Κεντρική Σελίδα των Αρχείων      Περιεχόμενα

ΟΙ ΦΥΛΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

W. J. Sidis

Μετάφραση: Γεωργία Ερατώ Τριανταφυλλίδη

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXX

ΥΠΟ ΤΟΥΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΕΣ-ΡΕΠΟΥΜΠΛΙΚΑΝΟΥΣ

 

181. Ο Τζέφφερσον Πρόεδρος. Η αλλαγή της διοικήσεως την Τετάρτη, 4 Μαρτίου 1801, υπήρξε απλώς αλλαγή κομμάτων στην εξουσία, και όχι αλλαγή της κυβερνητικής ή οικονομικής οργανώσεως. Ηταν η πρώτη εγκατάσταση κυβερνήσεως που γινόταν στην καινούργια πρωτεύουσα στον Πότομακ, και ο Τζέφφερσον την έκανε όσο πιο απλά μπορούσε. Οι Ομοσπονδιακοί έχαναν την ισχύ τους, και οι Κινγκινάτοι δεν αποτελούσαν πλέον πολιτική δύναμη. Και όμως, παρά την πλήρη αλλαγή στο προσωπικό της κυβερνήσεως, ούτε η οργάνωση της κυβερνήσεως, ούτε το οικονομικό σύστημα που έλεγχε την κυβέρνηση και αποτελούσε την πραγματική εξουσία στην χώρα, επηρεάσθησαν στο ελάχιστο. Οι Νόμοι περί Στάσεως και περί Αλλοδαπών ανακλήθησαν γρήγορα, ένας αριθμός Ομοσπονδιακών αξιωματούχων απομακρύνθηκε, και στις θέσεις τους προσελήφθησαν Δημοκρατικοί-Ρεπουμπλικάνοι (με πρόθεση την επίτευξη και εν συνεχεία την παγίωση της ισόρροπης εκπροσωπήσεως  των δύο κομμάτων), ενώ και μια συνταγματική τροπολογία (η δωδεκάτη) εγκρίθηκε γρήγορα από το Κονγκρέσσο και τις Πολιτείες αλλάζοντας τον τρόπο εκλογής του Προέδρου, ώστε οι εκλέκτορες, αντί να ψηφίζουν δύο υποψηφίους για την Προεδρία, να ψηφίζουν ένα υποψήφιο για Πρόεδρο και ένα για Αντιπρόεδρο (κάτι που έγινε εξ αιτίας του συνδέσμου Τζέφφερσον και Μπουρρ, αλλά και επειδή η νέα εκλογική μέθοδος προσφέρεται καλύτερα για κομματικές πολιτικές). Δυσκολότερο ήταν το πρόβλημα των "δικαστών του μεσονυκτίου," που είχε διορίσει ο Ανταμς τις τελευταίες ώρες της Προεδρίας του. Αυτοί παρέμεναν εκτός υπηρεσίας με εντολή του νέου Υπουργού Εσωτερικών, Τζέημς Μάντισον, ο οποίος επέτυχε, με διάφορες δικαιολογίες να καθυστερεί επ' αόριστον τον διορισμό τους στις έδρες τους, με τελικό αποτέλεσμα την αυτεπάγγελτη δίωξη του Μάντισον από το Ανώτατο Δικαστήριο προκειμένου να αναγκασθεί να εκδώσει τους διορισμούς. Η νέα διοίκηση, ενόσω η υπόθεση συζητείτο ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατάφερε να αυξήσει τον αριθμό των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου από πέντε σε επτά. Αφού ήταν γνωστό ότι πρόθεση των Ομοσπονδιακών ήταν να χρησιμοποιήσουν το Ανώτατο Δικαστήριο ως μέσο διατηρήσεως της εξουσίας σε περίπτωση δυσμενούς εκλογικού αποτελέσματος, όπως εκείνο του 1800-1801, οι Δημοκρατικοί-Ρεπουμπλικάνοι επωφελήθησαν του σχεδίου για λογαριασμό τους. Ως αποτέλεσμα, όταν τελικά εκδόθηκε μια γνωμοδότηση, το 1803, το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αυτοί οι "δικαστές του μεσονυκτίου" είχαν έννομο δικαίωμα να αναλάβουν το αξίωμά τους, αλλά αποφάνθηκε ότι το Κονγκρέσσο δεν διέθετε την συνταγματική εξουσία να αναθέσει την συζήτηση της υποθέσεως στο Ανώτατο Δικαστήριο, και για τούτο αρνήθηκε την αρμοδιότητα επί της υποθέσεως, με το σκεπτικό ότι ο νόμος του Κονγκρέσσου που του παρείχε την σχετική εξουσιοδότηση ήταν αντισυνταγματικός, και άρα άκυρος. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών επεφύλαξε εις εαυτό το δικαίωμα να ακυρώνει πράξεις του Κονγκρέσσου. Το προηγούμενο που αναφέρθηκε, εν προκειμένω, ήταν η υπόθεση Τρεβέλυαν της Ρόουντ Αϊλαντ, την οποία το πολιτικό πραξικόπημα της Ρόουντ Αϊλαντ του 1786 είχε αποκηρύξει.

