Κεντρική Σελίδα των Αρχείων      Περιεχόμενα      Επόμενο Κεφάλαιο

ΟΙ ΦΥΛΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

W. J. Sidis

Μετάφραση: Γεωργία Ερατώ Τριανταφυλλίδη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XV

ΕΞΕΓΕΡΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ

        73. Οι Γάλλοι Διεισδύουν στο Εσωτερικό.  Ολον αυτό τον καιρό, οι γαλλικοί οικισμοί προς βορράν, στον Καναδά, αναπτύσσοντο με γρήγορο ρυθμό. Κατά μήκος του Ποταμού του Αγ. Λαυρεντίου, είχε εγκατασταθεί ένα κανονικό φεουδαρχικό σύστημα εγγείου ιδιοκτησίας και λειτουργίας, απ' ευθείας μεταφερμένο από την Γαλλία, όπου ο "κύριος" ήταν σε κάθε περίπτωση απόλυτος άρχων μιας ομάδας δουλοπαροίκων στην επικράτειά του. Αυτό, εν τούτοις, δεν εκτεινόταν πέρα από τα πιο πυκνοαποικισμένα τμήματα. Ενας αριθμός παγιδευτών και πλανόδιων εμπόρων, και μια ακόμη τάξη ανθρώπων γνωστών ως "ταξιδευτές" και "στρατοκόποι," άνθρωποι που η απασχόλησή τους αντιστοιχούσε κάπως προς εκείνη των φυλετικών αγγελιαφόρων, και που εθεωρούντο ως ένα είδος ανεκτών εκτός νόμου τάξεων στο Μοντρεάλ και το Κεμπέκ, διατηρούσαν σχέσεις με τα έθνη των ερυθροδέρμων, ιδιαίτερα με τις φυλές των Χουρόνων και των Αλγονκίνων, ενώ η Ομοσπονδία των Ιρόκων ήταν σαφώς εχθρική, ακόμη και όταν δεν βρισκόταν σε άμεσο πόλεμο με τον Καναδά. Το ευρωπαϊκό σύστημα επιτηρήσεως όλων των υπηκόων ήταν προφανώς αδύνατον, έτσι και απομακρυνόταν κανείς από την στενή φεουδαρχική λωρίδα, και έμπαινε στην επικράτεια της αλληλεπικοινωνίας "στρατοκόπων" και Ερυθροδέρμων. Το γεγονός αυτό, από μόνο του, χαλάρωνε κάπως το καθεστώς των δουλοπαροίκων που κυριαρχούσε στον Αγ. Λαυρέντιο, κυρίως επειδή καθιστούσε εύκολη την δραπέτευση. Ακριβώς όπως οι άγγλοι, στα νότια, είχαν ανταγωνισθεί τους Αλγονκίνους της παραλίας με μια πολιτική αρπαγής της γης, αλλά είχαν συμμαχήσει με την Ομοσπονδία των Ιρόκων, οι γάλλοι στον Καναδά, δια των "στρατοκόπων" τους, κέρδισαν την φιλία των Αλγονκίνων, αλλά, προωθούμενοι στο εσωτερικό, που το διεκδικούσαν οι Ιρόκοι ως επικράτειά τους, ήλθαν σε ανταγωνισμό με την πολύ ισχυρότερη Ιροκέζικη Ομοσπονδία. Τελικά, γι' αυτό, οι γάλλοι και οι άγγλοι, παρατάσσοντας τους διάφορους ερυθρούς συμμάχους και φίλους των σε δυό αντίθετες πλευρές, έμελλε να έλθουν σε ανοικτή πολεμική σύγκρουση συμπαρασύροντας τα ερυθρά έθνη ολόκληρης της ανατολικής Βόρειας Αμερικής. Και, όταν έφθασε αυτός ο πόλεμος, δεν θα ήταν παρά ζήτημα χρόνου να νικήσει η Ομοσπονδία των Ιρόκων, ως η ισχυρότερη οργάνωση στην Βόρεια Αμερική, και να καταστήσει τους συμμάχους της, τους άγγλους, κυρίαρχους.

         Οι άγγλοι εξαπλώθησαν αποικίζοντας σταθερά, σφετεριζόμενοι την εξουσία σε όλη την εν όψει γη. Οι γάλλοι στρατοκόποι καθιέρωναν απλώς εμπορικές επικοινωνίες, μέθοδος πολύ καλύτερα υπολογισμένη για να κερδίσει την φιλία των ερυθροδέρμων εθνών, αν και, με τους Ιρόκους, που επαγγέλλοντο την ύπατη εξουσία μέσα στην επικράτειά τους, ακόμη και η εμπορική διείσδυση ήταν ιδιαίτερα ανεπιθύμητη, ενώ οι άγγλοι, που η μέθοδος επεκτάσεώς των τους έφερνε με αργότερο ρυθμό στο εσωτερικό από την ακτή, δεν είχαν θίξει σε τίποτε το ιροκέζικο γόητρο. Η γαλλική προώθηση στο εσωτερικό ήταν ταχύτερη, και μη ανταγωνιστική έναντι των φυλών, έτσι που γρήγορα μια σημαντική περιφέρεια ήταν υπό γαλλική επιρροή, ενώ οι άγγλοι περιορίζοντο ακόμη σε μια λωρίδα της παραλίας.

         Η γαλλική άνοδος επεκτάθηκε με αυτόν τον τρόπο προς τρεις κατευθύνσεις από την κοιλάδα του Αγ. Λαυρεντίου προς βορράν, νότον, και δυσμάς. Στον βορρά, οι γάλλοι ήλθαν σε σύγκρουση με την Εταιρεία του Κόλπου του Χούνστον, εγγλέζικων συμφερόντων, που λειτουργούσε στην λεκάνη του Κόλπου Χούντσον, ανταλλάσσοντας διάφορα αγαθά με γούνες που έφερναν οι παγιδευτές και οι ερυθρόδερμοι. Στον νότο, στο Μαίην, οι κύριοι αντίπαλοι της ενώσεως ήσαν οι "Μπαστονέζοι," όπως ονόμαζαν οι γάλλοι τους νεοεγγλέζους. Στην δύση, η Ομοσπονδία των Ιρόκων αποτελούσε εμπόδιο, ήταν όμως δυνατή η πλεύση δια της Λίμνης Οντάριο, και η αποφυγή έτσι της πραγματικής επικρατείας των Ιρόκων, και η συναλλαγή μόνο με τις φυλές από τα βόρεια της λίμνης, έτσι που η Λίμνη Οντάριο κατέστη το αναγνωρισμένο σύνορο μεταξύ αγγλικής και γαλλικής επιρροής. Ο Ποταμός Νιαγάρας ήταν το υδάτινο άνοιγμα σε αυτά τα μέρη, που οδηγούσε στα δυτικά, και πέρα από την ιροκέζικη χώρα που αποτελούσε τόσο σοβαρό φραγμό έναντι της γαλλικής εισβολής. Αλλά ο μεγάλος καταρράκτης και τα ρεύματα στον ποταμό αυτόν εμπόδιζαν την ναυσιπλοΐα. Εν τούτοις, ένα πέραμα στήθηκε στην δυτική μεριά των καταρρακτών (αφού η ανατολική ήταν στην κατοχή των Ιρόκων), και οι άνω Μεγάλες Λίμνες ήσαν ανοικτές στο γαλλικό εμπορικό και ιεραποστολικό έργο, ενώ το πέραμα αυτό στο Νιαγάρα ήταν το μόνο ασθενές σημείο στην επικοινωνία.

