον Συμβιβασμό του Μισσούρι, αφού οι μόνες περιοχές που έμεναν διαθέσιμες στον θεσμό αυτόν ήσαν το Αρκάνσας και η Φλόριδα, ενώ οι Επικράτειες Μίτσιγκαν και Μισσούρι αφέθησαν ανοικτές στον Βορρά, όπου όμως η δουλεία είχε καταργηθεί, και όπου αυτές εκάλυπταν μια τεράστια εδαφική έκταση. Από το 1820 και μετά ο επεκτατισμός των Νοτίων δουλοκτητών επιδόθηκε σε μια λυσσώδη σειρά προσπαθειών αποκτήσεως νέων εδαφών για τις Ηνωμένες Πολιτείες, και ιδίως για τον Νότο προς σχηματισμό νέων δουλοκτητικών Πολιτειών.

Μια από τις πρώτες αυτές επεκτάσεις έγινε στην Δουλική Ακτή της Αφρικής. Προς αποφυγήν της εντεινόμενης κατακραυγής στον Βορρά κατά της δουλείας, αλλά και επειδή οι δουλοκτήτες του Νότου ήθελαν να ξεφορτωθούν όλους τους ελεύθερους νέγρους (θεωρώντας τους κακό παράδειγμα για τους δούλους), συγκροτήθηκε μια κίνηση στον Νότο για την δημιουργία μιας αποικίας απελεύθερων δούλων στην ίδια αφρικανική ακτή από την οποία οι δούλοι είχαν αρχικά εισαχθεί. Μια τέτοια αποικία σχηματίσθηκε όντως εκεί, και ο οικισμός ονομάσθηκε Μονροβία, από το όνομα του Προέδρου Μονρόε των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ η περιοχή ονομάσθηκε Λιβερία, ως η γη των απελευθέρων [Λιμπερτάς, λατινικά η Ελευθερία].

 

189. Αναζωπύρωση των Νοτιοαμερικανικών Επαναστάσεων. Το 1815 υπήρξε έτος γενικής αντιδράσεως στην Ευρώπη, και, με την αποκατάσταση των Βουρβώνων, η παληά φεουδαρχία της Ευρώπης επεχείρησε ενορχηστρωμένα να αναχαιτίσει την πρόοδο του νέου κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Οι σπουδαιότερες ευρωπαϊκές μοναρχίες σχημάτισαν την γνωστή Ιερά Συμμαχία, ένας από τους στόχους της οποίας ήταν να εξαφανίσει από προσώπου της γης κάθε ίχνος αντιπροσωπευτικής κυβερνήσεως. Ως αποτέλεσμα της ενώσεως αυτής, μαζύ με την αποκατάσταση μιας ισχυρής Βουρβωνικής κυβερνήσεως στην Ισπανία, άρχισαν αμέσως να εφαρμόζονται καταπιεστικά μέτρα κατά των ισπανικών αποικιών στην Αμερική, οι οποίες είχαν ουσιαστικά αφεθεί στην αυτοδιοίκησή τους κατά την διάρκεια του ευρωπαϊκού πολέμου. Μερικές από αυτές μάλιστα είχαν προβεί στην οργάνωσή τους κατά τα πρότυπα των Ηνωμένεων Πολιτειών. Οι επαναστάσεις των ισπανο-αμερικανικών αποικιών, κατά το μεγαλύτερο μέρος, είχαν είτε κατασταλεί ολοσχερώς είτε εξαναγκασθεί να περιορισθούν στα βουνά και στις περιοχές της ζούγκλας. Αλλά τα κατασταλτικά μέτρα, ερχόμενα μετά τα δημοκρατικά συστήματα διακυβερνήσεως που οι αποικίες είχαν συγκροτήσει για κάποιο διάστημα, και μετά τις εμπορικές τους σχέσεις με την Αγγλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ξεσήκωσαν απλώς και νέα επαναστατικά κινήματα, ή ενίσχυσαν τα παληά, όπου αυτά ήσαν ακόμη ενεργή, και σε ολόκληρη την Ισπανική Αμερική αναδύθησαν νέες διακηρύξεις ανεξαρτησίας και ανασυστήθησαν νέες επαναστατικές κυβερνήσεις.

Ενόσω τα νοτιοδυτικά σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών διευθετούντο ακόμη με την Ισπανία, το 1819, η άλλη πλευρά της μεθορίου βρισκόταν ήδη σε μια αναζωπυρωμένη εξέγερση κατά της ισπανικής κυριαρχίας - αν και πρόθυμη να αποδεχθεί την διαχωριστική εκείνη γραμμή, επειδή έτσι θα απέφευγε τον κίνδυνο επιπλοκών με την μορφή συνοριακής διαφωνίας με ένα ισχυρό γείτονα. Το 1821, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, κύρηξε την περιοχή εκείνη, την πρώην "Νέα Ισπανία," ως τις Ηνωμένες Πολιτείες του Μεξικού - Εστάδος Ουνίδος Μεχικάνος. Η κύρια διαφορά στο μεξικανικό σύστημα ήταν πως η Καθολική Εκκλησία αναδιοργανώθηκε ως η επίσημη εκκλησία, και απαγορεύθηκε η άσκηση κριτικής εις βάρος της.