Σχετικά με τις εχθροπραξίες κατά της Γαλλίας, το Δημοκρατικό-Ρεπουμπλικανικό κόμμα, αν και είχε αναγκασθεί να παραιτηθεί από την χρησιμοποίηση της Γαλλικής Επαναστάσεως ως παραδείγματος προς μίμησιν για τους αμερικανούς, παρέμενε εξαιρετικά φιλογαλλικό σχετικά με τον πόλεμο στην Ευρώπη, και γρήγορα συνήφθη ειρήνη με τον Βοναπάρτη, ο οποίος τώρα αυτοανακυρήσσετο Αυτοκράτωρ της Γαλλίας, όπως άλλωστε ήταν ήδη στην πραγματικότητα επί αρκετά χρόνια. Είναι αξιοπερίεργο ότι η Γαλλική Επανάσταση και το πραξικόπημα των Κινγκινάτων έλαβαν χώρα μέσα στην ίδια χρονιά, και ότι η πτώση των Ομοσπονδιακών συνέβη την ίδια χρονιά με το τέλος της Γαλλικής Επαναστάσεως.

 

182. Απόκτηση της Λουιζιάνας. Καίτοι ο Τζέφφερσον ήταν προσωπικά πολέμιος του θεσμού της δουλείας (είχε κληρονομήσει μερικούς δούλους, αλλά τους ελευθέρωσε όλους), ουσιαστικά ο ίδιος αποτελούσε συνέχεια των παληών φιλελευθέρων της Βιρτζίνιας, οι οποίοι ήσαν κάτι σαν μεσολαβητές μεταξύ όλων των κυρίαρχων αλληλοσυγκρουομένων τάσεων. Ετσι, ως ηγέτης μιας κυβερνήσεως, αντιπροσώπευε στην πραγματικότητα μιαν απόπειρα συμβιβασμού και εξισορροπήσεως της ισχύος μεταξύ του θεσμού της δουλείας στον Νότο, και του καπιταλισμού στον Βορρά. Δεν εκπροσωπούσε την δουλεία καθ' εαυτήν, αλλά ήταν οπωσδήποτε υπέρμαχος της εδαφικής επεκτατικής τάσεως αυτού του θεσμού, αν και με πολύ πιο ήπια μορφή απ' όσο επί Ουάσινγκτων.

Στα Βορειοδυτικά, οι διεκδικητικές βλέψεις του Κοννέκτικατ είχαν μερικώς ικανοποιηθεί δια της δημιουργίας ενός δημόσιου σχολείου με χρηματοδότηση τα έσοδα από την πώληση του εδάφους της Δυτικής Εφεδρείας, και το Κοννέκτικατ παρέδωσε την δικαιοδοσία επί της Δυτικής Εφεδρείας στην Ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αν και δεν είχε ποτέ παραιτηθεί από μιαν ενδεχόμενη αναστροφή στην περιοχή. Εν συνεχεία, οργανώθηκε μια Πολιτειακή κυβέρνηση στο ανατολικό μέρος της περιοχής, αρχικά για το ευρισκόμενο νοτιοανατολικά της Γραμμής Γκρήνβιλλ τμήμα της "Επικρατείας Οχάιο", που αργότερα όμως επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει το ανατολικό κομμάτι της Επικρατείας, όπως είχε αρχικά σχεδιασθεί, παρά τα δικαιώματα που είχαν παραχωρηθεί στις φυλές βάσει της συνθήκης του 1795. Η περιοχή αυτή έγινε τελικά δεκτή από το Κονγκρέσσο το 1803 ως πλήρες μέλος της Ενώσεως, ως Πολιτεία του Οχάιο.

Οσο για τα Νοτιοδυτικά, τον Τζέφφερσον ανησυχούσε η λωρίδα γης που χώριζε την νεοαποκτηθείσα περιοχή Γιάζου (μέρος τώρα της Επικρατείας Μισσισσιππή) από τον Κόλπο του Μεξικού. Το λιμάνι της Νέας Ορλεάνης ήταν η φυσική θαλάσσια διέξοδος για ολόκληρο σχεδόν το πέραν των ορέων τμήμα των Ηνωμένων Πολιτιεών. Οι δυτικοί έποικοι, ακόμη και επί Πρώτης Δημοκρατίας, είχαν κατ' επανάληψιν επιχειρήσει να το καταλάβουν δια της βίας, ενώ τώρα ήταν ένα είδος ελεύθερου λιμένα για το αμερικανικό εμπόριο για μια δεκαετία, που τώρα κόντευε να εκπνεύσει. Τα λιμάνια της Δυτικής Φλόριδας Μομπάιλ και Μπιλόξι ήσαν εξ ίσου σημαντικά για την νέα χώρα του Γιάζου. Η διοίκηση των Ομοσπονδιακών είχε αρκεσθεί στις διαπραγματεύσεις με την Ισπανία για το προνόμιο ελεύθερου ελλιμενισμού στην Νέα Ορλεάνη. Ο Τζέφφερσον επιχείρησε να διαπραγματευθεί την αγορά της Νέας Ορλεάνης και της Δυτικής Φλόριδας.