         Οι γάλλοι έμποροι, παγιδευτές, και στρατοκόποι δεν άργησαν να αρχίσουν τις περιπλανήσεις πάνω από την Λίμνη Ηρη και τις άνω λίμνες, στερεώνοντας φιλικές σχέσεις με τις φυλές εκεί, που παρεμπιπτόντως ήσαν πολύ ευτυχείς να υποδέχονται τους όποιους εχθρούς εκείνων των τόσο τρομερών, δυτικά μέχρι και τον Μισσισσιππή, Ιρόκων. Οι πρωτοπόροι στην καθιέρωση της γαλλικής επιρροής στην περιοχή των άνω λιμνών, ωστόσο, ήσαν οι Ιησουίτες ιεραπόστολοι, οι οποίοι, είτε μόνοι είτε με την συντροφιά εμπόρων, ίδρυσαν τις καθολικές ιεραποστολές τους μέσα στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών, και οι οποίοι εξερεύνησαν ολόκληρη την λιμναία περιφέρεια. Οι Ιεραποστολές ως θρησκευτικοί προπαγανδιστές ήσαν αποτυχημένες, γιατί η Καθολική θρησκεία δεν ήταν πολύ κατάλληλη για να έχει απήχηση στις αλγονκίνικες φυλές, μεταξύ των οποίων, ακόμη και στην λιμναία χώρα, η ιερωσύνη ήταν πολύ αδύναμη. Οι Ιησουίτες, εν τούτοις, αποδείχθησαν πολύ καλοί διπλωμάτες, και, παρά το μεγάλο χάσμα που χώριζε τους γαλλικούς θεσμούς από εκείνους των ερυθροδέρμων, η φιλία επιτεύχθηκε.

         Στην Λίμνη Ηρη εγκαταστάθηκε νωρίς ο ιεραποστολικός σταθμός Σαντούσκα σημερινή πόλη Σαντάσκυ. Εξερευνήσεις για νέες ιεραποστολικές θέσεις γίνονταν συνεχώς, εισχωρώντας στα Στενά ([γαλλιστί] λε Ντετρουά [Ντητρόιτ]) που σχηματίζουν τον ορμίσκο της Λίμνης Ηρης, και δια των Λιμνών Ντητρόιτ στις Λίμνες Χουρόν και Μίτσιγκαν. Οι ιεραπόστολοι Εννεπέν και Νικολλέ κατάφεραν να περάσουν ακόμη και από τα ρεύματα που οι γάλλοι ονόμασαν Σώ Σαίντ Μαρί (Πήδημα της Αγίας Μαρίας) μέσα στην λίμνη Γκίτσι-Γκούμη, που έλαβε το γαλλικό όνομα Λακ Σουπεριέρ, ή άνω λίμνη (το οποίο μεταφράσθηε λάθος ως Λαίηκ Σαπήριορ [Ανωτέρα Λίμνη]).

         Στην Λίμνη Μίτσιγκαν ιδρύθηκε ακόμη μια ιεραποστολή. Ο ιεραπόστολος, Πατήρ Μαρκέτ, είχε ήδη καθιερώσει επαφές με τους διάφορους οικισμούς των φυλών στην χερσόννησο Μίτσιγκαν μεταξύ των Λιμνών Χουρόν και Μίτσιγκαν, και είχε ακουστά ότι το άλλο άκρο της Λίμνης Μίτσιγκαν ήταν ένα περατό σημείο, που οδηγούσε παραπέρα σε κάποιο ποτάμι. Ορίσθηκε λοιπόν η θέση αυτή ως ιεραποστολή και εμπορικός σταθμός στρατηγικό σημείο. Παρέα με ένα έμπορον ονόματι Ζολιέ, ο Μαρκέτ μπήκε στην γη των Ιλλίνων για να ψάξει για το πέρασμα αυτό, κοντά στο νότιο άκρο της Λίμνης Μίτσιγκαν, σε μια ιλλινέζικη πόλη ονομαζόμενη Σκορδοχώραφο, Τσεκάγκου. Στην άλλη άκρη του περάσματος, περί τα είκοσι μίλια στα νοτιοανατολικά, εγκαταστάθηκε ο εμπορικός σταθμός Ζολιέ, θέτοντας την γαλλική επικοινωνιακή γραμμή σε επαφή με τις φυλετικές επικοινωνίες μέχρι κάτω τον Μισσισσιππή, αν και για ένα διάστημα δεν υπήρξε περαιτέρω απόπειρα γαλλικής εξερευνήσεως προς τον Μισσισσιππή.

         Αυτοί οι ιεραποστολικοί και εμπορικοί σταθμοί δεν επιχείρησαν να οργανώσουν εκτεταμένους οικισμούς στο εσωτερικό, όπως έκαναν οι άγγλοι, όποτε έπιαναν επαφή. Ούτε προσηλύτισαν ή υπέταξαν τις φυλές, παρά καθιέρωσαν φιλικές εμπορικές και διπλωματικές σχέσεις, αποτέλεσμα των οποίων ήταν να προβληθεί μικρή μόνον αντίσταση απέναντι στην γαλλική εξερεύνηση στο εσωτερικό. Η γαλλική διοίκηση και οι θεσμοί δεν πολυάρεσαν σε καμμία από τις φυλές του Βορρά, δεν υπήρξε όμως απόπειρα επιβολής του τρόπου ζωής των γάλλων επ' αυτών, ώστε οι φιλικές σχέσεις με τους γάλλους απέβησαν δυνατές, αν και δεν συνέβη το ίδιο με κανένα άλλο λευκό έθνος.

         Με την εγκατάσταση αυτών των σταθμών στην άνω περιοχή των λιμνών, η διατήρηση των επικοινωνιών με το Μοντρεάλ λάβαινε όλο και περισσότερη σημασία, ενώ η μόνιμη απειλή του περάματος του Νιαγάρα από τους Ιρόκους γινόταν όλο και πιο σοβαρή. Ενώ οι κύριοι σύμμαχοι των Ιρόκων, οι βόρειες εγγλέζικες αποικίες, πάλευαν με την καταπίεση του στρατιωτικού καθεστώτος του Ανδρος, οι γάλλοι αποφάσισαν να εκμεταλλευθούν την κατάσταση για να προστατεύσουν το πέραμα του Νιαγάρα, οχυρώνοντας τις εκβολές του Ποταμού Νιαγάρα, και το Φρούριο Φροντενάκ κτίσθηκε στο σημείο εκείνο, δυτικά του ποταμού, για να είναι εκτός ιροκέζικης περιοχής και ταυτοχρόνως να ελέγχει μια σειρά από ιροκέζικες προφυλακές ανατολικά του Ποταμού. Για πρώτη φορά αφ' ότου σχηματίσθηκε η Ιροκέζικη Ομοσπονδία, υπήρξε κάποια παραμέληση της πολιτικής των αφοπλισμένων συνόρων, που είχαν εγκαινιάσει οι Ιρόκοι. Και δεν μπορούσε παρά να αναμένεται, ότι μια τέτοια αλλαγή πολιτικής θα συντελούσε στην πρόκληση ανοικτής συγκρούσεως.