Μεγάλο μέρος της ανανεωθείσας επαναστατικής δραστηριότητας, όπως η ίδια δραστηριότης κατά την ναπολεόντεια περίοδο, υπήρξε αποτέλεσμα εφόδων από "πλιατσικολόγους" που οργανώνονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες - συχνά από αμερικανούς, και συνήθως από Νότιους που αναζητούσαν εδαφική επέκταση για την αμερικάνικη δουλοκτησία. Η πρώτη από αυτές τις εφόδους ήταν εκείνη του Ααρών Μπουρρ εναντίον του Μεξικού το 1804. Κατόπιν, η πρώτη εξέγερση για την ανεξαρτησία της Βενεζουέλας υπήρξε ομοίως μια τέτοια εκστρατεία. Οπως είδαμε, η αμερικανική κυβέρνηση επισήμως χρησιμοποίησε την επανάσταση ως όπλο στον πόλεμο εναντίον της Τριπόλεως το 1805 (ο οποίος, παρεμπιπτόντως, τερματίσθηκε το 1815 με την αιφνιδιαστική κατάληψη της Αλγερίας, της Τύνιδος και της Τριπόλεως, εξαναγκάζοντας τις κυβερνήσεις της Μπαρμπαριάς σε παράδοση), και οι Ηνωμένες Πολιτείες καθιέρωσαν έκτοτε την πρακτική της δημιουργίας επαναστάσεων, όπου αυτό ήταν δυνατόν, για την επίτευξη των σκοπών τους. Αυτοί οι "πλιατσικολόγοι [φρη μπούτερς]" ονομάσθηκαν στα ισπανικά "φλιμπουστέρο", και η λέξη τελικά επέστρεψε στην Αμερική ως "φιλιμπάστερ," όρος που παρέμεινε για τον χαρακτηρισμό επεμβάσεων του είδους επί καμμιά εξηνταριά χρόνια.

Μια από τις πρώτες ενέργειες της ανεξάρτητης μεξικανικής κυβερνήσεως ήταν να καλέσει αμερικανούς να μεταναστεύσουν και να εγκατασταθούν εκεί. Μεταξύ των πρώτων τέτοιων αποίκων υπήρξε ο Στέφανος Ωστιν από το Κοννέκτικατ και ο υιός του Μωϋσής, οι οποίοι εγκαταστάθησαν στο Τέξας ως αγρότες, ακολουθούμενοι όμως από μια πλημμυρίδα Νοτίων, έτοιμων να μετατρέψουν την Επικράτεια του Τέξας σε μια νέα δουλοκτητική Πολιτεία για την Ενωση. Οπως θα ιδούμε*, αυτό το εγχείρημα τελικά επέτυχε, και, αν και ξεκίνησε με το πρόσχημα ενός ειρηνικού εποικισμού, μπορεί κάλλιστα να καταταγεί μεταξύ των επιχειρήσεων "φιλιμπαστερισμού."

Ως τότε, ουσιαστικά όλες οι ισπανικές αποικίες στο δυτικό Ημισφαίριο είχαν επαναστατήσει και σχηματίσει ανεξάρτητες κυβερνήσεις, αν και κάποιες απόπειρες να συγκροτήσουν ομοσπονδία, όπως είχαν κάνει οι πολιτείες της Βόρειας Αμερικής, απέβησαν πάντοτε ανεπιτυχείς, καθώς όλες συνίσταντο στην εισαγωγή του ομοσπονδιακού συστήματος έξω από την ήπειρο της καταγωγής τους, την Βόρεια Αμερική. Το ζήτημα αναγνωρίσεως αυτών των ανεξαρτήτων κυβερνήσεων απέβη σημαντικό. Ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε η Μεγάλη Βρεττανία είχαν καμμία επιθυμία να χάσουν το εμπόριο των ισπανο-αμερικανικών χωρών, το οποίο θα γινόταν ισπανικό μονοπώλιο, εάν η Ισπανία κατακτούσε ξανά αυτές τις αποικίες. Σκάφη των ισπανο-αμερικανικών δημοκρατιών αιχμαλωτίζοντο συχνά ως πειρατικά (καταχωρημένα από μη αναγνωρισμένες κυβερνήσεις), και όμως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούσαν να πάρουν καμμία άλλη θέση χωρίς κάποιου είδους αναγνώριση των Νοτιοαμερικανικών κυβερνήσεων. Η Μεγάλη Βρεττανία έκανε μιαν απόπειρα σχηματισμοπύ ενώσεως με τις Ηνωμένες Πολιτείες για να κάνει τις ισπανο-αμερικανικές δημοκρατίες κοινό προτεκτοράτο των δύο δυνάμεων, αυτό όμως έμοιαζε να είναι απλώς ένα βήμα προς την υπαγωγή ως τμήμα της Βρεττανικής Αυτοκρατορίας, την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν εκόπτοντο να επεκτείνουν περισσότερο, εν όψει ιδίως των προβλημάτων τους με τον από κοινού έλεγχο της χώρας του Ορεγκον.

