Κεντρική Σελίδα των Αρχείων      Περιεχόμενα       Επόμενο Κεφάλαιο

ΟΙ ΦΥΛΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

W. J. Sidis

Μετάφραση: Γεωργία Ερατώ Τριανταφυλλίδη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΩΝ ΠΕΝΑΚΟΥΚΩΝ

        36. Η Ειρήνη του 1634.  Οπως είδαμε, παρά τις αντιρρήσεις των φυλών-μελών, η Ομοσπονδία Πενακούκ, ακολουθώντας την ηγεσία του Πασσακοναγουαίη, αποφάσισε να κάνει ανοίγματα στους Πουριτανούς για ειρήνη. Οι τελικοί όροι ήσαν αρκούντως καταστροφικοί για την Ομοσπονδία, κάτι που δεν αποτελεί έκπληξη, αφού η Ομοσπονδία δεν ήταν ποτέ ένας πραγματικά ισχυρός συνδυασμός, έχοντας, όπως είδαμε, οργανωθεί εξ αδυναμίας. Μετά την απώλεια της πρωτεύουσας της Ανατολικής Περιφερείας, προτάθησαν ειρηνευτικοί όροι που περιελάμβαναν το άνοιγμα των χωρών της Ανατολικής Περιφερείας στην εγκατάσταση των Πουριτανών, δι' ειδικών διακανονισμών με τα αντίστοιχα φυλετικά συμβούλια για την κάθε πόλη που καταλαμβανόταν με αυτόν τον τρόπο, στις χώρες των Σάουγκους, των Μασάντσου, και των Οκαμακαμμεσσέτων, οι οποίοι είχαν διατηρήσει τα ύψιστα ιδανικά ελευθερίας, ενώ οι φυλές Σάουγκους και Μασάντσου ήσαν εξουθενωμένες από τον πόλεμο. Οι ειρηνευτικοί όροι αναγνώριζαν επίσης τους υφιστάμενους στην βόρεια ακτή του Κόλπου της Μασσαχουσέττης πουριτανικούς οικισμούς.

        Οι Προσκυνητές δεν είχαν αναμιχθεί στον πόλεμο αυτόν, έτσι η κατάσταση παρέμενε αναλοίωτη στην αποικία του Πλύμουθ. Η χώρα τελούσε υπό διττή διακυβέρνηση, διοικούμενη από την Ομοσπονδία, πλην των θέσεων όπου οι Προσκυνητές εγκαθιστούσαν πόλεις βάσει συμφωνίας. Οι ειρηνευτικοί όροι επιχείρησαν να επεκτείνουν μια παρόμοια ρύθμιση και στους Πουριτανούς. Το πρόβλημα ήταν πως οι Πουριτανοί θεωρούσαν ήδη εαυτούς κυρίους της γης, και έβλεπαν τους ερυθροδέρμους ως παρείσακτους στην χώρα τους. Κάτι που οι λαοί των Πενακούκων δεν ήταν δυνατόν να καταλάβουν, γιατί αυτοί, περισσότερο ακόμη και από άλλους ερυθροδέρμους λαούς της Βόρειας Αμερικής, αδυνατούσαν να συλλάβουν την ιδέα της εγγείου ιδιοκτησίας. Στην πραγματικότητα, οι Πενακούκοι αδυνατούσαν να συλλάβουν οποιαδήποτε έννοια ιδιοκτησίας, αν και εγνώριζαν ότι οι λευκοί είχαν κάτι τέτοιους περίεργους θεσμούς.

        Επρεπε όμως να προσπαθήσουν να κατανοήσουν την ιδέα της ιδιοκτησίας του λευκού ανθρώπου, προκειμένου να μπορέσουν να συμφωνήσουν για την ειρήνη. Και, αφού ο πόλεμος είχε αρχικά ξεκινήσει με αφορμή τις προσπάθειες των Γκορτζ και Μαίησον να εξώσουν τους Πισκατάκουες και τους Αμπενάκες από τα μέρη βορείως του Μερριμάκ, ο Πασσακοναγουαίη προσπάθησε να βρει ένα τρόπο διαθέσεως των μερών αυτών, που να ταιριάζει με τις ιδέες των λευκών. Εν πρώτοις, αγνόησε τελείως τους Γκορτζ και Μαίησον, με τους τίτλους ιδιοκτησίας που κουβαλούσαν από την άλλη άκρη της θαλάσσης, αλλά έπεισε το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο να διαπραγματευθεί μόνον με τους προσφυγικούς πουριτανικούς οικισμούς στο δήθεν καταφύγιο του Μαίησον. Ο Πασσακοναγουαίη διερεύνησε αν οι ιδέες των λευκών περί εγγείου ιδιοκτησίας είχαν καμμιάν αντιστοιχία με την άδεια κατοχής, και βρήκε ότι οι λευκοί γνωρίζουν κάτι παρόμοιο ως μισθώσεις. Ετσι, με εξουσιοδότηση του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου (ύστερα από σημαντική αντίρρηση των Πισκατάκουων, που ο τόπος ήταν δική τους επικράτεια) συνέταξε μια κανονιστική πράξη ως μέρος της ειρηνευτικής συνθήκης, εκμισθώνοντας σε αυτές τις μη ανεγνωρισμένες πουριτανικές προφυλακές μια περιοχή εκτεινόμενη δυτικά από την Πισκατάκουα μέχρι τον Μερριμάκ, και από τον Μερριμάκ τράντα μίλια βόρεια. Η εκμίσθωση αυτή προέβλεπε ένα καθορισμένο ενοίκιο σε γούνες για την κάθε πόλη που θα ιδρύετο μέσα στην περιοχή αυτή. Το ενοίκιο κατεβάλλετο τακτικά, εκτός περιόδων πολέμου, μέχρι το 1755. Ομως, καθώς οι τίτλοι ιδιοκτησίας της γης στην περιοχή βασίζονται ακόμη στην πράξη του Πασσακοναγουαίη μάλλον, που σήμερα διατηρείται στο Εξετερ, παρά στην διεκδίκηση του Μαίησον, τούτο σημαίνει ότι η Ομοσπονδία Πενακούκ, ή ο όποιος διάδοχός της, είναι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες μιας περιφέρειας που περικλείει την Επαρχία Ρόκινχαμ του Νέου Χαμπσάιρ, και κάποια γύρω εδάφη, περιλαμβανομένων των πόλεων Χάβερχιλλ και Μάντσεστερ, και του μισού Λόουελλ και Λώρενς. Οι Πισκατάκουες συμφώνησαν να δεχθούν να κατοικήσουν βορειότερα, στα όρη Αγιοτσούκ, χωρίς όμως ποτέ να συμφιλιωθούν με την ιδέα. Υπάρχει ένας θρύλος, ότι οι Πισκατάκουες, εγκαταλείποντας τότε την γειτονιά της Οχθης της Φράουλας, στάθηκαν σε ένα κοντινό λόφο, απ' όπου μπορούσαν να κυττάξουν πίσω την πόλη των λευκών, και καταράσθηκαν την γη που πατούσαν, κανένας από τους κατόχους της να μην ιδεί ποτέ καλό απ' αυτήν, μέχρι που να επιστραφεί στις φυλές.