         74. Πατήρ Ράσλες.  Ενώ οι ιησουίτες ιεραπόστολοι δρούσαν ως διπλωματικοί απεσταλμένοι στο εσωτερικό, μια παρόμοια απόπειρα έγινε για να βοηθήσει την προς νότον επέκταση της γαλλικής επιρροής. Υποστηρίχθηκε εσφαλμένως ότι η αποτυχία του Ιωάννη Ελιοτ να καθιερώσει τον Προτεσταντισμό μεταξύ των φυλών των Πενακούκων έδωσε την κατάλληλη ευκαιρία για την προώθηση του Καθολικισμού εκεί. Ενας ιεραπόστολος ονόματι Πατήρ Ράσλες εστάλη από τον Καναδά, αλλά δεν του επετράπη να ιδρύσει ιεραποστολές σε περιοχή Πενακούκ, καθώς η εμπειρία με τις ιεραποστολές του Ελιοτ είχε δημιουργήσει μια εχθρική στάση απέναντι σε κάθε τέτοια απόπειρα. Η Ομοσπονδία των Γουαμπανάκων, που είχε στενή σχέση με την Πενακούκ, επέτρεψε την εγκατάσταση μιας αλυσίδας ιεραποστολών, καθώς εκεί υπήρχε ήδη μια ονομαστική υπαγωγή στον Καθολικισμό. Η κύρια ιεραποστολή του Ράσλες είχε στηθεί στο Νόρριτζγουοκ, στον Ποταμό Κεννομπέκ, και πολλές από τις φυλές των Πενακούκων έρχονταν εκεί και άκουγαν τον λόγο του Πατρός Ράσλες.

         Σαν τους ιησουίτες στην δυτική χώρα, ο Πατήρ Ράσλες είχε μικρήν επιτυχία ως προς τον πραγματικό προσηλυτισμό, αποδείχθηκε όμως καλός διπλωμάτης. Το κύριο παράπονο των Γουαμπανάκων, και ακόμη περισσότερο των φυλών των Πενακούκων, ήταν ο τρόπος που είχαν εξαπατηθεί από τους άγγλους, οι οποίοι ερμήνευαν τις άδειες εγκαταστάσεως που έδιναν οι φυλές των Ερυθροδέρμων ως πράξεις που χορηγούσαν αποκλειστική χρήση της γης, και οι οποίοι χρησιμοποίησαν αυτήν την δικαιολογία για να αποβάλουν τις φυλές από την ίδια τους την χώρα.

         Ο Ράσλες πιάστηκε δεόντως από αυτό το σημείο, εξηγώντας στους ερυθροδέρμους ότι η γη ανήκε στις φυλές, και ότι οι σαχέμ δεν είχαν εξουσία να την αλλοτριώσουν, ώστε οι άγγλοι ήσαν παρείσακτοι στην χώρα των ερυθροδέρμων. Αυτό γιόταν, φυσικά, επειδή ο Καναδάς διεκδικούσε όλη την υπό βασιλικό χάρτη χορηγηθέντα στον Τσάμπλαιν γη των Πενακούκων. Ομως, με τα λόγια όμως αυτά, ήταν ακριβώς ό,τι περίμεναν επί χρόνια να ακούσουν οι φυλές. Η φιλία με τους Γουαμπανάκες στερεώθηκε περισσότερο, ενώ οι φυλές των Πενακούκων, αν και πολύ καχύποπτες έναντι της Καθολικής εκκλησίας και των γάλλων φεουδαρχών, άρχισαν εν τούτοις να αισθάνονται φιλικότερα απέναντι των γάλλων παρά απέναντι των άγγλων, αλλά απέφευγαν τις συμμαχίες. Εξ αιτίας ακριβώς της διχογνωμίας επί του ζητήματος μιας γαλλικής συμμαχίας υπήρχαν δύο ομοσπονδίες αντί για μία, και οι φυλές των Πενακούκων επέμειναν στις αρχές τους περισσότερο παρά ποτέ. Ητανε πάντως σχεδόν βέβαιο ότι η Ομοσπονδία Πενακούκ θα επωφελείτο της πρώτης ευκαιρίας, προκειμένου να ανακτήσει τις απώλειές της από τον Πόλεμο του Μετακόμη.

         75. Επίθεση στην Κοιλάδα του Χούντσον.  Οπως είδαμε, το καθεστώς Ανδρος ανετράπη το 1689, και εννέα επαναστατικές κυβερνήσεις συγκροτήθησαν προσωρινά για τις διάφορες αποικίες που είχαν αποτινάξει τον ζυγό του Ανδρος. Εκείνη την στιγμή, ο Καναδάς, πέρα από την προστριβή του με τους άγγλους κατά την επεκτατική πορεία, και τις διεκδικήσεις του "βάσει χάρτου" όλης της χώρας μέχρι νότια στην Φιλαδέλφεια, αναζητούσε επίσης ένα λιμάνι που θα τον διατηρούσε σε επικοινωνία ολοχρονίς, καθώς ο Ποταμός του Αγ. Λαυρεντίου παγώνει τον χειμώνα. Η μόνη διαθέσιμη διέξοδος προς νότον ήταν από το Μοντρεάλ επάνω από την Λίμνη Τσάμπλαιην, απ' εκεί με πέραμα στον Χούντσον, και κάτω στην Νέα Υόρκη. Ο δρόμος όμως εμποδιζόταν σαφώς από την Ομοσπονδία των Ιρόκων, την οποία πάλι υποστήριζε το καθεστώς Ανδρος με τις στρατιωτικές του δυνάμεις. Το εμπόδιο αφαιρέθηκε με την εξέγερση του 1689, και οι γάλλοι, με του Χουρόνους συμμάχους των, εβάλθησαν να κτυπήσουν τους Ιρόκους. Επί πλέον, η ανατροπή στην Αγγλία ήταν ακόμη αβέβαιη, καθώς οι δυνάμεις του Ιακώβου Β' κρατούσαν ακόμη την Ιρλανδία, ενώ ο ίδιος ο Βασιλεύς Ιάκωβος είχε διαφύγει στην Γαλλία και εξασφαλίσει την γαλλική βοήθεια για την αποκατάστασή του στον αγγλικό θρόνο. Ο δε Καναδάς, μέσω αυτής της επιθέσεως εναντίον των Ιρόκων, προσπαθούσε να αποσπάσει την αμερικανική περιουσία του της Νέας Υόρκης. Ετσι ο πόλεμος μεταξύ της Γαλλίας και της Αγγλίας ξέσπασε τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη, και ήταν επόμενο ολόκληρη η παράταξη των συμμάχων, βοηθών, και συμπαθουσών φυλών, να παρασυρθούν στην μάχη στην Αμερική, καθώς μια παρόμοια παράταξη εθνοτήτων συμπαρεσύρετο στον πόλεμο μέσα στην Ευρώπη. Οι εχθροπραξίες, που προετοιμάζοντο και από τις δύο πλευρές του ωκεανού επί χρόνια, ξέσπασαν σε ένα παγκόσμιο πόλεμο.

         Η κυβέρνηση Λέισλερ στην Νέα Υόρκη, που είχε συγκροτηθεί σε προσωρινή βάση, σχεδιάζοντας να παραδώσει την εξουσία ανά πάσα στιγμή, δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει μια τέτοια πρόκληση, και για ένα καιρό φαινόταν πως η αποστολή του Κυβερνήτη Φροντενάκ θα επετύγχανε να κατακτήσει για λογαριασμό της Γαλλίας μια συνεχή εδαφική λωρίδα από το Μοντρεάλ μέχρι την Νέα Υόρκη.