Ενα απροσδόκητο αποτέλεσμα του πολέμου στην Ευρώπη υπήρξε η παράδοση, από μέρους της Ισπανίας, της Επαρχίας της Λουιζιάνας στην Γαλλία το 1802. Τούτο αυτομάτως ματαίωσε όλες τις προηγούμενες διαπραγματεύσεις, και το δεκαετές προνόμιο του ελεύθερου ελλιμενισμού για τους αμερικανούς στην Νέα Ορλεάνη έλαβε τέλος, έτσι ώστε το στόμιο του Ποταμού Μισσισσιππή, η μοναδική θαλάσσια διέξοδος γιά ολόκληρη την δυτική περιοχή, έμελλε οριστικά να κλείσει για τους αμερικανούς. Ο Τζέφφερσον, αντί να αρχίσει διαπραγματεύσεις ανανεώσεως των προηγουμένων εμπορικών συμφωνιών, προχώρησε σε ανοίγματα στον Ναπολέοντα για την αγορά του λιμένος της Νέας Ορλεάνης από την Γαλλία. Μετά από κάποια καθυστέρηση στις διαπραγματεύσεις, ο Ναπολέων ερώτησε πόσα ήσαν διατεθειμένες οι Ηνωμένες Πολιτείες να πληρώσουν για ολόκληρη την επαρχία της Λουιζιάνας.

Αυτό κι αν ήταν έκπληξη: προσφερόταν μια εδαφική έκταση, της οποίας οι ακριβείς διαστάσεις ήσαν αμφίβολες, η οποία όμως, με τους μετριότερους υπολογισμούς, ήταν πολύ μεγαλύτερη σε έκταση απ' όσο ολόκληρες οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οταν η Ισπανία παραιτήθηκε από τις διεκδικήσεις της επ' αυτής της μεγάλης εκτάσεως (της οποίας το μεγαλύτερο μέρος δεν ήταν στην πραγματική κατοχή κανενός, εκτός από τις πολυάριθμες φυλές που κατοικούσαν την περιοχή), ο Ναπολέων σκόπευε αρχικά να την καταστήσει μέρος της εξαπλούμενης γαλλικής αυτοκρατορίας. Η πολιτική αυτή όμως απέβη ξαφνικά ανέφικτη. Η γαλλική περιοχή της νήσου του Αγίου Δομηνίκου ήταν αναγκαία ως επιχειρησιακή βάση προκειμένου να καταστεί δυνατή η διατήρηση των λιμένων του Μισσισσιππή, και ήδη η περιοχή ξέφευγε με ραγδαίους ρυθμούς απο τον γαλλικό έλεγχο. Είδαμε πως η Γαλλική Επανάσταση πήρε, στην αποικία αυτή, την μορφή μιας εξεγέρσεως των δούλων. Οταν ο Ναπολέων Βοναπάρτης έγινε αυτοκράτωρ, κάλεσε τον ηγέτη της επαναστάσεως αυτής της αποικίας, ένα δούλο ονόματι Τουσαίντ Λ' Ουβερτύρ, στην Γαλλία, και εκεί  έβαλε να τον ρίξουν στην φυλακή. Η επανάσταση των δούλων συνεχίσθηκε τότε στον γαλλικό Αγιο Δομήνικο με έναν άλλο δούλο ηγέτη, τον Ιωάννη Ιάκωβο Ντεασαλίν, ο οποίος οργάνωσε το γαλλικό τμήμα της νήσου ως Δημοκρατία της Αϊτής, πράγμα που ουσιαστικά σήμανε τον ακρωτηριασμό της στρατιωτικής επικοινωνίας μεταξύ Γαλλίας και Λουιζιάνας. Η Λουιζιάνα έτσι έγινε απροσπέλαστη για την Γαλλία, και μάλιστα πριν ακόμη μπορέσει ο Ναπολέων να παραλάβει τα λιμάνια του Μισσισσιππή Νέα Ορλεάνη και Αγιο Λουδοβίκο [Σαιν Λούις]. Αλλά οι αμερικανοί διαπραγματευτές για την αγορά της Νέας Ορλεάνης και της Δυτικής Φλόριδας έδωσαν στον Ναπολέοντα την ιδέα πως η Λουζιάνα θα μπορούσε να χρησιμεύσει στην οικοδόμηση μιας νέας δυνάμεως, που θα απέβαινε αντίπαλος της Μεγάλης Βρεττανίας. Ετσι, χάρις σε μια τυχαία συγκυρία, η μεγάλη αυτή εδαφική περιοχή δόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, με συφωνηθείσα τιμή τα 15.000.000 δολλάρια.