        Οι όροι της ειρήνης αγνόησαν τα εδάφη του Γκορτζ, όπως και τις διεκδικήσεις του Μαίησον επί του Νέου Χαμπσάιρ. Τούτο ενθάρρυνε τις προσφυγικές αποικίες έναντι των φεουδαρχικών. Ετσι, με την επίδραση των Πενακούκων, το Νέο Χαμπσάιρ έγινε πουριτανική αποικία, με προσωρινή κυβέρνηση κατά το πουριτανικό πρότυπο το πρότυπο, δηλαδή, που είχε παρθεί από τους Προσκυνητές, και είχε προέλεθει αρχικά από προσαρμογή των οδηγιών των Γουαμπανώγκ―η οποία ενεργούσε ως αντίπαλος εξουσία έναντι του τιτλούχου φεουδάρχη από την Αγγλία. Και το καθεστώς που εγκαθίδρυσαν οι Πενακούκοι απέβη πολύ ισχυρότερο από το ιδιοκτησιακό που είχε προστάξει η Αγγλία. Αν και δεν υπήρξαν ειρηνευτικοί όροι με τον λαό ανατολικά της Πισκατάκουας, ήταν κατανοητό πως δεν θα υπήρχαν εχθροπραξίες, εάν εγκαθιστούσαν μιαν αντίπαλη κυβέρνηση παρόμοια με εκείνη του Νέου Χαμπσάιρ, και παραμέριζαν την εξουσία του Γκορτζ υπέρ μιας που θα συγκροτούσε ο λαός της πόλεως. Αρκετές άγονες προσπάθειες επιχειρήθησαν προς τούτο, αλλά οι γαιοκτήμονες δεν εκδιώχθησαν από καμμία από τις δύο αποικίες, αν και ο Μαίησον, στο Νέο Χαμπσάιρ, έχασε κάπως. Ο Μαίησον πάντως, προπάθησε με την ευκαιρία να διεκδικήσει την περιοχή του Κόλπου της Μασσαχουσέττης, και έστειλε ένα υποτακτικό του να κάνει κατάληψη: ένα κάστρο εγκαθιδρύθηκε στην περιοχή που ονομάζεται σήμερα Κουίνσυ, για τις ασωτείες εντός του οποίου γινόταν τόσος θόρυβος, ώστε οι Πουριτανοί κατέληξαν ότι ο καλύτερος τρόπος να τους ξεφορτωθούν χωρίς να εγείρουν ζήτημα τίτλων στα δικαστήρια της Αγγλίας, ήταν να τους συλλάβουν για διατάραξη της ειρήνης. Ετσι έληξε η τελευταία σοβαρή απόπειρα εγκαθιδρύσεως μιας πλήρους φεουδαρχίας στην Νέαν Αγγλία.

        Η Ομοσπονδία Πενακούκ δέχθηκε επίσης ένα σύνορο με τους Ιρόκους που συνίστατο κυρίως στον Ποταμό Κουιννιτούκετ. Πολύ μικρό τμήμα της δυτικής όχθης του ποταμού αυτού ή των πίσω της λόφων, ήσαν ποτέ πραγματικά στην κατοχή των Ιρόκων. Ομως το σύνορο αυτό έδωσε στους Ιρόκους μια δικαιολογία για να ισχυρισθούν ότι η επικράτειά τους έφθανε ανατολικά μέχρι τον Κουιννιτούκετ.

        Συμφωνήθηκε επίσης να επιτρέπεται η ανταλλαγή προϊόντων μεταξύ των Πουριτανών και των φυλών των Πενακούκων, και οι δύο λαοί να μπορούν να επισκέπτονται τις κοινότητες οι μεν των δε για τον σκοπόν αυτόν. Η αδυναμία των λαών των Πενακούκων να κατανοήσουν είτε την ανταλλαγή είτε την περιουσία, και το γεγονός ότι δεν εύρισκαν καμμιαν αξία στο χρήμα, δημιουργούσε δυσκολίες στήν πορεία των εμπορικών σχέσεων. Από την άλλη πλευρά όμως, οι πραματευτές έμοιαζε να θεωρούνται κάπως ως μέρος του διεθνούς και ουδετέρου συστήματος αγγελιοφόρων, και αυτό βοηθούσε. Ο έσχατος συμβιβασμός στον οποίο κατέληξαν, ήταν η χρήση, ως συναλλακτικού μέσου, του θαλασσινού οστράκου ή ψηφίδας γουάμπουμ (οι χάνδρες που χρησιμοποιούντο για την κατασκευή ζωνών γουάμπουμ), και οι πουριτανικοί οικισμοί, και, αργότερα, οι άλλες γειτονικές αποικίες, καθόρισαν την αξία της ψηφίδας γουάμπουμ σε χρηματικούς όρους. Αυτό στάθηκε η αιτία να δημιουργηθεί η εσφαλμένη ιδέα ότι το γουάμπουμ ήταν "Ινδιάνικο χρήμα."