         Ο φόβος μιας επιθέσεως κατά της Νέας Υόρκης από θαλάσσης εκείνη την περίοδο επέβαλε την οικοδόμηση ισχυροτέρων οχυρώσεων στο νότιο μέρος της Νήσου Μανχάτταν. Αρχικά δεν υπήρχε παρά μια πυροβολαρχία στην άκρη του νησιού που αντίκρυζε στον κόλπο, η οποία αργότερα αντικαταστάθηκε από ένα μεγάλο κάστρο, την Πυροβολαρχία [Μπάττερυ], όνομα με το οποίο είναι ακόμη γνωστό εκείνο το άκρο της νήσου.

         76. Οι Επαναστατικές Κυβερνήσεις.  Οι επαναστατικές κυβρενήσεις, στο μεταξύ, προσπαθούσαν να εξομαλύνουν τις εσωτερικές τους υποθέσεις, κυρίως με τον στόχο (εκτός από την Νέα Υόρκη) να αποκαταστήσουν την προηγούμενη κατάσταση, να φέρουν τα πράγματα εκεί που ήσαν όταν το καθεστώς του Ανδρος είχε διακόψει τα πάντα. Ταυτόχρονα, οι επαρχιακές εκείνες κυβερνήσεις είχαν συναίσθηση της προσωρινότητός τους, περιμένοντας να παραδώσουν την εξουσία από στιγμή σε στιγμή, και ήσαν επομένως επιφυλακτικές ως προς τις μεγάλες αλλαγές. Ως αποτέλεσμα, πολλές από τις αρπαγές γης που ο Ανδρος είχε διαπράξει από το Μαίην ώς την Νέα Υερσέη διαιωνίσθησαν, και μεγάλο μέρος του αγροτικού πληθυσμού παρέμεινε στην κατάσταση των δουλοπαροίκων στην οποία τους είχε υποβιβάσει ο Ανδρος, διατηρώντας ωστόσο ισχυρές μνήμες καλύτερων ημερών. Μέσα στην μικρή περίοδο παραμονής στην εξουσία των επαναστατικών κυβερνήσεων, δεν κατέστη δυνατό να ξεκαθαρισθούν τα πάντα από αυτήν την άποψη, αν και πολλά έγιναν για την αποκατάσταση των παληών λαϊκών ελευθεριών, ως αποτέλεσμα των οποίων η απόπειρα του Ανδρος να δημιουργήσει μιαν εξαρτημένη αγροτιά από τους Γιάνκηδες ανεξάρτητους αγρότες δεν επέτυχε πλήρως ποτέ.

         Στην Νέα Υόρκη, η μόνη προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων ήταν η ολλανδική κυριαρχία, οπότε η αποκατάσταση των ίδιων συνθηκών δεν ήταν ο στόχος. Οι κυβερνήσεις Λέισλερ, πάντως, προέβησαν στην οικοδόμηση ενός είδους δημοκρατίας κατά μίμηση της Νέας Αγγλίας, απ' όπου είχε προέλθει η πρωτοβουλία ανατροπής του Ανδρος. Ωστόσο, οι όποιες τέτοιες αλλαγές παραχωρήθησαν, όχι τόσο από την λαϊκή απαίτηση, όσο από την προσωπική ευαρέσκεια του Ιακώβ Λέισλερ, που ήταν έτσι στην πραγματικότητα εξ ίσου απόλυτος άρχων με τον Ανδρος, καίτοι φιλελεύθερος ηγέτης. Καμμία προσπάθεια δεν έγινε για την αλλαγή του φεουδαρχικού συστήματος στην άνω Κοιλάδα του Χούντσον, που εθεωρείτο φαίνεται τόσο ουσιαστικό στην Νέα Υόρκη, όσο η δουλεία στον Νότο.

         Στην Νέα Ιερσέη δεν στάθηκε πολύ δύσκολο να επαναφέρουν τις προηγούμενες συνθήκες. Η αποκατάσταση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του Κάρτερετ στην Ανατολική Ιερσέη, και του συνεταιριστικού του Πενν στην Δυτική, ολοκλήρωσαν ουσιαστικά το έργο εκεί, καθώς οι περαιτέρω εσωτερικές διευθετήσεις θα μπορούσαν να γίνουν από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες.

         Ετσι, μονάχα στην Νέαν Αγγλία η αλλαγή, οικονομική όσο και πολιτική, ήταν τόσο μεγάλη ώστε να καθιστά δύσκολη την αποκατάσταση. Αυτό ίσχυε ιδιαιτέρως για την Μασσαχουσέττη, που είχε υπάρξει το κέντρο της τυραννίας του Ανδρος. Οι πουριτανικές κυβερνήσεις αποκαταστάθησαν, έμενε όμως να ξεγίνουν πολλά. Το αυστηρό σύστημα κεφαλικών ποινών που ήταν το τρέχον στην Αγγλία της εποχής, είχε επιβληθεί στην Νέαν Αγγλία, όπως ίσχυε και στον Νότο για το μεγαλύτερο μέρος του αιώνα. Υπό την διοίκηση αυτή, σχεδόν όλα τα αδικήματα, μέχρι τα παραμικρά, ετιμωρούντο με απαγχονισμό. Και παρ' όλο που οι Πουριτανοί αποκατέστησαν την δική τους ηπιότερη ποινική τάξη της φυλακίσεως για τα σοβαρά εγκλήματα, και των διαφόρων μορφών δημοσίας εκθέσεως για μικρότερα αδικήματα, οι επιπτώσεις των ακροτήτων του καθεστώτος Ανδρος παρέμεναν ακόμη. Οι διωγμοί των μαγισσών έπαψαν, αν και καθώς δεν υπήρχε πραγματική απόρριψη της προλήψεως πουθενά τότε, κατά συνέπεια τίποτε δεν έγινε για όσους φυλακισμένους είχαν ήδη καταδικασθεί. Το σύστημα του δοκιμαστικού γάμου, που αναγνωριζόταν στις πουριτανικές κοινότητες ως "τσουβάλιασμα," άρχισε να χάνεται μετά τις διώξεις του καθεστώτος Ανδρος, που, ακολουθώντας τις τρέχουσες διατάξεις της Αγγλίας, αντιμετώπιζε το "τσουβάλιασμα" ως κεφαλικό αδίκημα. Εν ολίγοις, οι θεσμοί που είχαν τόσο επίπονα καθιερωθεί από τους Πουριτανούς και την υπόλοιπη Νέαν Αγγλία, διαλύοντο, χωρίς να παίρνει την θέση τους τίποτε ουσιαστικό παρεκτός του αγώνα, πάντοτε παρόντος στην Νέαν Αγγλία, ανάμεσα σε ένα λαό αποφασιμένο να επιτύχει τα δίκαιά του και σε μια εξ ίσου αποφασισμένη εξουσία των αρχών.