Ακριβώς ποιά ήταν η Λουιζιάνα, κανείς δεν φαινόταν να γνωρίζει. Η διεκδικούμενη από τους γάλλους Λουιζιάνα, προ του Μεγάλου Πολέμου του Οχάιο, ήταν μια από εκείνες τις θολές "διεκδικήσεις ανακαλύψεως" που προκάλεσαν τόσο πολλές διεθνείς αντιπαραθέσεις για εδάφη τα οποία κανένα από τα ευρωπαϊκά έθνη δεν κατείχε ποτέ - ήταν, με λίγα λόγια, η διεκδίκηση ολόκληρης της πεδιάδας που άρδευε ο Ποταμός Μισσισσιππής, αν και ελάχιστο τμήμα αυτής είχε ποτέ διατελέσει υπό τον έλεγχο των λευκών. Τα ακριβή όρια αυτής της παληάς γαλλικής βλέψεως, ιδιαίτερα στην ακτή του Κόλπου, δεν τα γνώριζε κανείς. Περιελάμβανε, την εποχή εκείνη, την Δυτική Φλόριδα και ένα κομμάτι της ακτής του σημερινού Τέξας. Τα αν έφθανε μέχρι τα Βραχώδη Ορη ή την Ακτή του Ειρηνικού, δεν ήταν ούτε κι αυτό ξεκάθαρο. Η γαλλική διεκδίκηση της Λουιζιάνας μέχρι το 1763 υπήρξε μια παραγωγική αιτία διαποικιακών και διεθνών πολέμων σε ολόκληρη την Αμερική, και, εν κατακλείδι, σε ολόκλρο τον κόσμο. Ουσιασττικά, αυτή η ασαφής και αστήρικτη διεκδίκηση ήταν εκείνη που προέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες το 1803 - διεκδίκηση που έφερε τις Ηνωμένες Πολιτείες στην  θέση που ήταν η Γαλλία στο πρώτο μέρος του προηγουμένου αιώνα, υποχρεωμένες δηλαδή να διαφωνούν, και να πολεμούν, για μια εδαφική έκταση με όλες τις γείτονες δυνάμεις. Η συνθήκη της αγοράς δήλωνε απλώς ότι τα όρια ήσαν τα ίδια που είχε η Λουιζιάνα επί Γαλλίας και επί Ισπανίας. Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών έκανε πως πίστευε ότι αυτό σήμαινε τα όρια που διεκδικούσε η Γαλλία προ του 1763, καλύπτοντας το μεγαλύτερο τμήμα της Βόρειας Αμερικής. Περιελάμβαναν  την Δυτική Φλόριδα - την οποία η Ισπανία δεν είχε ποτέ παραχωρήσει στην Γαλλία με την συνθήκη του 1802, και την οποία επομένως η Γαλλία δεν μπορούσε να πουλήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Περιελάμβαναν μια διεκδίκηση της περιοχής του Ποταμού Κολούμπια στην ακτή του Ειρηνικού (που οι ευρωπαίοι το 1763 θεωρούσαν την θέση μιας μεγάλης νησιωτικής θάλασσας) καθώς και της ισπανικής επαρχίας της Αλτα Καλιφόρνια. Ο Τζέφφερσον είχε επιμείνει ιδιαίτερα πως η αγορά περιελάμβανε και την Δυτική Φλόριδα, ενώ τα ισπανικά όρια της Λουιζιάνας ήσαν, στην ανατολική πλευρά, το εθνικό σύνορο που είχε καθιερωθεί το 1763, δηλαδή, ο Ποταμός Μισσισσιππής, περιλαμβανομένης της "Νήσου της Ορλεάνης" (μιάς ελώδους νήσου πάνω στην οποία είναι κτισμένη η Νέα Ορλεάνη) εντός των συνόρων της Λουζιάνας, αν και ανατολικά του ποταμού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες άρπαξαν δια της βίας το τμήμα της Δυτικής Φλόριδας μεταξύ του Μισσισσιππή και του Ποταμού Περλ, ως μέρος του νέου εδαφικού αποκτήματος.