         37. Αλλού στην Αμερική.  Ως τότε, η αποικία της Βιρτζίνιας είχε στεριώσει γερά στο νότο, ομοίως και η γαλλική αποικία στον βορρά, ως Κεμπέκ, και στην χερσόννησο Κουώντυ (που η γάλλοι ονόμαζαν Ακαδία). Ενα αγγλικό εκστρατευτικό σώμα είχε κυριεύσει το Κεμπέκ, αλλά το είχε επιστρέψει κατόπιν συνθήκης μεταξύ Αγγλίας και Γαλίας. Οι ολλανδικές αποικίες στις Νήσους Πωμονόκες και την κοιλάδα του Ποταμού Σατεμούκ ανεπτύσσσοντο επίσης γοργά, και καθιέρωσαν φιλικές σχέσεις με την Ομοσπονδία των Ιρόκων, την μεγαλύτερη τότε δύναμη σε όλη την ήπειρο.

        Η εισαγωγή δούλων στην Βιρτζίνια αυξανόταν ήδη σημαντικά, και η περιοχή είχε ήδη αρχίσει να μιλά με εκείνο τον αφρικανικό τόνο που χαρακτηρίζει όλο το τμήμα εκείνο της Αμερικής, όπου κάποτε κυριαρχούσε η δουλεία. Παράλληλα, υπήρχαν οι "μισθωμένοι υπηρέτες", άνθρωποι που είχαν πουληθεί για ορισμένα χρόνια προκειμένου να πληρώσουν τα ναύλα τους από την Αγγλία στην Αμερική, και που ήσαν πραγματικά προσωρινοί σκλάβοι. Επί όλων αυτών κυβερνούσε μια αριστοκρατία που είχε τις ρίζες της στην Αγγλία. Η Εκκλησία της Αγγλίας κυβερνούσε στην Βιρτζίνια με τόσο μακρύ χέρι, όσο και πίσω στην Αγγλία, και οι διαφωνούντες διώκοντο εξ ίσου και στα δύο μέρη. Η μισθωμένη παραλλαγή της δουλείας χρησιμοποιείτο επίσης από την Αγγλία ως ένας τρόπος να ξεφορτώνεται τους καταδίκους, πουλώντας τους για υπηρεσία στην Βιρτζίνια, συμβάλλοντας έτσι στον εποικισμό της Βιρτζίνιας με εγκληματίες εξόριστους από την Βρεταννία. Είδαμε ότι προσπάθησαν ομοίως να στείλουν εγκληματίες στην ακτή Πενακούκ, αλλά η αποικία των Προσκυνητών αντιστάθηκε, ενώ παρ' όλο που τόσο η δουλεία όσο και η μισθωμένη υπηρεσία εισήχθησαν στις βόρειες αποικίες, δεν απέκτησαν ποτέ ισχυρό έρεισμα εκεί.

        Η συνήθεια της Αγγλίας να παραχωρεί χάρτες σε πρόσωπα και εταιρείες, που εκάλυπταν εδάφη διεκδικούμενα μεν από την ίδια, αλλά που βρίσκονταν στην κατοχή των φυλών, εξακολουθούσε. Ετσι η χερσόννησος Κουώντυ, εποικισμένη ήδη από τους γάλλους ως Ακαδία, και επί το πλείστον ακόμη Μικμάκ, παραχωρήθηκε με χάρτη ως σκωτσέζικη αποικία, και ονομάσθηκε Νέα Σκωτία, αν και ήταν αδύνατη η βάσει του χάρτου πραγματική εγκατάσταση. Κατά τρόπον ανάλογο, ένας καθολικός, ο Λόρδος Μπαλτιμόρ, απέκτησε το 1632 ένα χάρτη για εδάφη βορείως του Ποταμού Ποταμάκ ως καταφύγιο προοριζόμενο για καθολικούς από την Αγγλία ή την Βιρτζίνια. Η περιοχή αυτή, που θα ελέγχετο ιδιοκτησιακά από την οικογένεια Καλβέρ (του Λόρδου Μπαλτιμόρ), ονομάσθηκε Μαίρυλαντ [Χώρα της Μαρίας] από την αγγλίδα βασίλισσα, και ένας οικισμός εγκαταστάθηκε στον Κόλπο Τσεζαπήκε το 1634.

        Υπήρχε άλλος ένας χάρτης παραχωρήσεως, για την ακτή των Μοϊκανών μεταξύ Κοννέκτικατ και Ποταμού Χούντσον, στον Λόρδο Σαίη και τον Λόρδο Μπρουκ, όμως αυτοί δεν επιχείρησαν να αποικήσουν διαρκούντος του πολέμου με τους Πενακούκους. Ο χάρτης αυτός κάλυπτε επίσης και την επικράτεια που κατελάμβαναν οι ολλανδικοί οικισμοί. Τόσο λίγα γνώριζαν στην Ευρώπη σχετικά με τις χώρες που "ανακάλυπταν" (χωρίς αυτές να έχουν ποτέ χαθεί) ώστε πολλές φορές οι χάρτες συνέπιπταν, όχι μόνο με οικισμούς άλλων εθνών, παρά και μεταξύ τους. Ουσιαστικά, οι χάρτες αυτοί ισοδυναμούσαν απλώς με την άδεια να αποκτήσουν και να εποικήσουν εδάφη εν ονόματι της Αγγλίας, αργότερα όμως αποτέλεσαν τις βάσεις για αντικρουόμενους τίτλους γης.