         Εν τούτοις, αυτές οι εννέα επαναστατικές κυβερνήσεις, τόσο της Νέας Αγγλίας όσο και των γειτόνων τους στα νοτιοδυτικά, γρήγορα χρειάσθηκε να στρέψουν την προσοχή τους σε ζητήματα περισσότερο επειγούσης σημασίας. Συνειδητοποίησαν πως η επίθεση του Φροντενάκ στην κοιλάδα του Χούντσον συνιστούσε κίνδυνο για όλες τις βόρειες αγγλικές αποικίες, και πως έπρεπε πρωτίστως να ληφθούν μέτρα έναντι αυτής της απειλής. Οι αποικίες της Νέας Αγγλίας ήσαν, όντως, σε σχεδόν εξ ίσου άμεσο κίνδυνο όσο και η Νέα Υόρκη, καθώς ακόμη και σε καιρό ειρήνης υπήρχε πάντοτε μια σύγκρουση μεταξύ γάλλων και άγγλων σχετικά με το Μαίην.

         Η Ομοσπονδία των Ιρόκων μπόρεσε να αποτρέψει την απόπειρα εισβολής του Φροντενάκ στη Νέα Υόρκη, αλλά, στο μεταξύ, έπεισε τις εννέα επαναστατικές κυβερνήσεις πως όφειλαν να συνασπισθούν, όπως είχαν κάνει οι Ιρόκοι. Ο Ουίλιαμ Πενν που είχε από νωρίς προσχωρήσει στην ιδέα της ομοσπονδίας, βγήκε, φυσικά, μπροστά μεταξύ των θιασωτών του σχεδίου αυτού, αν και η ομοσπονδία προτάθηκε για αμυντικούς σκοπούς, και ο Πενν, ως κουάκερος και αντιπολεμιστής, δεν συμφωνούσε με αυτό ως οργανωτικό σκοπό. Οι νεοεγγλέζοι ενστερνίσθησαν αμέσως την ιδέα, ως αποτέλεσμα των προηγουμένων εμπειριών τους περί ομοσπονδίας, ενώ η Νέα Υόρκη και η Νέα Ιερσέη, απειλούμενες άμεσα από μια γαλλική επίθεση, ήσαν πρόθυμες να συναινέσουν σε όποια πρόταση θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει βοήθεια στην ανάγκη.

         Ετσι, το φθινόπωρο του 1689, οι επαναστατημένες περιφέρειες και η Πεννσυλβανία έστειλαν αντιπροσώπους σε ένα ομοσπονδιακό συμβούλιο στη Νέα Υόρκη, οργανωμένες εν πολλοίς βάσει των ίδιων γραμμών της προηγηθείσης συνομοσπονδίας της Νέας Αγγλίας, αλλά, για να δείξουν ότι επρόκειτο για κάτι περισσότερο από ένα απλό συμβουλευτικό σώμα, δεν χρησιμοποιούσαν πλέον το όνομα του συμβουλίου, παρά αυτοαποκαλούντο Κονγκρέσσο. Από τον τίπτλο αυτό αντλεί την ονομασία του το σημερινό ομοσπονδιακό νομοθετικό σώμα. Το Κονγκρέσσο του 1689 θα μπορούσε να είχε διαρκέστερα αποτελέσματα, εάν δεν αποτελείτο από κυβερνήσεις που δεν είχαν την παραμικρή πρόθεση να διαιωνίσιουν την ύπαρξή τους περισσότερο απ' όσο ήταν αναγκαίο, μέχρι να αντικατασταθούν από διαρκέστερα καθεστώτα.

         77. Κυνηγοί Κεφαλών.  Υπό το νέο Κονγκρέσσο, η επίθεση στην Νέα Υόρκη αποκρούσθηκε από την ενωμένη αντίσταση όλων των εξεγερμένων περιφερειών. Ακόμη και η Πεννσυλβανία, που αρχικά είχε σχεδιασθεί ως αποστρατιωτικοποιημένη χώρα, επέτρεψε την συγκρότηση ενός εκστρατευτικού σώματος για να βοηθήσει τη Νέα Υόρκη, αν και το σχέδιο αποδοκιμάσθηκε από τον Πενν και τον πληθυσμό των Κουάκερων, που ήσαν αντίθετοι σε κάθε είδους πόλεμο.

         Οι βόρειες αγγλικές αποικίες αισθάνοντο ότι η γαλλική κατοχή του Χούντσον θα ήταν απειλή για όλες τις εξεγερμένες περιφέρειες. Η Μασσαχουσέττη ενδιαφερόταν ιδιαίτερα καθ' ότι είχε τις βλέψεις της στο Μαίην, οι οποίες αμφισβητούντο όχι μόνο από τον εκεί πληθυσμό, αλλά και από τον Καναδά, που διεκδικούσε το Μαίην ως μία από τις δικές του επαρχίες. Είναι ζήτημα, πάντως, εάν η υπεράσπιση της Νέας Υόρκης ήταν πράγματι προς το συμφέρον οποιασδήποτε από τις άλλες επαρχίες. Με την απολυταρχική και φεουδαρχική οργάνωσή της, που ελαφρώς μόλις αμβλύνθηκε υπό τον Λέισλερ, η Νέα Υόρκη θα είχε προοδεύσει μάλλον καλύτερα υπό γαλική διακυβέρνηση παρά ως συνεταίρος της Πεννσυλβανίας και των αποικιών της Νέας Αγγλίας. Η Νέα Υόρκη, επί πλέον, διέφερε από τις άλλες αγγλικές αποικίες κατά την γλώσσα, και κατά το ότι αισθανόταν ακόμη ως κατακτημένη επαρχία, παρά την πρόσφατη εξέγερσή της.

         Ως μέσο καταπολεμήσεως των γάλλων, το Κονγκρέσσο ανέτρεξε στην εμπειρία του Κοννέκτικατ του 1637, και, υπό ομοσπονδιακή καθοδήγηση, οι διάφορες επαρχίες προσέφεραν αμοιβή σε λευκούς και Ιρόκους για εχθρικά κεφάλια, ενώ οι γάλλοι στον Καναδά ανταποκρίθησαν με μια παρόμοια προσφορά προς τον λαό τους, και τους διάφορους ερυθροδέρμους συμμάχους των, αλλά και σε ουδέτερα έθνη όπως οι Πενακούκοι. Το αποτέλεσμα ήταν να εξωθηθούν οι περισσότερες από τις ουδέτερες φυλές στην γαλλική πλευρά, καθώς οι άγγλοι ήσαν αποφασισμένοι να τους θεωρούν εχθρούς. Στην Νέα Αγγλία, τούτο σήμαινε αναβίωση του πολέμου του Μετακόμη, και έτσι άγγλοι άποικοι και Πενακούκοι γρήγορα βρέθηκαν να εξορμούν οι μεν κατά των δε, με στόχο την αφαίρεση κεφαλών, κυρίως χάριν της προσφερομένης αμοιβής. Οι λευκοί άνθρωποι είχαν την τάση να υποκύπτουν εύκολα στην προσφορά χρηματικών αμοιβών. Ως τώρα οι ερυθρές φυλές στην ακτή του Ατλαντικού είχαν αρχίσει να μαθαίνουν την αξία του χρήματος κατά τις συναλλαγές τους με τους λευκούς, και μια τέτοια προσφορά αμοιβής μπορούσε στα 1690 να έχει την επίδραση που δεν θα μπορούσε να έχει το 1637. Αυτό το συστηματικό κυνήγι κεφαλών συναντάτο και σε άλλα τμήματα του μετώπου, αρχίζοντας από την έφοδο των Χουρόνων κατά του Σχενεκτάντυ τον χειμώνα του 1690. Το 1691 υπήρξαν πολλές σχετικές εξορμήσεις από μέρους των νεοεγγλέζων κατά των φυλών των Πενακούκων, και από μέρους των φυλών κατά των βορειότερων πόλεων της Νέας Αγγλίας, όπως το Χάβερχιλλ. Οποτε μια τέτοια εξόρμηση γινόταν από τις ερυθρές φυλές, εν τούτοις, ήταν αξιοσημείωτο ότι αυτοί κύτταζαν περισσότερο να πιάσουν αιχμαλώτους παρά να εξασφαλίσουν κεφάλια, ενώ οι λευκές εξορμήσεις κατά ερυθρών πόλεων συνιστούσαν καθολική σφαγή ανδρών, γυναικών και παιδιών, αδιακρίτως, αφού το κάθε κεφάλι σήμαινε χρήμα.