Σε διάφορα τμήματα της Επαρχίας της Λουζιάνας εστάλησαν κυβερνητικές αποστολές για να αποφανθούν πόσο μακριά θα έφθαναν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην επέκταση των εδαφικών τους διεκδικήσεων. Μερικές από τις αποστολές αυτές επέστρεψαν, και μερικές κατέληξαν στους ισπανικούς οικισμούς του Νέου Μεξικού. Η αποστολή των Λιούις και Κλαρκ ήταν η πλέον αξιοσημείωτη. Με οδηγό μια ερυθρόδερμη γυναίκα αιχμάλωτη από την περιοχή της Ειρηνικής ακτής, ανέβηκαν τον Ποταμό Μισούρι, διασχίζοντας τα Βραχώδη Ορη μέχρι την χώρα Βάουρεγκαν, που επί διοκήσεως Ουάσινγκτων την είχαν διεκδικήσει ως ανακάλυψη των Ηνωμένων Πολιτειών, και που τώρα διεκδικούσαν ως τμήμα της Λουζιάνας. Οι εξερευνητές χαρτογράφησαν τότε ένα "βόρειο σύνορο της Λουιζιάνας" που εκτεινόταν ίσια μέχρι τον Ειρηνικό Ωκεανό. Ολόκληρη η περιοχή - ο άνω Μισούρι και η χώρα Βάουρεγκαν - είχε στην πραγματικότητα διατελέσει υπό ισπανική εμπορική επιρροή για κάποιο διάστημα, ενώ τώρα διεκδικείτο από την Μεγάλη Βρεττανία ως μέρος της επικρατείας της Εταιρίας του Κόλπου του Χούντσον. Η Ειρηνική Ακτή διεκδικείτο επίσης από την Ρωσσία ως μέρος της Βορειοαμερικανικής της επικρατείας, που εξαπλωνόταν βαθμιαία προς νότον από τον Βερίγγειο Πορθμό για αρκετόν καιρό. Λίγο αργότερα, μια ρωσσική εκστρατευτική αποστολή εστάλη στην Ανω Καλιφόρνια, και έφθασε στην χερσόννησο του Αγίου Φραγκίσκου προτού να ηττηθεί από τους ισπανούς. (Το μέρος της χερσοννήσου όπου προσεδαφίσθηκε η ρωσσική αποστολή ονομάζεται ακόμη Ρώσσικος Λόφος. Αλλες ονομασίες ρωσσικής καταγωγής παραμένουν ακόμη στην Βόρειο Καλιφόρνια, όπως Σάστα, αγγλική εκδοχή του ρώσσικου ονόματος Τσίστα, δηλαδή καθαρός, που υποτίθεται ότι μετέφραζε το ιθαγενές όνομα του όρους, λέκα, δηλαδή λευκό.) Ακριβώς οταν  άρχιζε να προωθεί εδαφικές διεκδικήσεις συγκρουόμενες προς εκείνες των Ηνωμένων Πολιτειών, αφού προηγουμένως είχε τηρήσει στάση αποχής επί τριάντα χρόνια, η Ρωσσία προέβη επί τέλους στην αναγνώριση των Ηνωμένων Πολιτιεών.

Τα σύνορά της Λουιζιάνας στα νοτιοδυτικά ήσαν επίσης ασαφή και αόριστα, και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ανατρέχοντας πίσω στους παληούς γαλλικούς οικισμούς προ του Μεγάλου Πολέμου του Οχάιο, διεκδικούσαν την ακτή του Κόλπου μέχρι τον Ρίο Γκράντε ντελ Νόρτε, ενώ η Ισπανία διεκδικούσε μέχρι την λεκάνη του Ποταμού Ατσαφαλάγια, όπου βρισκόταν το προκεχωρημένο φυλάκιο των εποίκων "Κάτζουν." (Αυτοί ήσαν οι απόγονοι των εξορίστων που είχαν διωχθεί από την Νέα Σκωτία το 1764, οι οποίοι αυτοαποκαλούντο ακόμη Ακάδιοι.) Το ζήτημα των νοτιοδυτικών συνόρων της Λουιζιάνας δεν τακτοποιήθκε ποτέ πλήρως, τουλάχιστον στη σκέψη των επεκτατιστών, οι οποίοι προσπαθούσαν να βρουν περισσότερο χώρο προς χάριν του θεσμού της δουλείας. Κάποιος προσωρινός συμβιβασμός, εν τούτοις, επιτεύχθηκε το 1806.

Ο Αντιπρόεδρος, Ααρών Μπουρρ, είχε καθαιρεθεί στο τέλος της πρώτης προεδρικής θητείας του Τζέφφερσον, επειδή, παίρνοντας πολύ προσωπικά τις κομματικές διαφορές, είχε πυροβολήσει τον Αλέξανδρο Χάμιλτων σε μονομαχία στον Φράκτη στο Ουηχώουκεν της Νέας Ιερσέης, το 1804. Μόλις βρέθηκε εκτός αξιώματος, συνέλαβε ένα σχέδιο καταλήψεως των αμφισβητούμενων μερών στα νοτιοδυτικά της Λουιζιάνας με στρατιωτικό πραξικόπημα, να κυριεύσει πρώτα την Νέα Ορλεάνη και μετά την περιοχή του Τέξας. Μια στρατιωτική εκστρατεία για τον σκοπό αυτόν οργανώθηκε πράγματι σε ένα νησί του Ποταμού Οχάιο, κοντά στην Μαριέττα, το 1806. Ενα όμως από τα μέλη της εκστρατείας τους πρόδωσε, και έτσι εσύρθησαν σε δίκη στην Νέα Ορλεάνη, ενώ συνήφθη μια βιαστική συνθήκη ειρήνης με την Ισπανία, τοποθετώντας τα σύνορα στον Ποταμό Σαμπίνε μέχρις ότου μπορέσουν να καθορισθούν οριστικά. Εκεί παρέμειναν τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών μέχρι το 1845.