         38. Αλωση του Κουιννιτούκετ.  Κατά τα τελευταία στάδια του πολέμου μεταξύ Πενακούκων και Πουριτανών, έγινε μια απόπειρα να βλάψουν τα νώτα των Πενακούκων οχυρώνοντας ένα σημείο στην δυτική όχθη του Κουιννιτούκετ. Αυτό έγινε το 1633, όταν μια πουριτανική εξόρμηση έκτισε μέσα σε επικράτεια των Μοϊκανών ένα οχυρό, που το ονόμασαν Γουίνσδωρ, στο υψηλότερο πλωτό σημείο του ποταμού. Αυτό αυξήθηκε πολύ και επανδρώθηκε με εθελοντές Προσκυνητές που εγκαταστάθησαν εκεί κοντά, και, καθώς δεν διεξήγε ενεργείς εχθροπραξίες κατά της Ομοσπονδίας Πενακούκ, οι Πεκώτοι, από την άλλη μεριά του ποταμού, έτειναν να αντιμετωπίζουν το Γουίνσδωρ ως μέρος της προσκυνητικής αποικίας και άρα ουδέτερο, χωρίς όμως να λείπει και κάποια καχυποψία, επειδή η αρχική πρόθεση ήταν σαφώς πολεμική. Η φρουρά του Γουίνσδωρ, ξεκομμένη από τους πάντες, εκτός από τις φυλές των ερυθροδέρμων, έκλεισε συμμμαχία με τους Μοϊκανούς. Το φρούριο αυτό λειτούργησε σε πλήρη αντίθεση προς τον χάρτη των Σαίη και Μπρουκ, και ουσιαστικά, προς κάθε εξωτερική εξουσία. Είναι δε αξιοσημείωτο, ότι η Ομοσπονδία Πενακούκ δεν επιχειρούσε πόλεμο εναντίον οικισμών που αψηφούσαν την εγγλέζικη εξουσία. Οι Πεκώτοι όμως, στην απέναντι όχθη του Κουιννιτούκετ, παρέμεναν καχύποτοι, και επέμεναν στο δικαίωμά τους να εξετάζουν τα σκάφη εφοδιασμού που ανέβαιναν τον Κουιννιτούκετ. Σε μια περίπτωση, ο ιδιοκτήτης του πλοίου, που θεωρούσε τους Πεκώτους παρείσακτους στην χώρα τους, απήντησε ανοίγοντας πυρά κατά των Πεκώτων επιθεωρητών, οι οποίοι αναγκάσθησαν να πυροβολήσουν αμυνόμενοι, αν και προσπάθησαν να αποφύγουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, και ας υπήρχε εμπόλεμη κατάσταση. Μετά την ειρήνη του 1634, οι Πεκώτοι, δυσαρεστημένοι από τους όρους, και ειδικά έχοντας αντιρρήσεις για την υπερβολική ελευθερία που η συνθήκη έδινε στους εμπόρους, αποσύρθησαν από την Ομοσπονδία Πενακούκ, και έστειλαν εκπροσώπους στην Βοστώνη να διαπραγματευθούν μια νέα συνθήκη. Και η αντιπροσωπεία αυτή κουβαλούσε κάμποσα κανώ γεμάτα ψηφίδες γουάμπουμ, έχοντας την εντύπωση πως οι λευκοί χρειάζονταν μεγάλες ποσότητες χάνδρες ως δώρα προκειμένου να δεχθούν να ακούσουν―έτσι ερμήνευαν οι Πεκώτοι την προσπάθεια των Πουριτανών να χρησιμοποιούν τα γουάμπουμ ως χρήμα. Ισως οι Πεκώτοι να μη παρανόησαν και τόσο, στο κάτω-κάτω. Πάντως, μια μορφή ειρήνης εξασφαλίσθηκε εν τέλει μεταξύ Πουριτανών και των Πεκώτων, ενώ Πουριτανοί μεσολάβησαν επίσης για να εμποδίσουν ένα χωριστικό πόλεμο με την Ομοσπονδία Πενακούκ.

        Η απόπειρα των Πεκώτων να αποσπασθούν από την Ομοσπονδία αυτή τη στιγμή ήταν αναμφίβολα μια εκδήλωση μεγάλης επιθυμίας αποκρούσεως της κυριαρχίας του λευκού εισβολέως και των θεσμών του, που ήσαν τόσο ολοφάνερα απεχθείς στους Γκανοβάνους. Η δημιουργία ρήγματος στην νεόκοπη ένωση των λαών των ερυθροδέρμων σε αυτό το τμήμα της Αμερικής όμως, μοιραίως θα απέβαινε καταστροφική.

        39. Επέκταση της Αποικίας του Κόλπου.  Οι ειρηνευτικοί όροι άνοιξαν στους Πουριτανούς μια σημαντικά ευρύτερη περιοχή από εκείνη που είχαν καταφέρει να εποικήσουν προηγουμένως. Αλλά και οι υφιστάμενοι οικισμοί είχαν επίσης την ευκαιρία να αναπτυχθούν πιο ελεύθερα.

        Το φθινόπωρο του 1635, έγινε η πρώτη απόπειρα αποικισμού στην καρδιά της επικρατείας των Οκαμακαμμεσσέτων. Η άδεια χορηγήθηκε από το Φυλετικό Συμβούλιο για την χρησιμοποίηση μιας εκτάσεως έξ τετραγωνικών μιλίων, αν και οι πουριτανοί ηγέτες που έκαναν την διαπραγμάτευση σκανδαλίσθησαν πολύ βλέποντας ότι ένας από τους Σαγαμόρους, με τους οποίους έπρεπε να συζητήσουν, ήταν γυναίκα. Μόλις, όμως αποκτήθηκε η άδεια, έκαναν την πρώτη μεσόγεια εγκατάσταση της Αποικίας του Κόλπου της Μασσαχουσέττης, στον Ποταμό Γουαμεσέτ, και τόσον η πόλη όσο και το ποτάμι ονομάσθησαν, προς τιμήν της πρόσφατης ειρηνεύσεως στην χώρα, Κόνκορντ [Ομόνοια]. Η βοήθεια που πήρε από τους Οκαμακαμμεσσέτους είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη αυτής της πόλεως, παρ' όλες τις αρχικές δυσκολίες, η οποία αργότερα κατέστη ένα κέντρο του αγώνος υπέρ της ελευθερίας στην χώρα των Πενακούκων. Οι Οκαμακαμμεσσέττοι επέτρεψαν επίσης να δημιουργηθεί κολλητά με την πρωτεύουσά τους ένας αγγλικός οικισμός, που ονομάσθηκε Μάρλμπορω. Το ρητό των Οκαμακαμμεσσέττων, "όχι δούλοι στην χώρα μας," διαδόθηκε επίσης μεταξύ των οικισμών στην περιοχή αυτή, και σύντομα έπεισαν το Γενικό Δικαστήριο (νομοθετική συνέλευση) να εκδώσει απόφαση επ' αυτού, πράγμα που και έκανε, με τόσους όμως όρους, ώστε να την εξουδετερώσει. Δεν ήθελε όμως να επιτρέψει την κατάργηση της δουλείας, καθώς το δουλεμπόριο είχε γίνει εξαιρετικά επικερδές για την Αγγλία. Γεγονός παραμένει, ότι η Αποικία του Κόλπου της Μασσαχουσέττης ήταν η πρώτη που εκφράσθηκε κατ' αρχήν κατά πάσης υποδουλώσεως.