         Παρά την αυξανόμενη συχνότητα αυτών των επιδρομών, πάντως, ο ανταρτοπόλεμος στον Πόλεμο της Κοιλάδας Χούντσον έγινε μάλλον χλιαρός, καθώς οι φυλές των ερυθροδέρμων, επί των οποίων στηριζόταν κυρίως αυτή η δραστηριότητα, ήσαν εντελώς ανήμπορες να διατηρήσουν τους μακρούς και αιμοβόρους πολέμους στους οποίους ήσαν συνηθισμένοι οι λευκοί. Η απόπειρα του Καναδά να κυριεύσει τη Νέα Υόρκη είχε εγκαταλειφθεί, και οι αγγλογάλλοι είχαν εν πολλοίς περιορισθεί σε αψιμαχίες μέσα στο Μαίην. Οι φυλές θα είχαν πιθανότατα συνάψει ειρήνη, όπως ήταν ανέκαθεν το έθιμό τους λίγο μετά το ξέσπασμα των εχθροπραξιών, και θα είχαν επηρεάσει τον Καναδά και τις Εξεγερμένες Επαρχίες να ακολουθήσουν, αν οι πληθυσμοί των τελευταίων δεν αισθάνοντο αντίστοιχα υπήκοοι της Γαλλίας και της Αγγλίας, οι οποίες επέμεναν να συνεχίζουν τον Πόλεμο του Παλατινάτου. Οι Ερυθρόδερμοι θα είχαν κλείσει ειρήνη εγκαίρως, τους εμπόδιζαν όμως οι λευκοί στην Ευρώπη.

         78. Στον Μισσισσιππή.  Πριν ξεκινήσει ο Πόλεμος της Κοιλάδας Χούντσον, οι Γάλλοι, στην πορεία της επεκτάσεώς τους στην ενδοχώρα, είχαν επί τέλους, με την βοήθεια των σταθμών τους στο πέραμα του Τσεκάγκου, εισχωρήσει στον Μισσισσιππή, και ταξίδευαν μέσα στο ποτάμι μέχρι κάτω τις εκβολές του. Με τις περισσότερες φυλές κατά μήκος του ποταμού, είχε καθιερωθεί φιλική σχέση, μερικά προβλήματα όμως υπήρξαν με τους Νατσέζους, μια ιδιαίτερη εθνότητα που διέφερε τόσο στη γλώσσα όσο και στα έθιμα από τις υπόλοιπες βορειοαμερικανικές φυλές. Σαν τους Ιρόκους κρατούσαν αυστηρότερη κατοχή στην μικρή τους επικράτεια απ' όσο οι πέριξ φυλές, και σαν εκείνους ήσαν δύσκολοι στην σύναψη σχέσεων.

         Η προέλευση αυτού του παράξενου έθνους, και το πώς κατέληξαν να βρεθούν εκεί, απομονωμένοι μέσα σε μια ολόκληρη ήπειρο λαών με εντελώς διαφορετική γλώσσα και έθιμα, δεν θα λυθεί πιθανόν ποτέ. Κατά τα φαινόμενα, πρόκειται για τα τελευταία κατάλοιπα ενός λαού που αρχικά κατείχε μεγαλύτερη επικράτεια, αλλά εξωθήθηκε από τους εχθρούς του στον τελικό τόπο του, ένα κομμάτι τριάντα περίπου μιλίων στα ανατολικά του Μισσισσιππή. Ενδέχεταιαν και δεν μπορεί να υπάρξει απόδειξηνα ήσαν κατάλοιπα των αρχαίων Κατασκευαστών Λόφων που κυριαρχούσαν κάποτε σε ολόκληρη την Κοιλάδα του Μισσισσιππή. Ησαν ηλιολάτρες, και οργανωμένοι σε σαφώς διαχωρισμένες κάστες, από τις οποίες η ανώτερη ήταν οι Ηλιοι, η ηγετική οικογένεια, που υποτίθεται πως ήταν απόγονοι του Ηλίου. Κατόπιν έρχονταν οι ευγενείς, μετά οι κοινοί άνθρωποι, ή Βρωμεροί, όπως ονομάζονταν, και τελευταίοι ήσαν οι δούλοι. Ο δεσποτισμός ήταν απόλυτος, η κυριαρχία των Ηλίων αδιαμφισβήτητη, ενώ πολλοί άνθρωποι εθυσιάζοντο επί τω θανάτω οιουδήποτε μέλους της άρχουσας οικογένειας των Ηλίων. Ας σημειωθεί, εν προκειμένω, ότι σύμφωνα με την παράδοση των βορειοκεντρικών φυλών, αυτού ακριβώς του είδους τα έθιμα ήσαν εκείνα που οδήγησαν στην πτώση των Κατασκευαστών Λόφων.

         Αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν σε σταθερότερα οικοδομημένες πόλεις από τους Μασόκους γείτονές τους, και, ενώ δεν έδειχναν απέχθεια στην συναλλαγή με τους γάλλους, η στάση τους έγινε εχθρικότερη, μόλις οι γάλλοι άρχισαν να εμφανίζουν σημεία της προθέσεώς τους να εγκαθιδρύσουν εκεί ιεραποστολή και εμπορικούς σταθμούς. Οταν άρχισε ο Πόλεμος της Κοιλάδας Χούντσον, οι γάλλοι προσπάθησαν να καταλάβουν αρκετό έδαφος για την εγκατάσταση ενός στρατιωτικού σταθμού, με αποτέλεσμα να εμπλέξουν τους Νατσέζους στον πόλεμο κατά της Γαλλίας.

         Εν τούτοις, η Γαλλία δεν επιθυμούσε να επιβάλει αμέσως τις διεκδικήσεις της στον Μισσισσιππή. Ο Βασιλεύς Λουδοβίκος ΙΔ' είχε, ως φαίνεται, την γνώμη ότι ο Καναδάς αποτελούσε αρκετό έδαφος για την γαλλική κυριαρχία. Ο βασιλεύς είχε έως τώρα αποθαρρύνει απόπειρες εξερευνήσεως της ενδοχώρας, και η αντίθεσή του εκάμφθη εν μέρει μόνον όταν ο εξερευνητής Λα Σάλλ του έκανε την φιλοφρόνηση να ονομάσει την χώρα του Ποταμού Μισσισσιππή Λουιζιάνα [Λουδοβικία].