Η δίκη της μικρής αντάρτικης στρατειάς του Μπουρρ, εν τούτοις, αποδείχθηκε φιάσκο, παρά την αποστασία ενός από τα μέλη της, και οι κατηγορίες απορρίφθησαν αναγκαστικά λόγω ελλείψεως μαρτυριών.

Η αγορά των γαλλικών διεκδικήσεων γι' αυτό το τεράστιο κομμάτι της ηπείρου κατέληξε σε επικρίσεις κατά της διοικήσεως Τζέφφερσον, ιδίως ως προς την συνταγματικότητα της όλης πράξεως. Προηγουμένως, εκείνοι που επιδίωκαν να περιορίσουν την κυβέρνηση των Ομοσποδιακών στα οριζόμενα από το Σύνταγμα θέματα, ήσαν ακριβώς οι Δημοκρατικοί-Ρεπουμπλικάνοι. Τώρα, με αυτούς τους τελευταίους στην εξουσία, η κατάσταση αντεστράφη, και οι Δημοκρατικοί-Ρεπουμπλικάνοι, έχοντας το πάνω χέρι, άρχισαν να παραβιάζουν τα στενά περιθώρια του Συντάγματος, και να ακολουθούν μια ιμπεριαλιστική και επεκτατική πολιτική, ενώ οι Ομοσπονδιακοί, ως αντιπολίτευση πλέον, υιοθετούσαν την θέση της στενής ερμηνείας. Αυτή η κατάσταση κορυφώθηκε όταν δόθηκε στην Επαρχία της Λουιζιάνας μια περιφερειακή κυβέρνηση (με τίτλο "Περιφέριεα Λουιζιάνας") σύμφωνα με τον ισπανικό νόμο, περιλαμβάνοντας την καθιέρωση της Καθολικής Εκκλησίας και την καταστολή της ελευθερίας του λόγου. Η αντιπολίτευση των Ομοσπονδιακών είχε τώρα την ευκαιρία να αναδείξει το θέμα της ελευθερίας του λόγου και της συνταγματικότητος κατά την Χάρτα των Δικαιωμάτων, ξεχνώντας προφανώς τον δικό τους Νόμο περί Στάσεως του 1798. Αυτή η προσωρινή κυβέρνηση, πάντως, γρήγορα αντικαταστάθηκε με αίτηση των ανθρώπων που ζούσαν στην εποικισμένη περιοχή κοντά στο στόμιο του Ποταμού Μισσισσιππή, οι οποίοι προτιμούσαν μιαν εκλεγμένη νομοθετική αρχή και ένα γαλλικό νομικό σύστημα. Κατά συνέπειαν, προβλέφθηκε η ρύθμιση αυτή για την "Επικράτεια της Ορλεάνης," περιλαμβανομένων και των νέων εδαφών νοτίως του 33ου παραλλήλου, όπου βρίσκονταν οι περισσότερες γαλλικές κοινότητες, ενώ η υπόλοιπη "Επαρχία της Λουιζιάνας," την οποία ο Τζέφφερσον ήλπιζε να καταστήσει μόνιμη πατρίδα για τις φυλές των ερυθροδέρμων της Αμερικής, οργανώθηκε προσωρινά ως "Επικράτεια της Λουιζιάνας," υπό την διακυβέρνηση ενός διορισμένου κυβερνήτη από τον Σαιντ Λούις.

 