        Οι Ερυθρές φυλές προχώρησαν λοιπόν το έργο του εκδημοκρατισμού της Πουριτανικής αποικίας. Η φυλετική επίδραση μπορούσε τώρα να είναι αμεσότερη, αφού είχε συναφθεί ειρήνη. Η εκκλησιαστική μορφή της αντιπροσωπευτικής κυβερνήσεως―η εκδοχή των προσκυνητών για την ιδέα της δημοκρατίας―είχε υιοθετηθεί από τους Πουριτανούς κατά την διάρκεια του πολέμου. Μαζύ της όμως πήγαιναν οι θεσμοί του χρήματος, της ιδιοκτησίας, και της διώξεως των θρησκευτικά διαφωνούντων, όπως ήλθαν από την Ευρώπη, τους οποίους όλοι οι λευκοί τότε θεωρούσαν ουσιώδεις για τις οργανωμένες κοινωνίες, όσο ακριβώς αντίθετα οι θεσμοί αυτού του είδους ήσαν πέρα από την κατανόηση των ερυθροδέρμων. Μετά την υπογραφή της ειρήνης, ήλθαν στο προσκήνιο και οι θρησκευτκές διώξεις, για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν είχαν υπάρξει πολλές δυνατότητες για κάτι τέτοιο διαρκούντος του πολέμου, και επειδή η πολεμική μηχανή που είχε συγκροτηθεί εναντίον των ερυθρών φυλών χρειαζόταν κάποιον νέο εχθρό να πολεμήσει.

        Οι φυλές των Πενακούκων απείχαν τόσο από του να αποφεύγουν τους λευκούς αποίκους, ή από του να συνειδητοποιούν το πώς οι λευκοί έμελλε να ανατρέψουν την χώρα, ώστε ακόμη και η φυλή Νιπμούκ, στην δυτική άκρη του Ποταμού Κουιννιτούκετ, επέτρεψε σε μια μικρή ομάδα Πουριτανών να εγκατασταθούν στον ποταμό αυτόν, κοντά στην πόλη τους Αγκαβάμη. Η πουριτανική πόλη που εγκαινιάσθηκε το 1636, ονομάσθηκε Σπρίνγκφηλντ. Αυτή, με την σειρά της, αποίκησε πιο πάνω κατά μήκος του ποταμού, στην δυτική όχθη όμως, μεταξύ των φυλών που είχαν αφοπλίσει οι Ιρόκοι, σχηματίζοντας έτσι τις πόλεις Χόλυοκ και Νορθάμπτον. Η τελευταία μάλιστα ήταν κοντά στο πέρασμα της Νονοτούκης, όπου είχε πρωτοδημιουργηθεί η Ομοσπονδία Πενακούκ.

        Αλλη μια δραστηριότητα των Πουριτανών μόλις υπογράφηκε η ειρήνη, ήταν να προβλέψουν για σχολεία. Η ιδέα της μαζικής εκπαιδεύσεως είχε αντιγραφεί από την Αγγλία, όπου η μορφή αυτή εκπαιδεύσεως εθεωρείτο αναγκαία, και όπου αναμφιβόλως χρειαζόταν σε κάποιο βαθμό για την διατήρηση ενεργών των ταξικών διαχωρισμών, και για να εμποδίζεται η ανάπτυξη της ατομικότητας. Σύμφωνα με το πρότυπο αυτό, έγινε κάποια ζύμωση για την ίδρυση ενός "Πανεπιστημίου Καίμπριτζ" στην Μασσαχουσέττη, και το 1636 το Γενικό Δικαστήριο ψήφισε υπέρ της ιδρύσεως "σχολής τινος ή κολλεγίου." Την επόμενη χρονιά, καθορίσθηκε ως τόπος η Νιούτων, σε επικράτεια των Οκαμακαμμεσσέτων, το τέρμα του κυρίου αγγελιαφοροδρόμου, αντιπροσωπεύοντας άρα καταλλήλως το σταυροδρόμι μεταξύ ερυθράς και λευκής επικοινωνίας. Καθώς κάποιος Ιωάννης Χάρβαρντ συνεισέφερε περισσότερα από την αποικία, το κολλέγιο ονομάσθηκε Κολλέγιο Χάρβαρντ (το χρήμα είχε τον λόγον, όσον αφορά το όνομα). Η Νιούτων πάντως ονομάσθηκε Καίμπριτζ. Το κολλέγιο ιδρύθηκε το 1639 (όχι το 1636, όπως υποστηρίζει το κολλέγιο), σε μια εποχή όπου, όπως θα δούμε, οι μαχητικότεροι συνήγοροι της ελευθερίας στην αποικία εγκατέλειπαν την Αμερική. Εχουμε ήδη δει, ότι ένας τέτοιος θεσμός πρέπει, από την ίδια την φύση του, να αντιτίθεται στην ατομική ελευθερία. Και εκεί όμως, όπως και αλλού στην Μασσαχουσέττη, κάποια ίχνη της επιρροής των Οκαμακαμμεσσέτων γίνονταν αισθητά κάτω από την επιφάνεια. Οι παραδόσεις της ελευθερίας, ως συνήθως, αντανακλώντο με τον συνήθη υπόγειο τρόπο, όχι στην διοίκηση. Παρέμενε πάντως η παράδοση:

"Με ελευθερία να σκέπτεσαι, με υπομονή ν' αντέχεις,
Και για το δίκηο πάντοτε να ζης παληκαρίσια."