         Ωστόσο, η Γαλλία εν τέλει αποδείχθηκε ικανή να ξεπεράσει τα άλλα έθνη στην διεκδίκηση τίτλου βάσει "ανακαλύψεως." Ηταν βολικό, στην περίπτωση του Μισσισσιππή, για την Γαλλία να ισχυρισθεί ότι η "ανακάλυψη" ενός ποταμού πάλι η ιστορία της ευρέσεως αυτού που ποτέ δεν είχε χαθεί, και που ήταν ανέκαθεν γνωστό και κατεχόμενο έδινε τίτλο, όχι μόνο επί της χώρας που δήθεν ανακαλύπτετο έτσι, παρά εφ' όλης της περιοχής που πότιζαν οι παραπόταμοι που χύνονταν μέσα στον ποταμό αυτό. Αυτή η βάση εδαφικών διεκδικήσεων έδινε στην Γαλλία, κατά τις εκτιμήσεις της, δικαίωμα επί μιας ακαθόριστης περιοχής που εκάλυπτε τουλάχιστον την μισή ήπειρο, και της οποίας τα όρια θα μπορούσανε κατά το δοκούν να θεωρηθούν ότι εκάλυπταν και το μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης μισής. Αναμενόμενο ήταν λοιπόν, οποιοδήποτε έθνος κληρονομούσε αυτές τις διεκδικήσεις να ερχόταν φυσικά σε σύγκρουση με τους περισσότερους από τους γειτόνους του, ιδίως αφού τα μεγαλύτετρο μέρος της ευρείας αυτής περιοχής δεν είχε κάν προσεγγισθεί από τους λευκούς.

         79. Λήξη των Επαναστατικών Κυβερνήσεων.  Ο νέος βασιλεύς, Γουλλιέλμος της Οράγγης, είχε μετακληθεί στην Αγγλία κατόπιν μιας κοινοβουλευτικής επαναστάσεως, της οποίας σκοπός ήταν η περικοπή των βασιλικών εξουσιών και η εγκαθίδρυση ενός ορισμένου βαθμού πολιτικών δικαιωμάτων, ιδίως όπως εξαγγέλλοντο στην Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του 1689. Ο ίδιος ο ηγεμών, εν τούτοις, δεν έβλεπε με καμμιά συμπάθεια αυτή την ιστορία, υποχρεώθηκε όμως να υποκύψει, όσον αφορά την Αγγλία. Εν σχέσει προς την αμερικανική πολιτική του, ωστόσο, δεν εδεσμεύετο το ίδιο, αν και ο πόλεμος τον είχε εμποδίσει να διαμορφώσει ή να ακολουθήσει οποιαδήποτε αμερικανική πολιτική κατά τα πρώτα λίγα χρόνια.

         Εν τούτοις, η κατάσταση στην μητρόπολη γρήγορα καταλάγιασε, όταν ο στρατός "της Οράγγης" είχε κυνηγήσει τον Ιάκωβο από την τελευταία θέση του στην Ιρλανδία το 1690, και αφού είχαν περάσει λίγα ακόμη χρόνια, και ο πόλεμος κατά της Γαλλίας είχε αρκετά κοπάσει, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στον βασιλέα Γουλλιέλμο να στρέψει την προσοχή του σε διοικητικά ζητήματα στην άλλη πλευρά του ωκεανού. Ο απολυταρχισμός που έδειξε στην Ιρλανδία, η αυστηρή τιμωρία που δέχθηκε η νήσος για την φιλοξενία του τέως ηγεμόνα, θα πρέπει να έδειξε ότι η Αμερική δεν είχε και πολλά να ελπίζει από αυτόν. Κι όμως οι εννέα επαναστατικές κυβερνήσεις που έλεγχαν τους αγγλικούς οικισμούς ανατολικά του Ντελαγουαίρ, προσδοκούσαν με ελπίδες την ώρα που ο νέος βασιλεύς θα τους παρείχε μόνιμες κυβερνήσεις, ενώ μερικές από τις αποικίες αυτές αισθάνοντο πως η περίπτωση της Ιρλανδίας μπορεί να αποδείκνυε ακόμη και ότι θα ανταμείβοντο για την πρωτοβουλία τους να ανατρέψουν την κυριαρχία του Ιακώβου. Αυτές οι επαναστατικές κυβερνήσεις θεωρούσαν όλες εαυτές προσωρινές, και χωρίς δικαίωμα υπάρξεως, επειδή η εξουσία τους, αντλούμενη μόνον από τον λαό, δεν γινόταν ακόμη αισθητή ως επαρκής, και για τούτο ήσαν έτοιμες να υποταχθούν σε όποια κυβέρνηση θα τους διόριζε ο ηγεμόνας.

         Πολιτική του Βασιλέως Γουλλιέλμου ήταν, να θέσει τους αποικιακούς στρατούς όσο στενότερα γινόταν υπό την εποπτεία και τον άμεσο έλεγχό του. Τόσο η δημοκρατική οργάνωση της Νέας Αγγλίας όσο και η οργάνωση βάσει ιδιοκτησιών των μέσων αποικιών παραήσαν απομακρυσμένες από την άμεση εξουσία του ώστε να εξυπηρετούν τις προθέσεις του, και αποφάσισε να διορίζονται από το Στέμμα. Ακόμη και η Μαίρυλαντ έχασε το ιδιοκτησιακό καθεστώς της, που δεν είχε αμφισβητηθεί επί των Στιούαρτ. Η αυθεντία του Πενν στην Πεννσυλβανία απειλείτο συνεχώς, αυτός όμως μπόρεσε να την σώσει από την βασιλική κυριαρχία. Εγινε, εν τούτοις, σαφές ότι οι επαναστατημένες επαρχίες ως το Ντελαγουαίρ έμελλε να περιμένουν πλήρη καθυπόταξη, και την υπέστησαν όλες πλην του Κοννέκτικατ και της Ρόουντ Αϊλαντ, των οποίων η ανεξάρτητη μορφή κυβερνήσεως είχε αναγνωρισθεί από τους Στιούαρτ, και οι οποίες έλαβαν ανανεώσεις των προηγουμένων χαρτών τους. Η Νέα Υόρκη, διεκδικούμενη εξ αρχής ως κατακτημένο έδαφος, και έχοντας χρηματίσει ιδιωτική περιουσία του προηγουμένου ηγεμόνος, περιέπεσε φυσικά στην αυταρχικότερη εξουσία απ' όλες. Η Νέα Ιερσέη οργανώθηκε ως βασιλική αποικία (ενώ το τέλος του ιδιοκτησιακού καθεστώτος κατήργησε την διάκριση μεταξύ των δύο Ιερσεών), υπό τον μάλλον απόλυτο έλεγχο του κυβερνήτη. Το Νέο Χαμπσάιρ οργανώθηκε παρομοίως υπό βασιλικό κυβερνήτη, ενώ ένας χάρτης παραχωρήθηκε στην Μασσαχουσέττη, δίνοντας στο πουριτανικό "γενικό δικαστήριο" ευρείες νομοθετικές εξουσίες, υποκείμενες στο δικαίωμα βέτο του κυβερνήτη, που όφειλε να είναι εκλεκτός του βασιλέως. Η Μασσαχουσέττη επεκτάθηκε ώστε να περιλάβει την αναζωογονημένη αποικία του Πλύμουθ και το Μαίην. Αυτή η διορθωμένη κατάταξη των αποικιών διατηρήθηκε με μικρές αλλαγές μέχρι πολύ μετά την ανατροπή της εξουσίας της Αγγλίας. Σε όλες τις περιπτώσεις, συγκροτήθηκε μια νομοθετική συνέλευση, αλλά στις περισσότερες με λιγοστή εξουσία. Στην Νέαν Αγγλία, εν τούτοις, υπήρχε ο φόβος για καμμιά επανάληψη της ανατροπής του Ανδρος, και κρίθηκε καλύτερο να δοθεί στην λαϊκή κυριαρχία περισσότερη εξουσία, αν και ο βασιλεύς είχε πρόθεση βαθμιαία να περιορίσει τα λαϊκά δικαιώματα στην Αμερική μέχρι που η βασιλική κυριαρχία να είναι εξ ίσου απόλυτη εκεί, όπως ο μονάρχης, από την ολλανδική του εμπειρία, θα την επιθυμούσε στην Αγγλία.