183. Ο Αποκλεισμός. Η Δημοκρατική-Ρεπουμπλικανική διοίκηση είχε επίσης να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της τηρήσεως ουδετερότητας έναντι του πολέμου που διεξαγόταν στην Ευρώπη. Αλλο πράγμα ήταν να ασκούν κριτική όσο βρίσκονταν στην αντιπολίτευση. Τώρα όμως που είχαν την κυβέρνηση, το ζήτημα ήταν να κάνουν κάτι. Το πρόβλημα τηρήσεως της αμερικανικής ουδετερότητας περιέπλεκε το γεγονός ότι η νέα διοίκηση έκλινε λιγότερο απ' ότι οι Ομοσπονδιακοί υπέρ της ενθαρρύνσεως του αμερικανικού εφοπλισμού πάση θυσία, και άρχισε τις οικονομίες περικόπτοντας τα κονδύλια εξαγοράς που καταβάλλοντο στην Μπαρμπαριά της Βόρειας Αφρικής. Ο Πασάς της Τριπόλεως κήρυξε πόλεμο εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών το 1801, και, με την ιμπεριαλιστική πολιτική που ανέπτυσσε ο Τζέφφερσον, έστειλε πλοία στην Τρίπολη να πολιορκήσουν τα λιμάνια της. Το 1805, επωφελούμενος από την διάθεση του Ναπολέοντος να ενισχύσει την δημιουργία μιας αντιπάλου της Μεγάλης Βρεττανίας, έστειλε μία αμερικανική στρατειά από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (υπό γαλλικήν ήδη κατοχή), να προελάσει διασχίζοντας την έρημο κατά του λιμένος Δέρνη της Τριπόλεως, ο οποίος έτσι κυριεύθηκε με αιφνιδιασμό δια ξηράς. Από την βάση αυτή, σκαρώθηκε μια επανάσταση στην Τρίπολη, και τοποθετήθηκε νέος Πασάς, ο οποίος συνήψε ειρήνη με τον Τζέφφερσον με τους όρους του τελευταίου. Η αμερικανική κατοχή της Δέρνης συνεχίσθηκε για κάποιον καιρό ακόμη, ως εγγύηση τηρήσεως της ειρήνης από μέρους της Τριπόλεως.

Αυτή φαίνεται πως ήταν η πρώτη περίσταση της εξελίξεως αυτού που κατέστη το πάγιο μέσο της Αμερικής για την καταπολέμηση των εχθρών της, ή την εδαφική της επέκταση, να πυροδοτεί, δηλαδή, μιαν επανάσταση, και μετά να επεμβαίνει για να βοηθήσει την επανάσταση. Είναι αλήθεια πως οι προπαγανδιστικές ενέργειες των αμερικανών ανταρτών στον Καναδά το 1775 παρέσχαν το προηγούμενο για την πολιτική αυτήν, αυτή όμως ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε ως κυβερνητική ιμπεριαλιστική πολιτική.

Στο μεταξύ, υπήρχε ένα ακόμα είδος πειρατείας με το οποίο τα αμερικανικά πλοία έπρεπε να συμβιβασθούν. Το βρεττανικό και το γαλλικό ναυτικό άρχιζαν ξανά τις έρευνες και τις κατασχέσεις των αμερικανικών εμπορικών πλοίων, και αφού η Αγγλία και η Γαλλία προσπαθούσαν να αποκλείσουν η μία την άλλη, και των δύο το ναυτικό μπορούσε ανά πάσαν στιγμή να συλλαμβάνει και να κατάσχει ουδέτερα σκάφη με προορισμό λιμάνια του εχθρού. Τελικά, επειδή ο Τζέφφερσον ήταν αποφασισμένος να διατηρήσει την αμερικανική ουδετερότητα, κυρήχθηκε αποκλεισμός, που απαγόρευε εντελώς το εμπόριο με ξένες χώρες.

Αυτό έδωσε στο Ομοσπονδιακό κόμμα μιαν ευκαιρία να αναζωογονηθεί, σε κάποιο βαθμό, ιδίως στα θαλάσσια λιμάνια, όπου τα πάντα είχαν ουσιαστικά νεκρώσει, και όπου χιλιάδες λαού έχασαν την δουλειά τους με την ξαφνική διακοπή του θαλάσσιου εμπορίου, αν και όλο και κάποια λαθρεμπορική κίνηση σημειωνόταν στα λιμάνια αυτά, και σε μεγαλύτερη έκταση, κατά μήκος των συνόρων με τον Καναδά. Στην Νέα Αγγλία, η αντιπολίτευση οργανώθηκε με τον ίδιο τρόπο του λαθρεμπορικού δακτυλίου εισαγωγέων που είχαν λειτουργήσει ως μετριοπαθές στοιχείο στην Επανάσταση του 1775. Ομως, συνολικά, ακόμη και αυτή η αντιπολίτευση ήταν εν πολλοίς τοπική, και ο αποκλεισμός ήταν αναγκαίος για να κρατηθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτός του ευρωπαϊκού πολέμου.

Ωστόσο οι Ομοσπονδιακοί επιχειρούσαν επίσης να αναπτύξουν τις παληές αμερικανικές εφευρέσεις και ενεργειακές πηγές που είχαν καταπνιγεί με την έναρξη της Δεύτερης Δημοκρατίας. Πολλές από τις εφευρέσεις, όπως το ατμόπλοιο, ζωντάνεψαν με κάπως αλλαγμένη μορφή, δίνοντας σε κάποιους πολιτικούς ηγέτες του κόμματος της αντιπολιτεύσεως ένα μονοπώλιο, είτε μέσω ενός νέου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, είτε με Πολιτειακές διοικητικές πράξεις. Υπήρξε επίσης μια απόπειρα αναπτύξεως μερικών μη εμπορευματοποιημένων πηγών ενεργείας όπως το κάρβουνο (καύσιμο που είχε χρησιμοποιηθεί από τις φυλές της βόρειας Πεννσυλβανίας, και που χρησιμοποιήθηκε για να ζεστάνει ένα μέρος του ζεματιστού νερού της εξεγέρσεως για τον νόμο περί στάσεως το 1798).