        Ενα δημόσιο σχολείο ιδρύθηκε επίσης στην Βοστώνη τον ίδιο καιρό, με παρόμοια αποτελέσματα. Αλλά και οι εκπαιδευτικές προσπάθειες επίσης στην Μασσαχουσέττη, εν μέρει ως αποτέλεσμα της επιρροής των φυλών, έλαβαν περισσότερο ατομικές μορφές. Μια δημοτική βιβλιοθήκη εγκαινιάσθηκε στην Βοστώνη το 1636η πρώτη μάλιστα του είδους. Η Βοστώνη επί πλέον αντέγραψε και τον θεσμό του ταχυδρομικού σταθμού των Πενακούκων, που δεν ήταν παρά ένα τέρμα για το σύστημα αγγελιαφόρων Ιρόκων-Πενακούκων, και συνέδεσε το όλον με τα διατλαντικά σκάφη, ώστε, το 1636, η Βοστώνη να έχει οργανώσει ένα ταχυδρομικό σύστημα, ως μέρος μιας Γκανοβάνιας οργανώσεως, πολύ πριν υπάρξει κάτι το παραπλήσιο, έστω, στήν γηραιά Αγγλία.

        Η ανάμιξη των θεσμών της ιδιοκτησίας και των δημοκρατικών παραδόσεων των Πενακούκων προχωρούσε πολύ γρήγορα τώρα, και ένας νέος τύπος ιδιοκτησιακού συστήματος ριζικά διαφέροντος από το ευρωπαϊκό φεουδαρχικό σύστημα, άρχιζε να παίρνει σαφές σχήμα. Αρχιζαν να εμφανίζονται μεμονωμένα σημεία, όπου κάποιες επιζώσες μορφές κοινοτικής δραστηριότητος των Πενακούκων περνούσαν στην πρακτική των λευκών, αρχίζοντας από το Κοινό της Βοστώνης, που έχουμε ήδη μνημονεύσει, και το παρομοίως μεγάλο κοινό της Γουώτερταουν, που ήταν τόσο μεγάλο όσο η ίδια η πόλη, και συνιστούσε μέρος της ουδετερότητος της Γουώτερταουν ως λιμένος αγγελιαφόρων. (Η Γουώτερταουν διατηρεί ακόμη μια αμυδρά παράδοση της ουδετερότητος αυτής στο λογότυπό της "In pace condita." [εν ειρήνη ιδρυθείσα]). Γρήγορα διάφορα "κοινά," κεντρικά πάρκα, άρχισαν να ξεφυτρώνουν σε όλες τις πόλεις στην Νέα Αγγλία, και ο θεσμός αυτός παρέμεινε χαρακτηριστικός, και, ενώ κατά νόμον εξομοιώθηκε με τις αγγλικές Κοινές βοσκές βοοειδών, στην πράξη υπήρξε μια μορφή δημοσίου εδάφους, διατηρώντας σε κάποια βαθμό ίχνη των απαρχών του από την κοινοτική κατοχή της γης των Πενακούκων.

         40. Απόστολος Ελιοτ.  Αν οι λαοί των Πενακούκων άσκησαν σε βάθος επίδραση στους λευκούς οικισμούς, το αντίστροφο ήταν εξ ίσου αληθές. Δεν είχε καλά-καλά συναφθεί η ειρήνη μεταξύ Πουριτανών και Πενακούκων, και οι Πουριτανοί έστειλαν ένα ιεραπόστολο ονόματι Ιωάννη Ελιοτ να μεταστρέψει τις φυλές στην θρησκεία των Πουριτανών. Ο ιεραπόστολος δεν συνάντησε την συνήθη δυσκολία της μισαλλοδοξίας, επειδή οι λαοί των Πενακούκων πίστευαν στην πλήρη ελευθερία εκφράσεως της γνώμης, πράγμα που καθεαυτό καθιστούσε τον κηρυγματικό τρόπο άχρηστο, και απαιτούσε αρκετές τροποποιήσεις. Ο "Απόστολος Ελιοτ" όπως τον αποκαλούσαν οι Πουριτανοί, έμαθε την διάλεκτο Μασάντσου, την προσάρμοσε στο αγγλικό αλφάβητο, και συνέταξε γραμματική της γλώσσας. Οι φυλές των Πενακούκων, αναγνωρίζοντας αμέσως την ανωτερότητα του αλφαβήτου έναντι της γραφής γουάμπουμ, έμαθαν το καινούργιο αλφάβητο πολύ γρήγορα, μέχρι που η αναλογία των εγγραμμάτων έφθασε να είναι υψηλότερη μεταξύ των εθνών Πενακούκ παρά μεταξύ Προσκυνητών ή Πουριτανών.

        Ο Ελιοτ είχε τους προσυλήτους του, ιδίως μεταξύ των φυλών που εδέχθησαν λευκές αποικίες ανάμεσά τους. Οι περισσότεροι όμως από αυτούς τους προσυλήτους δεν απέκτησαν ποτέ τον φανατισμό των πουριτανών προσφύγων, που είχαν ενσκήψει ως θρησκευτική σταυροφορία. Ο Ελιοτ το θεωρούσε νίκη ότι οι Οκαμακαμμεσσέτοι άφησαν τους λευκούς εποίκους να κτίσουν μια εκκλησία στην πρωτεύουσα της ίδιας της Οκαμακαμμεσσέτης, για τις ανάγκες των κατοίκων της γειτονικής πόλεως του Μάρλμπορω. Θα ιδούμε όμως ότι αυτή η άδεια είχε τους στρατηγικούς λόγους της, τους οποίους ο Ελιοτ δεν λογάριασε ποτέ.