         Στο Νέο Χαμπσάιρ, η διαδικασία αυτή κατέληξε στην εγκαθίδρυση της λαϊκής κυβερνήσεως, που βρισκόταν ανέκαθεν σε σύγκρουση με την διακυβέρνηση των ιδιοκτητών, που τώρα όμως είχε χάσει την μεγάλη της αντίπαλη αρχή, και κέρδισε σημαντικά σε ισχύ.

         Στον Νότο, η βασιλική αρχή ήταν ανέκαθεν αρκετά άμεση, οπότε λίγα πράγματα άλλαξαν τώρα.

         Οι νέες αποικιακές κυβερνήσεις συγκροτήθησαν το 1692, και οι εξεγερμένες επαρχίες παραδόθησαν χωρίς φασαρίες. Η άμεση απειλή εισβολής από τον Καναδά πιθανόν να τις έκανε περισσότερο πειθήνιες απ' όσο θα ήσαν σε καιρό ειρήνης. Ο βασιλικός κυβερνήτης, Σλώτερ, κατέφθασε για να καταλάβει την Νέα Υόρκη, και ο Ιακώβ Λέισλερ, που είχε κυβερνήσει την επαρχία από το 1689, παρέδωσε αμέσως στον Σλώτερ την πλήρη εξουσία του. Ο Σλώτερ απήντησε συλλαμβάνοντας τον Λέισλερ ως προδότη, και παρ' όλο που ο τελευταίος θα μπορούσε να προσφύγει ενώπιον του βασιλέως, αρνήθηκε να το πράξει, προκειμένου να δείξει ότι είχε όντως παραδώσει την αρχή στον βασιλικό κυβερνήτη. Ο Λέισλερ απηγχονίσθη, χωρίς καμμία διαμαρτυρία από την Νέα Υόρκη, αν και κραυγές αγανακτήσεως ακούσθηκαν από την Νέαν Αγγλία ή ακόμη και από τον Νότο. Ετσι τελείωσε ο μόνος επαναστάτης ηγέτης που είχε ποτέ η Νέα Υόρκη, με μιαν υπέροχη μαρτυρική χειρονομία, προσπαθώντας να καταδείξει την υπακοή του.

         Τον ίδιο χρόνο, 1692, κατέφθασε ο κυβερνήτης που διορίσθηκε για την Μασσαχουσέττη, Σερ Ουίλλιαμ Φιππς, μαζύ με ένα σώμα δικαστών ικανό να χειρισθεί όλη την επαρχία και τα ανώτερα δικαστήρια (γιατί, υπό τον νέο χάρτη της αποικίας, οι δικαστές αυτοί δεν εκλέγονταν πλέον από τον λαό, όπως πριν, παρά διορίζοντο από τον βασιλέα). Ο πρώην βασιλικός κυβερνήτης, Σερ Εδμόνδος Ανδρος, ήταν ακόμη φυλακή στην Βοστώνη. Είχε δραπετεύσει δυο φορές, αλλά είχε συλληφθεί και τις δύο. Ο Φιππς τον απέλυσε, και τον έστειλε πίσω στην Αγγλία εσπευσμένως προφανώς για να αποφύγει μιαν ακόμη εξέγερση της Οδού Βασιλέως. Από την Αγγλία ο Ανδρος εστάλη ξανά στην Αμερική ως Κυβερνήτης της Βιρτζίνιας.

         Στην Μασσαχουσέττη άρχισε αμέσως μια σύγκρουση μεταξύ του νομοθετικού σώματος ("γενικό δικαστήριο") και των δημοτικών συνελεύσεων αφ' ενός, και του εκτελεστικού και δικαστικού, των βασιλικών διορισμένων, αφ' ετέρου. Η αντίθεση αυτή δεν μπορούσε παρά να καταλήξει στην έξωση της μιας ή της άλλης ομάδος, και, καθώς ο λαός εμπλεκόταν στην μια πλευρά δια των δημοτικών συνελεύσεων, ήταν φανερό πως, μακροπρόθεσμα, δεν ήταν αυτή η εξωστέα πλευρά. Η διαμάχη αυτή μπορεί να παρατεινόταν, να τραβούσε σε μάκρος, αλλά δεν μπορούσε παρά να τελειώσει με την ανατροπή της αγγλικής εξουσίας στην Μασσαχουσέττη.

         Οι διωγμοί των μαγισσσών, που είχαν αρχίσει υπό την τυραννία του Ανδρος, και είχαν διακοπεί κατά την αναβίωση της πουριτανικής διακυβερνήσεως, αναζωπυρώθησαν τώρα με ανανεωμένο μένος, και παρασχέθηκε κάθε ενθάρρυνση στον όποιον φανατικό κατηγορούσε τον οιονδήποτε επί μαγεία. Οι βασιλικές αρχές δεν τολμούσαν ακόμη να καταργήσουν τα ορκωτά δικαστήρια, οι βασιλικοί δικαστές όμως ασκούσαν απειλητικές πιέσεις προκειμένου να αναγκάσουν τους ενόρκους να βρουν τους υποδίκους ενόχους μαγείας, σε πολλές πριπτώσεις ξαναστέλνοντάς τους στην αίθουσα των ενόρκων εάν είχαν αποφανθεί υπέρ της αθωότητος του κατηγορουμένου, και δίνοντάς τους νέες οδηγίες που ουσιαστικά υπαγόρευαν καταδικαστική ετυμηγορία. Η κατάσταση αυτή κράτησε μονο λίγους μήνες, στη διάρκεια των οποίων οι δικαστές που είχαν μόλις σταλεί από την Αγγλία, με την βοήθεια λίγων ντόπιων φανατικών, κατάφεραν να κρεμάσουν τριάντα τέσσερις ανθρώπους, κυρίως στο Σάλεμ, και να φυλακίσουν άλλους εκατό με την ανόητη αυτή κατηγορία. Τελικά οι Πουριτανοί δεν μπόρεσαν να ανθέξουν άλλο την τυραννία του τρόμου, και, με γενική συναίνεση, στην οποία κατέληξαν κυρίως δια της δημοτιής συνελεύσεως, οι ένορκοι αρνήθησαν να κατδικάζουν. Από τότε, χάρη στην αποφασιστικότητα της πουριτανικής δράσεως, δεν επιχειρήθησαν πλέον διωγμοί των μαγισσών στην Νέαν Αγγλία, αν και συνεχίστηκαν για πολλά χρόνια στην Πεννσυλβανία και στον Νότο. Αυτή υπήρξε η πρώτη ανοικτή σύγκρουση μεταξύ του λαού και της νέας βασιλικής αρχής στην Μασσαχουσέττη, που κατέληξε σε αποφασιστική νίκη του λαού.

 

Κεντρική Σελίδα    Περιεχόμενα    Επόμενο