Το τελικό αποτέλεσμα ήταν πως η αμερικανική κυβέρνηση, προκειμένου να εμποδίσει τόσο τα βρεττανικά επεκτατικά σχέδια, όσο και τις προσπάθειες της Ιεράς Συμμαχίας να εξαφανίσει τα αντιπροσωπευτικά κυβερνητικά σχήματα, ανακοίνωσε μια πολιτική του Δυτικού Ημισφαιρίου που συντάχθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών, Ιωάννη Κουίνσυ Ανταμς, καίτοι αποδίδεται στον Πρόεδρο Μονρόε. Αυτή η πολιτική του Ανταμς (ή "Δόγμα Μονρόε," όπως είναι κοινώς γνωστή) ευνοούσε την αναγνώριση νεο-παγιωμένων δημοκρατιών, και ανακοίνωνε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιτίθεντο σε κάθε προσπάθεια των ευρωπαϊκών δυνάμεων να αναλάβουν τον έλεγχο σε οποιαδήποτε περιοχή του Δυτικού Ημισφαιρίου, η οποία είχε επιτύχει την πραγματική ανεξαρτησία της από τον ευρωπαϊκό έλεγχο. Δεν επέτασσε, όπως ερμηνεύθηκε πιο πρόσφατα, τον έλεγχο των Ηνωμένων Πολιτειών επί υποθέσεων της Νοτίου Αμερικής, ούτε το καθεστώς προστασίας της Βόρειας Αμερικής επί της Νότιας. Προέβλεπε όμως όντως την εγγύηση της ανεξαρτησίας όλων των χωρών του δυτικού Ημισφαιρίου που θα κατάφερναν να την  κατακτήσουν. Με άλλα λόγια, αντί να αποτελεί μια πρόβλεψη για αμερικανική επέβαση, όπως έχει εσχάτως ερμηνευθεί από την αμερικανική κυβέρνηση, ήταν μια πρόταση  αμερικανικής εγγυήσεως εναντίον κάθε επεμβάσεως.

Μια περιοχή που έρχεται σύντομα στην σφαίρα αυτού του δόγματος, χωρίς ωστόσο ούτε να είναι δημοκρατία ούτε να έχει εξεγερθεί κατά της Ευρώπης , ήταν η περίπτωση της Πορτογαλικής Νότιας Αμερικής, η οποία για μερικό καιρό είχε χρηματίσει ως το άσυλο της πορτογαλικής βασιλικής αυλής από τις ταραχές στην πατρίδα τους. Ετσι, η πρωτεύουσα της Πορτογαλίας είχε ουσιαστικά μεταφερθεί στο Ρίο Ιανέιρο. Οταν λοιπόν μια δεύτερη πορτογαλική επανάσταση το 1828 εγκατέστησε νέο βασιλέα στην Πορτογαλία, ο βασιλεύς στο Ρίο Ιανέιρο αυτοανακυρήχθηκε απλώς Αυτοκράτωρ της Βραζιλίας, κι έτσι έκανε την Πορτογαλική Νότιο Αμερική ανεξάρτητο έθνος. Επρόκειτο όμως στην πραγματικότητα περί της Πορτογαλίας που επαναστάτησε κατά της εξουσίας της Βραζιλίας, και όχι αντιστρόφως.

 

_______________

* Φαίνεται πως αυτό δεν είναι το τελευταίο κεφάλαιο. Και δεν σημειώνεται "Τέλος." Μπορούμε επομένως να συμπεράνουμε πως ο Sidis είχε την πρόθεση να γράψει και άλλο(-α) κεφάλαιο(-α), όμως είτε (1) δεν τα έγραψε, ή (2) αυτά εγράφησαν όντως αλλά αποσπάσθησαν από το χειρόγραφο, πριν το βρω στην βαλίτσα της Ελενας Sidis. Κλίνω υπέρ της πρώτης πιθανότητας. Το κεφάλαιο είναι πλήρες όπως φαίνεται από το γεγονός ότι η τελευταία σελίδα πιάνει μόνο το ένα τρίτο ενός δακτυλογραφημένου φύλλου χαρτιού. Η τυχαία απώλεια σελίδων είναι μάλλον απίθανο να συμβεί ξεκινώντας από την πρώτη πρώτη σελίδα ενός νέου κεφαλαίου. - Dan Mahony

ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ: Η σελίδα 551 λείπει. Από τις εξής σελίδες λείπουν κάποιες λέξεις εξ αιτίας δυσανάγνωστων λέξεων στο αντίγραφο που διαθέτω: σελ. 65, στίχος 6 του ποιήματος, σελ. 67, 11η αράδα από το τέλος, "Κεσξκέκ"; Κεφάλαιο 9, σελ. 92, τελευταία αράδα, Κεφ. 13, τμήμα 66, η τελευταία αράδα της σελίδας, Κεφάλαιο 19, τμήμα 104β, 9η αράδα.

 

Κεντρική Σελίδα    Περιεχόμενα