        Εν τούτοις, ήταν αλήθεια πως οι "προσευχόμενοι ινδιάνοι," όπως αποκλήθησαν οι προσήλυτοι του Ελιοτ, είχαν την τάση να γίνονται προδότες του λαού των. Αποκόβονταν σταδιακά σε ξεχωριστές δικές τους κοινότητες, διαποτισμένοι με εγγλέζικες ιδέες περί ιδιοκτησίας, αλλά και με εγγλέζικο "νερό που καίει" που έφερναν οι παραματευτές. Οι κοινότητες αυτές, που μαζεύονταν γύρω από την Βοστώνη, εξαρτήθησαν όλο και πιο πολύ από τους άγγλους, άχρηστοι για την Ομοσπονδία των Πενακούκων, και περιφρονούμενοι από τους άγγλους, τους οποίους υπηρετούσαν. Ετσι ουσιαστικά ολόκληρη η φυλή των Μασάντσου ξεκόπηκε από την Ομοσπονδία. Υπήρχαν, φυσικά, πολλά καλύτερα πνεύματα ανάμεσά τους, που κρατούσαν ζωντανό το παληό φυλετικό πνεύμα ελευθερίας στις κοινότητες εκείνες, δεν ήσαν όμως παρά ένας μικρός αριθμός μέσα στις χριστιανικές κοινότητες, τις οποίες εγκατέλειπαν, και πήγαιναν πίσω στις φυλές τους. Εν όλω, οι προσπάθειες του Ιωάννη Ελιοτ συνέβαλαν σημαντικά στην παρακμή της Ομοσπονδίας Πενακούκ.

         41. Οικισμοί του Κόλπου της Ναρραγανσέττης.  Είδαμε ήδη ότι ένα αποτέλεσμα της ειρήνης του 1634 ήταν ότι οι αρχές της Μασσαχουσέττης, απαλλαγμένες από τον πόλεμο με τους Πενακούκους, μπόρεσαν να στρέψουν την προσοχή τους στις θρησκευτικές διώξεις των αιρετικών μέσα στην κοινότητά τους, ενέργεια που στην Ευρώπη εθεωρείτο ουσιαστικό μέρος της οργανωμένης κυβερνήσεως. Οι φυλές των Πενακούκων δεν μπορούσαν να πολυκαταλάβουν τέτοιες πράξεις, και φυσικά αντίκρυζαν αυτήν τη δραστηριότητα με πολλήν αποδοκιμασία. Ηταν, επομένως, αναμενόμενο οι διαφωνούντες αυτοί να αποτελούν την καλύτερη προοπτική για την επιχείρηση των Πενακούκων να φέρουν τους λευκούς κοντά σε θεσμούς εναρμονισμένους με τις παραδόσεις της Αμερικής. Ετσι, από την αρχή της ειρήνης, τα έθνη Πενακούκ προσπάθησαν να καλλιεργήσουν φιλική σχέση με τους πουριτανούς εκείνους ακριβώς, οι οποίοι απειλούντο με διώξεις εξ αιτίας των απόψεών τους. Ιδιαίτερα ο Μασσασόιτης, ένας από τους σαγαμόρους των Γουαμπανώγκ, που είχε διευθύνει την μύηση των Προσκυνητών στους αμερικάνικους τρόπους και ιδέες, έκανε φιλίες με ένα διαφωνούντα ιεροκήρυκα του Σάλεμ, τον Ρογήρο Ουίλιαμς, ο οποίος ήταν πουριτανός ιερέας, που όμως είχε διαφορές με την ορθόδοξη άποψη περί νηπιοβαπτισμού. Οπότε ο Μασσασόιτης συζήτησε με τον Ουίλιαμς διάφορα ζητήματα κοινωνικής οργανώσεως, ειδικά δε το θέμα της ανεξιθρησκίας, για την οποία ο ερυθρός αρχηγός έκρινε σωστά ότι ήταν έτοιμος ο Ουίλιαμς. Στη διάρκεια του 1635 και 1636, ο Ρογήρος Ουίλιαμς προσέθεσε βαθμιαία στα κηρύγματά του το εξαιρετικά αιρετικό και ανήκουστο δόγμα, πως οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν είναι δουλειά των πολιτικών αρχών, και πως ο καθένας θα έπρεπε να έχει το δικαίωμα να πιστεύει ό,τι του αρέσει. Φανέρωνε επίσης την επιρροή των Πενακούκων, διακηρύσσοντας ότι οι τίτλοι του εδάφους στην Αμερική δεν μπορούσαν να παραχωρούνται παρά μόνον από τις φυλές, και όχι με χάρτες από την Αγγλία. Αυτή η τελευταία ιδέα ερμηνεύθηκε από τις αρχές της Μασσαχουσέττης ως προδοσία, καθότι αρνείτο τα διακαιώματά τους στην Μασσαχουσέττη. Και για όλους αυτούς τους λόγους―κυρίως για την αίρεση της πίστεως στην ανεξιθρησκία―ο Ρογήρος Ουίλιαμς εξορίσθηκε από την Μασσαχουσέττη το 1636. Αμέσως κατέφυγε στον Μασσασόιτη, που ήταν έτοιμος να τον δεχθεί, με την πρόταση όμως ότι ο Ουίλιαμς ώφειλε να ιδρύσει ένα καταφύγιο για εξόριστους σαν τον ίδιο. Επ' αυτού ο Μασσασόιτης συμβουλεύθηκε την ισχυρότερη από τις νότιες φυλες της Ομοσπονδίας Πενακούκ, τους Ναρραγανσέττους, και κανόνισε να ξεκινήσει ο Ουίλιαμς αποικίες προσφύγων στην ενδοχώρα των Ναρρραγανσέττων. Δόθηκε άδεια στον Ουίλιαμς να εγκατασταθεί στην Γουνωκουατούκετ, κάπου δύο μίλια ανατολικά της πόλεως των ερυθροδέρμων Γουατσεμόκετ, με πρόβλεψη μελλοντικής αδείας αποκτήσεως και άλλων παρομοίων θέσεων στην ενδοχώρα των Ναρραγανσέττων, υπό τον αυστηρό όρο να μη επιτραπεί ποτέ κανενός είδους δίωξη για θρησκευτικές πεποιθήσεις σε οποιονδήποτε από τους οικισμούς αυτούς.

        Εχουμε λοιπόν, για πρώτη φορά, ένα λευκό που πιστεύει πραγματικά στην ανεξιθρησκία, καίτοι είναι αμφίβολο αν κατανοούσε πλήρως την ιδέα. Πάλι, για πρώτη φορά στην ιστορία της λευκής φυλής, αναλαμβάνεται η ίδρυση μιας κοινότητας επάνω σε αυτή τη βάση. Η επίδραση των ερυθροδέρμων μέσα σε όλα αυτά είναι προφανής. Και είναι αμφίβολο εάν ένα τόσο γενναίο σχέδιο θα μπορούσε ποτέ να έχει συλληφθεί χωρίς την ισχυρή διείσδυση των αρχών των Πενακούκων.