Μια άλλη μορφή αποκλεισμού που δοκιμαζόταν εκείνο τον καιρό από τον Τζέφφερσον αφορούσε την εισαγωγή δούλων. Το Σύνταγμα, όπως είχε συνταχθεί από τους Κινγκινάτους, περιείχε μια εγγύηση για την εισαγωγή δούλων, πως δεν επρόκειτο να υπάρξει καμμιά Ομοσπονδιακή επέμβαση για μια εικοσαετή, όπως λογαριαζόταν, περίοδο, αλλά που πρακτικά καθορίζετο μέχρι το έτος 1808. Καθώς η χρονιά αυτή πλησίαζε, ο Τζέφφερσον επιχείρησε να θέσει μιαν Ομοσπονδιακή απαγόρευση στην εισαγωγή δούλων, αν και δεν φαινόταν να υπάρχουν ελπίδες να περάσει από το Κονγκρέσσο. Οταν όμως, το 1804, η Πολιτεία της Νέας Υόρκης ψήφισε νόμο που καταργούσε βαθμιαία την δουλεία (απαγορεύοντας την εισαγωγή δούλων στην Πολιτεία, απαγορεύοντας την αγορά δούλων, και απελευθερώνοντας τα παιδιά των δούλων), και η νέα Ιερσέη ακολούθησε γρήγορα το παράδειγμα της Νέας Υόρκης, αυτό, μαζύ με την πρόσφατη εισδοχή της Πολιτείας του Οχάιο που δεν αναγνώριζε την δουλεία, σχημάτιζε μια πλειοψηφία κατά της δουλείας μέσα στο Κονγκρέσσο, οπότε πλέον ψηφίσθηκε ο αποκλεισμός της εισαγωγής δούλων, με ισχύ από την 1η Ιαναουαρίου του 1808. Αν και ο γενικός αποκλεισμός ακυρώθηκε μετά την έξοδο του Τζέφφερσον από την Προεδρία το 1809, ο αποκλεισμός της εισαγωγής δούλων παρέμεινε μόνιμος νόμος των Ηνωμένων Πολιτειών. Το καπιταλιστικό σύστημα στον Βορρά σημείωνε μια νίκη σε βάρος του δουλοκτητικού συστήματος του Νότου, αν και σε μεγάλη έκταση δεν επρόκειτο παρά για μια νίκη στα χαρτιά μόνο, αφού η λαθραία εισαγωγή δούλων συνεχίσθηκε σχεδόν εντελώς ανοικτά μέχρι την τελική κατάργηση της δουλείας το 1865.

Οι επικρίσεις κατά του γενικού αποκλεισμού ήσαν δριμείες, ιδίως από την Νέα Αγγλία, όπου αφθονούσαν οι θαλάσσιοι λιμένες, και ο παληός λαθρεμπορικός δακτύλιος ήταν τώρα μια ισχυρή ομάδα εισαγωγέων. Ο αποκλεισμός συχνά αναφερόταν ως "Πιάσε με" [λογοπαίγνιο με την λέξη embargo = αποκλεισμός, (προφερόμενη ανάποδα "o grab me") = πιάσε με], και υπήρξε κεντρικό θέμα στις εκλογές του 1808.

Το αποτέλεσμα ήταν πως το καινούργιο Κονγκρέσσο ακύρωσε τον Νόμο περί Αποκλεισμού. Δεν υπήρξε όμως κομματική ανατροπή σε αυτή την εκλογή, και ο Τζέφφερσον αποσύρθηκε από την Προεδρία εθελοντικά υπέρ του Υπουργού του των Εσωτερικών, Τζέημς Μάντισον, επικαλούμενος ως προηγούμενο την παραίτηση του Γεωργίου Ουάσινγκτων μετά από μια οκταετία στην Προεδρία, και προσθέτοντας ένα ακόμα λόγο (όχι του Ουάσινγκτων, παρά μόνο του Τζέφφερσον) πως η δημοκρατική κυβέρνηση απαιτεί να μη παραμένει ένα άτομο στην εξουσία για πολύ μεγάλο διάστημα. Ετσι δημιουργήθηκε το το προηγούμενο να μη διατηρεί κανείς το συγκεκριμένο αξίωμα πάνω από οκτώ χρόνια, και βάσει αυτού υπήρξαν πολλές περιπτώσεις αρνήσεως μιας τρίτης θητείας. Μονάχα ένας Πρόεδρος, μέχρι τον Φρανκλίνο Ντ. Ρούσβελτ, υπήρξε ποτέ υποψήφιος για επα