        Ο Ρογήρος Ουίλιαμς έφθασε τελικά στον καθορισμένο τόπο, και, με τον θρησκευτικό του ζήλο που ταίριαζε άσχημα με τον σκοπό του εχγειρήματος, ευχαρίστησε την θεία πρόνοια που τον οδήγησε σε ασφαλές καταφύγιο. Ονόμασε κατόπιν την θέση Πρόβιντενς [(θεία) Πρόνοια], όνομα με το οποίο είναι ακόμη γνωστή. Ομοίως όρισε το όνομα Πρόβιντενς Πλαντέισιονς [Εγκαταστάσεις Προνοίας] για την αποικία. (Πλαντέισιονς [φυτείες] δηλώνει εν προκειμένω αποικία και όχι αγρόκτημα, όπως η λέξη σήμαινε στις νότιες αποικίες). Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, εκείνη που έπαιζε τον ρόλο της θείας Προνοίας για τον Ουίλιαμς ήταν η Ομοσπονδία Πενακούκ. Οι φυλές των Πενακούκων οδήγησαν πολλούς θρησκευτικούς πρόσφυγες στην Πρόνοια και τις διπλανές ακτές του Κόλπου της Ναρραγανσέττης, έτσι που ο Ουίλιαμς σύντομα είχε μια θαλερή αποικία.

        Μια βοστωνέζα, η Αννα Χάτσινσον, είχε εξορισθεί και αυτή στο μεταξύ για παρόμοιους λόγους. Το έγκλημά της ήταν όπως φαίνεται η πολύ ελεύθερη συζήτηση θρησκευτικών δογμάτων από μέρους της με μια ομάδα ακολούθων που είχε συγκεντρώσει, και ειδικά τα σχόλια εις βάρος της ειλικρινείας του κλήρου της Μασσαχουσέττης. Η κα. Χάτσινσον και οι οπαδοί της φαίνεται να μη είχαν περισσότερη ιδέα περί ανοχής απ' όσο ο κλήρος, αλλά, όταν η ίδια και μία ακόμη γυναίκα κατέφυγαν στους Ναραγανσέττους και επιχείρησαν να πάρουν από αυτούς ένα τόπο για να εγκατασταθούν, η φυλή τους έθεσε τον ίδιον όρο πλήρους θρησκευτικής ελευθερίας, και η συνθήκη, που καταγράφηκε σε ένα γουάμπουμ μήκους εννενήντα γιαρδών, ερμηνεύθηκε από τις δύο γυναίκες ως αγορά του εν θέματι εδάφους, καθώς νόμιζαν το γουάμπουμ "ινδιάνικο χρήμα." Η γη που τους παραχωρήθηκε ήταν η νήσος Ακουιντνέκη, την οποία οι ολλανδοί ονόμαζαν Ροόντε Εϋλαντ ([Κόκκινη Νήσο] Ρεντ Αϊλαντ), και ο οικισμός που εγκαινίασαν έτσι οι δυο γυναίκες ονομάσθηκε Νιούπορτ [Νέο Λιμάνι]. Οι πρόσφυγες συγκεντρώθησαν κι εδώ με τον ίδιο τρόπο όπως και στην Πρόβιντενς.

        Η Αγγλία αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το ολλανδικό όνομα για το νησί, αλλά μπέρδεψε το όνομα με την ελληνική νήσο Ρόδο, κι έτσι η Βουλή απεφάνθη ότι η Ακουιντνέκη ώφειλε να ονομάζεται Ρόδος [Ρόυντς]. Τελικά επήλθε ένας φραστικός συμβιβασμός στην εκφορά μεταξύ του ονόματος αυτού και της ολλανδικής εκφράσεως, και το νησί, όπως και η προσφυγική αποικία της Αννας Χάτσινσον, αποκλήθηκε Ρόουντ Αϊλαντ [κάτι σαν "Νήσος Ρόδο"].

        Είναι αλήθεια ότι η Μαίρυλαντ είχε ήδη υιοθετήσει την αρχή της ίσης ανοχής όλων των ανεγνωρισμένων θρησκευτικών δογμάτων, τούτο όμως σήμαινε ίση μεταχείριση καθολικών και επισκοπικών, και αντιμετώπιση όλων των άλλων δογμάτων ως αιρετικών. Ομως οι δυο αποικίες του Κόλπου της Ναρραγανσέττης, αμφότερες οργανωμένες υπό την αιγίδα των Πενακούκων, ήσαν οι πρώτες λευκές κυβερνήσεις που αναγνώρισαν και στήριξαν την ανεξιθρησκία.

"Οταν οι Πουριτανοί κυνηγούσαν όποιον τολμούσε να διαφωνεί,
Και στις ερημιές της Νέας Αγγλίας κατέφευγε πλήθος πολύ,
Τότε, για να προσφέρουνε στους πρόσφυγες λιμάνι ελευθερίας,
Δώσαν οι ερυθρόδερμοι το Κόκκινο Νησί και γύρω στον Κόλπο πλούσια γη.

"Ιδέες υπήρχανε και πίστεις, που σχίζαν τον ωκεανό,
Ψάχνοντας νάβρουν κάποιον τόπο για να γλυτώσουν τον διωγμό,
Και, σαν διωχθήκαν από χώρες απ' άκρου σ' άκρο μες στη γη,
Γωνιά τους δόθηκε και στέγη στης Κόκκινης Νήσου την λαμπερή ακτή."

 

Βλέπε επίσης:    Lessons on Social Continuity    Penacook Courier

[Ολόκληρο το ποίημα βρίσκεται εις America's Search for Liberty in Song and Poem Η Αναζήτηση της Αμερικής για την Ελευθερία στο Τραγούδι και την Ποίηση]

Κεντρική Σελίδα    Περιεχόμενα    Επόμενο